Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Αρμαγεδδών - Το Ιράκ κόστισε στις ΗΠΑ 2,9 τρισ., ο πόλεμος το Ιράν θα έχει 10πλάσιο κόστος, θα φέρει οικονομική συντριβή

Αρμαγεδδών - Το Ιράκ κόστισε στις ΗΠΑ 2,9 τρισ., ο πόλεμος το Ιράν θα έχει 10πλάσιο κόστος, θα φέρει οικονομική συντριβή
Αυτές τις 6 πρώτες ημέρες του πολέμου στη Μέση Ανατοπλή, η αντίδραση των αγορών ήταν χαρακτηριστική: όταν οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύονταν, οι μετοχές υποχωρούσαν ενώ όταν υποχωρούσαν οι τιμές του πετρελαίου, οι μετοχές ανέκαμπταν
Ο Rudolf von Gneist έχει πει ότι ο πόλεμος είναι η υγεία του κράτους.
Μπορεί να ισχύει, αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά: ο πόλεμος αποτελεί ασθένεια για την οικονομία.
Αυτό είναι το βασικό οικονομικό ερώτημα που πλανάται πάνω από τον πόλεμο της κυβέρνησης Trump κατά του Ιράν.
Μια σύντομη και περιορισμένη σύγκρουση μπορεί να απορροφηθεί από την οικονομία.
Μια παρατεταμένη όμως δεν αυξάνει απλώς την πιθανότητα ύφεσης.
Μπορεί να αναχαιτίσει τη δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας, εκτρέποντας πραγματικούς πόρους, αποθαρρύνοντας τις επενδύσεις και ενισχύοντας μια πολιτική μόνιμης έκτακτης ανάγκης.
Το σενάριο αυτό δεν είναι άγνωστο: έχει ήδη περιγραφεί με τον όρο secular stagnation, δηλαδή μακροχρόνια και διαθρωτική οικονομική στασιμότητα.
Ο όρος Secular Stagnation (διαρθρωτική στασιμότητα) είναι έννοια της μακροοικονομικής θεωρίας που περιγράφει μια παρατεταμένη περίοδο χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης, χαμηλού πληθωρισμού και χαμηλών επιτοκίων, η οποία δεν οφείλεται σε έναν απλό οικονομικό κύκλο αλλά σε βαθύτερους δομικούς παράγοντες.
CDN media
Σε έναν πόλεμο στον Περσικό Κόλπο, οι αγορές στρέφουν πρώτα την προσοχή τους στις τιμές του πετρελαίου.
Η ενέργεια εξακολουθεί να είναι ο ταχύτερος τρόπος με τον οποίο οι γεωπολιτικές εξελίξεις μεταφέρονται στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και στα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων.
Αυτές τις ημέρες η αντίδραση των αγορών ήταν χαρακτηριστική: όταν οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύονταν, οι μετοχές υποχωρούσαν - όταν υποχωρούσαν οι τιμές του πετρελαίου, οι μετοχές ανέκαμπταν.
Ωστόσο το πετρέλαιο αποτελεί μόνο το πιο ορατό κανάλι μέσω του οποίου ο πόλεμος επηρεάζει την οικονομία.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι η εκτροπή πραγματικών πόρων.
Ο πόλεμος απορροφά σπάνιους παραγωγικούς συντελεστές — εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, βιομηχανική δυναμικότητα, διοικητική προσοχή — και τους μεταφέρει στον πολεμικό μηχανισμό και στο ευρύτερο δίκτυο που τον υποστηρίζει: προμήθειες, πληροφορίες, εφοδιαστική αλυσίδα, συμβάσεις, κανονιστική συμμόρφωση και μηχανισμούς ασφάλειας.
Συχνά μάλιστα δημιουργείται μια «προσωρινή» θεσμική αρχιτεκτονική που στην πράξη καταλήγει να γίνεται μόνιμη - πρόκειται για την πολεμική οικονομία.
Ο John Maynard Keynes είχε συνοψίσει αυτή τη λογική με μια απλή φράση: κάθε χρήση πόρων γίνεται εις βάρος μιας εναλλακτικής χρήσης.
Σε περίοδο πολέμου, το συνολικό «μείγμα» της οικονομικής δραστηριότητας είναι ουσιαστικά δεδομένο.
Αν μια χώρα πολεμά πιο αποτελεσματικά, δεν σημαίνει ότι μπορεί να καταναλώνει περισσότερο.

Ο πόλεμος δεν σημαίνει απλώς μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες αλλά σημαίνει ανακατεύθυνση της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας, με αποτέλεσμα η μη πολεμική οικονομία συρρικνώνεται περισσότερο από ό,τι θα μπορούσε να είναι επειδή οι εναλλακτικές χρήσεις των πόρων δεν πραγματοποιούνται.
Από διαφορετική θεωρητική αφετηρία, ο Milton Friedman κατέληγε σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα.
Υποστήριζε ότι ο πληθωρισμός δεν αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια του πολέμου - εξαρτάται από τον τρόπο χρηματοδότησής του.
Μια χώρα μπορεί να χρηματοδοτήσει έναν πόλεμο χωρίς άμεση έκρηξη πληθωρισμού.

Ωστόσο εξακολουθεί να πληρώνει το τίμημα που περιέγραψε ο Keynes: χαμένη μη πολεμική παραγωγή και μη πραγματοποιθείσες επενδύσεις.
Ακόμη κι αν ο πληθωρισμός παραμένει υπό έλεγχο, το κόστος ευκαιρίας είναι πραγματικό.
Αν οι πολεμικές δαπάνες έκαναν πραγματικά μια οικονομία πλουσιότερη, θα περίμενε κανείς να έχουν υψηλό δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή.
Η έρευνα δείχνει το αντίθετο.

Ο πολλαπλασιαστής των αμυντικών δαπανών

Ο οικονομολόγος του Harvard Robert Barro και ο Charles Redlick εξέτασαν πόση πρόσθετη οικονομική παραγωγή δημιουργείται όταν αυξάνονται οι αμυντικές δαπάνες.
Μετρούν αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «πολλαπλασιαστή», δηλαδή τη σχέση μεταξύ αύξησης του ΑΕΠ και αύξησης των δημόσιων δαπανών.
Όταν ο πολλαπλασιαστής είναι ίσος με ένα, ένα δολάριο δαπανών αυξάνει το ΑΕΠ κατά περίπου ένα δολάριο.
Όταν είναι μικρότερος από ένα, η κυβέρνηση αγοράζει πραγματικούς πόρους - εργασία, πρώτες ύλες, παραγωγική ικανότητα - αλλά η συνολική παραγωγή αυξάνεται λιγότερο από το ποσό που δαπανήθηκε επειδή άλλες δραστηριότητες εκτοπίζονται.
Οι εκτιμήσεις των Barro και Redlick για τις προσωρινές αμυντικές δαπάνες είναι σημαντικά κάτω από το 1, περίπου μεταξύ 0,4 και 0,5.
Με απλά λόγια, οι πολεμικές δαπάνες τείνουν να εκτοπίζουν την υπόλοιπη παραγωγική ικανότητα και τις επενδύσεις.
Και αυτό που συχνά εκτοπίζεται είναι ακριβώς εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία για τα μελλοντικά επίπεδα ευημερίας: οι ιδιωτικές επενδύσεις σε εξοπλισμό, υποδομές και καινοτομία.
Αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος ενός μακροχρόνιου πολέμου.
Η οικονομία μπορεί να φαίνεται δραστήρια, αλλά ταυτόχρονα να επενδύει λιγότερο σε τομείς που αυξάνουν την παραγωγικότητα.

Τι δείχνουν τα ιστορικά παραδείγματα

Πρόκειται για μια μορφή εκτροπής των επενδύσεων που μπορεί να συμβεί ακόμη κι αν τα επιτόκια παραμένουν χαμηλά, επειδή οι πραγματικοί πόροι της οικονομίας είναι περιορισμένοι.
Η ιστορία προσφέρει αρκετά παραδείγματα.
Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η πολεμική παραγωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες εκτοξεύθηκε, φτάνοντας σε ορισμένες εκτιμήσεις περίπου τα δύο πέμπτα της συνολικής οικονομικής παραγωγής.
Αυτό δεν ήταν ένα απλό πρόγραμμα δημοσιονομικής τόνωσης, αλλά μια πλήρης αναδιοργάνωση της οικονομίας προς στρατιωτικούς σκοπούς.
Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά σε μικρότερη κλίμακα.
Όταν όμως η οικονομία λειτουργεί ήδη κοντά σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης — όπως συμβαίνει σήμερα — η πολεμική κινητοποίηση της οικονομίας δεν αυξάνει τόσο την παραγωγή όσο ανακατανέμει τους πόρους: περισσότερα όπλα, λιγότερη κατανάλωση και ένα πιο αδύναμο οικονομικό μέλλον.

Το κόστος του πολέμου στο Ιράκ

Ο πόλεμος στο Ιράκ αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς το κόστος μιας σύγκρουσης μετατρέπεται από απλό δημοσιονομικό στοιχείο σε μακροχρόνια οικονομική κατάσταση.
Το πρόγραμμα Costs of War του Brown University εκτίμησε ότι το συνολικό κόστος του πολέμου έφτασε τουλάχιστον τα 2,2 τρισεκατομμύρια δολάρια, συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικών δαπανών για την περίθαλψη των βετεράνων και των τόκων του δημόσιου χρέους.
Δέκα χρόνια αργότερα, οι εκτιμήσεις ανέβασαν το συνολικό κόστος πάνω από τα 2,89 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Ωστόσο το πιο σημαντικό οικονομικό βάρος συχνά δεν εμφανίζεται καν στον προϋπολογισμό: είναι οι αναβληθείσες επενδύσεις, η εκτροπή ανθρώπινου κεφαλαίου και μια οικονομία που λειτουργεί με χαμηλότερες προσδοκίες.
Μετά τον πόλεμο στο Ιράκ, η αύξηση της παραγωγικότητας και των μισθών επιβραδύνθηκε.
Το φαινόμενο αυτό συνδέθηκε συχνά αποκλειστικά με τη χρηματοπιστωτική κρίση και τη «φούσκα» στην αγορά ακινήτων.
Ωστόσο οι μακροχρόνιοι πόλεμοι της περιόδου συνέβαλαν επίσης στη διαμόρφωση αυτού που αργότερα ονομάστηκε διαθρωτική στασιμότητα.
Η περίπτωση του Ιράν είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη επειδή εμπεριέχει πολλά σενάρια που στην πράξη μπορούν να οδηγήσουν σε νέα εμπλοκή.
Ακόμη κι αν οι αρχικοί στόχοι είναι σαφείς — η καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος ή η αποδυνάμωση της στρατιωτικής ισχύος της χώρας — ο πόλεμος συχνά οδηγεί σε σταδιακή επέκταση του τεθέντος στόχου.
Κάθε βήμα παρουσιάζεται ως προσωρινό: προστασία των θαλάσσιων οδών, πλήγματα σε συμμάχους του Ιράν, αποκατάσταση της αποτροπής, σταθεροποίηση της περιοχής, ανοικοδόμηση θεσμών.
Στιγμιότυπο_οθόνης_2026-03-07_154148.png

Έτσι όμως ένας σύντομος πόλεμος μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μακροχρόνια δέσμευση και οικονομική μαύρη τρύπα.
Σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται και ο λεγόμενος «κανόνας του επιπλάδικου»: αν το σπάσεις, σου ανήκει.
Σύμφωνα με τον Peter Schweizer, ο Trump επιχειρεί να απορρίψει αυτή τη λογική της μακροχρόνιας ανοικοδόμησης: να εξουδετερώσει την απειλή χωρίς να αναλάβει την αναδιαμόρφωση της χώρας.
Ένας σύντομος πόλεμος είναι επώδυνος.
Ένας μακροχρόνιος όμως μπορεί να αλλάξει τον ίδιο τον χαρακτήρα μιας οικονομίας.
Εάν η σύγκρουση με το Ιράν παραμείνει περιορισμένη, η αμερικανική οικονομία πιθανότατα θα προσαρμοστεί.
Αν όμως εξελιχθεί σε μακροχρόνιο πολιτικό εγχείρημα, το κόστος δεν θα είναι μόνο δημοσιονομικό.
Θα είναι διαρθρωτικό: χαμηλότερες επενδύσεις, ασθενέστερη παραγωγικότητα και μια ιδιωτική οικονομία που μαθαίνει να λειτουργεί με χαμηλότερες προσδοκίες.
Ο πόλεμος μπορεί να ενισχύει το κράτος.
Για την οικονομία όμως αποτελεί συχνά μια μακροχρόνια νοσηρή κατάσταση.
Και μερικές φορές αυτό που δεν την καταστρέφει απλώς την αφήνει πιο αδύναμη - αυτό θα είναι και το τέλος της οικονομικής ηγεμονίας των ΗΠΑ

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης