Η ανάλυση ποσοτικοποιεί τις επιπτώσεις τριών διακριτών κατηγοριών κινδύνου
Η κλιματική αλλαγή εξελίσσεται πλέον σε καθοριστικό παράγοντα για την πορεία των οικονομιών και τη σταθερότητα των κρατών, με τις επιπτώσεις της να αποτυπώνονται ολοένα και πιο έντονα στις μακροοικονομικές προβλέψεις και στις αγορές. Σε αυτό το πλαίσιο, η Scope επιχειρεί να αποτιμήσει πώς οι φυσικοί κίνδυνοι και η μετάβαση προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών μπορούν να επηρεάσουν την ανάπτυξη σε βάθος 30ετίας, σε 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε επιλεγμένες οικονομίες της G20. Η ανάλυση, που βασίζεται στα σενάρια του Network for Greening the Financial System (NGFS), φιλοδοξεί να ενσωματώσει για πρώτη φορά με συστηματικό τρόπο τις κλιματικές μεταβλητές στην αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των κρατών, αναδεικνύοντας ένα νέο, πιο σύνθετο πλαίσιο κινδύνου για τη διεθνή οικονομία.

Η ανάλυση ποσοτικοποιεί τις επιπτώσεις τριών διακριτών κατηγοριών κινδύνου — χρόνιων φυσικών μεταβολών, οξέων φυσικών καταστροφών και κινδύνων μετάβασης προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών — εκφράζοντας τα αποτελέσματα ως σωρευτική απώλεια ΑΕΠ σε ποσοστιαίες μονάδες. Η εκτίμηση βασίζεται σε τρία εναλλακτικά σενάρια του NGFS: μια ομαλή μετάβαση με έγκαιρη προσαρμογή πολιτικών, μια αποδιοργανωμένη μετάβαση με καθυστερημένη και πιο απότομη προσαρμογή και ένα σενάριο «θερμοκηπίου», στο οποίο η πολιτική δράση παραμένει ανεπαρκής και οι φυσικοί κίνδυνοι εντείνονται.
Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν υψηλό βαθμό ετερογένειας μεταξύ χωρών, αλλά και σημαντική εξάρτηση από τις υποκείμενες υποθέσεις κάθε σεναρίου. Για παράδειγμα, στην Ισπανία, όταν εξαιρούνται οι οξείς φυσικοί κίνδυνοι, οι σωρευτικές απώλειες εκτιμώνται μεταξύ 3,8% και 6,8% του ΑΕΠ, ανάλογα με το σενάριο και το χρησιμοποιούμενο μοντέλο. Στη Γερμανία και την Ιταλία οι επιπτώσεις παραμένουν αισθητά χαμηλότερες, αλλά εξακολουθούν να κυμαίνονται σε ένα ευρύ φάσμα από σχεδόν μηδενικές έως περίπου 5% του ΑΕΠ. Ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα καταγράφεται εκτός Ευρώπης: η Ιαπωνία μπορεί να εμφανίσει από ήπια θετική επίδραση έως περίπου +1% του ΑΕΠ ή απώλειες κοντά στο 6%, ενώ η Ινδία ξεχωρίζει ως μία από τις πλέον εκτεθειμένες οικονομίες με εκτιμώμενες απώλειες που φθάνουν έως και 16% του ΑΕΠ.

Η μεγάλη διακύμανση των αποτελεσμάτων αντανακλά την ευαισθησία των μοντέλων στις υποθέσεις για την ενεργειακή μετάβαση, την τεχνολογική πρόοδο, τη διαμόρφωση των τιμών ενέργειας και τις μακροοικονομικές παραμέτρους όπως η κατανάλωση, η αποταμίευση και οι επενδύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η αβεβαιότητα δεν αποτελεί περιθωριακό στοιχείο αλλά κεντρικό χαρακτηριστικό της ανάλυσης, με τα αποτελέσματα να διαφοροποιούνται σημαντικά ακόμη και μεταξύ παρόμοιων οικονομιών.
Στο εσωτερικό της ΕΕ-27, οι χώρες του Νότου εμφανίζονται πιο ευάλωτες στους χρόνιους φυσικούς κινδύνους, με την Ελλάδα και την Κύπρο να καταγράφουν σταθερά υψηλότερη έκθεση ανεξαρτήτως σεναρίου. Η επίδραση είναι εντονότερη στο σενάριο «θερμοκηπίου», όπου οι αυξανόμενες θερμοκρασίες οδηγούν σε μη γραμμικές απώλειες παραγωγής, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τις ήδη θερμότερες οικονομίες. Αντίθετα, στο σενάριο ομαλής μετάβασης οι απώλειες παραμένουν ηπιότερες, ενώ στο αποδιοργανωμένο σενάριο ενισχύεται η μεταβλητότητα των αποτελεσμάτων.
Στους κινδύνους μετάβασης καταγράφονται ακόμη πιο σύνθετες και ενίοτε μη διαισθητικές επιδράσεις. Η Αυστρία, για παράδειγμα, εμφανίζει υψηλές εκτιμώμενες απώλειες στο σενάριο ομαλής μετάβασης, που φθάνουν έως και 6% του ΑΕΠ, ενώ στο αποδιοργανωμένο σενάριο οι επιπτώσεις εμφανίζονται χαμηλότερες. Το φαινομενικά αντιφατικό αυτό αποτέλεσμα αποδίδεται στον τρόπο προεξόφλησης των μελλοντικών ζημιών: οι πιο απομακρυσμένες χρονικά απώλειες «βαραίνουν» λιγότερο στο παρόν αποτέλεσμα, με αποτέλεσμα η χρονική κατανομή των επιπτώσεων να επηρεάζει καθοριστικά την τελική αποτίμηση.
Αντίστοιχα, ορισμένες οικονομίες όπως η Ουγγαρία εμφανίζουν ακόμη και θετικές επιδράσεις στο σενάριο ομαλής μετάβασης, με εκτιμώμενη αύξηση ΑΕΠ έως 5%–8%. Η εικόνα αυτή συνδέεται με πιθανές ωφέλειες από την αναδιάρθρωση της παραγωγής, τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και την επιτάχυνση επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες, αν και τα αποτελέσματα παραμένουν ιδιαίτερα ευαίσθητα στις παραμέτρους των μοντέλων.
Οι οξείς φυσικοί κίνδυνοι, όπως καύσωνες, ξηρασίες και πλημμύρες, αποτελούν ξεχωριστή κατηγορία υψηλής αβεβαιότητας. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κυρίαρχο ρόλο έχουν οι θερμικές καταπονήσεις και η λειψυδρία, με τις πλημμύρες να έχουν συγκριτικά μικρότερη οικονομική επίδραση. Ωστόσο, σε ειδικές περιπτώσεις οι απώλειες μπορεί να είναι εξαιρετικά υψηλές: η Πορτογαλία εμφανίζει δυνητικές απώλειες έως 25% του ΑΕΠ σε ακραίο επεισόδιο καύσωνα, ενώ στη Βουλγαρία, τη Λετονία και τη Λιθουανία οι ξηρασίες εκτιμάται ότι μπορούν να μειώσουν την οικονομική δραστηριότητα κατά 8% έως 10%.
Η ανάλυση για τις οικονομίες της G20 ενισχύει την εικόνα έντονης παγκόσμιας διαφοροποίησης. Στο σενάριο ομαλής μετάβασης, η Ελλάδα και η Κύπρος καταγράφουν απώλειες της τάξης του 3%–4% του ΑΕΠ, ενώ η Σαουδική Αραβία και η Ινδία εμφανίζουν υψηλότερη έκθεση, κοντά στο 6%–8%. Στο αποδιοργανωμένο σενάριο, οι επιπτώσεις εντείνονται, με τις οικονομίες που εξαρτώνται περισσότερο από ορυκτά καύσιμα να υφίστανται μεγαλύτερη πίεση, όπως η Ρωσία και η Σαουδική Αραβία.

Στο ακραίο σενάριο «θερμοκηπίου», οι φυσικοί κίνδυνοι κυριαρχούν πλήρως. Η Ελλάδα και η Κύπρος ξεπερνούν απώλειες 7% του ΑΕΠ, ενώ η Ινδία και η Σαουδική Αραβία εμφανίζουν επιπτώσεις που υπερβαίνουν το 15%. Αντίθετα, χώρες με πιο εύκρατο κλίμα και διαφοροποιημένες οικονομίες, όπως ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο, εμφανίζουν συγκριτικά χαμηλότερη έκθεση.
Σε επίπεδο συνολικής αποτίμησης, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι δεν κατανέμονται ούτε γραμμικά ούτε ομοιόμορφα. Η έκθεση κάθε χώρας καθορίζεται από γεωγραφικούς, δομικούς και ενεργειακούς παράγοντες, ενώ η τελική οικονομική επίπτωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές υποθέσεις και τις τεχνολογικές εξελίξεις που ενσωματώνονται στα σενάρια.
Παρά την υψηλή αβεβαιότητα, το εύρος των αποτελεσμάτων υποδηλώνει ότι κάποιος συνδυασμός φυσικών και μεταβατικών επιπτώσεων είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα υλοποιηθεί τις επόμενες δεκαετίες. Αυτό δημιουργεί αυξημένες προκλήσεις για τη δημοσιονομική σταθερότητα, την αναπτυξιακή δυναμική και, τελικά, την πιστοληπτική ικανότητα των κρατών, καθιστώντας την ενσωμάτωση των κλιματικών κινδύνων αναγκαίο εργαλείο για τη σύγχρονη μακροοικονομική ανάλυση.
www.bankingnews.gr
Η ανάλυση ποσοτικοποιεί τις επιπτώσεις τριών διακριτών κατηγοριών κινδύνου — χρόνιων φυσικών μεταβολών, οξέων φυσικών καταστροφών και κινδύνων μετάβασης προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών — εκφράζοντας τα αποτελέσματα ως σωρευτική απώλεια ΑΕΠ σε ποσοστιαίες μονάδες. Η εκτίμηση βασίζεται σε τρία εναλλακτικά σενάρια του NGFS: μια ομαλή μετάβαση με έγκαιρη προσαρμογή πολιτικών, μια αποδιοργανωμένη μετάβαση με καθυστερημένη και πιο απότομη προσαρμογή και ένα σενάριο «θερμοκηπίου», στο οποίο η πολιτική δράση παραμένει ανεπαρκής και οι φυσικοί κίνδυνοι εντείνονται.
Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν υψηλό βαθμό ετερογένειας μεταξύ χωρών, αλλά και σημαντική εξάρτηση από τις υποκείμενες υποθέσεις κάθε σεναρίου. Για παράδειγμα, στην Ισπανία, όταν εξαιρούνται οι οξείς φυσικοί κίνδυνοι, οι σωρευτικές απώλειες εκτιμώνται μεταξύ 3,8% και 6,8% του ΑΕΠ, ανάλογα με το σενάριο και το χρησιμοποιούμενο μοντέλο. Στη Γερμανία και την Ιταλία οι επιπτώσεις παραμένουν αισθητά χαμηλότερες, αλλά εξακολουθούν να κυμαίνονται σε ένα ευρύ φάσμα από σχεδόν μηδενικές έως περίπου 5% του ΑΕΠ. Ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα καταγράφεται εκτός Ευρώπης: η Ιαπωνία μπορεί να εμφανίσει από ήπια θετική επίδραση έως περίπου +1% του ΑΕΠ ή απώλειες κοντά στο 6%, ενώ η Ινδία ξεχωρίζει ως μία από τις πλέον εκτεθειμένες οικονομίες με εκτιμώμενες απώλειες που φθάνουν έως και 16% του ΑΕΠ.
Η μεγάλη διακύμανση των αποτελεσμάτων αντανακλά την ευαισθησία των μοντέλων στις υποθέσεις για την ενεργειακή μετάβαση, την τεχνολογική πρόοδο, τη διαμόρφωση των τιμών ενέργειας και τις μακροοικονομικές παραμέτρους όπως η κατανάλωση, η αποταμίευση και οι επενδύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η αβεβαιότητα δεν αποτελεί περιθωριακό στοιχείο αλλά κεντρικό χαρακτηριστικό της ανάλυσης, με τα αποτελέσματα να διαφοροποιούνται σημαντικά ακόμη και μεταξύ παρόμοιων οικονομιών.
Στο εσωτερικό της ΕΕ-27, οι χώρες του Νότου εμφανίζονται πιο ευάλωτες στους χρόνιους φυσικούς κινδύνους, με την Ελλάδα και την Κύπρο να καταγράφουν σταθερά υψηλότερη έκθεση ανεξαρτήτως σεναρίου. Η επίδραση είναι εντονότερη στο σενάριο «θερμοκηπίου», όπου οι αυξανόμενες θερμοκρασίες οδηγούν σε μη γραμμικές απώλειες παραγωγής, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τις ήδη θερμότερες οικονομίες. Αντίθετα, στο σενάριο ομαλής μετάβασης οι απώλειες παραμένουν ηπιότερες, ενώ στο αποδιοργανωμένο σενάριο ενισχύεται η μεταβλητότητα των αποτελεσμάτων.
Στους κινδύνους μετάβασης καταγράφονται ακόμη πιο σύνθετες και ενίοτε μη διαισθητικές επιδράσεις. Η Αυστρία, για παράδειγμα, εμφανίζει υψηλές εκτιμώμενες απώλειες στο σενάριο ομαλής μετάβασης, που φθάνουν έως και 6% του ΑΕΠ, ενώ στο αποδιοργανωμένο σενάριο οι επιπτώσεις εμφανίζονται χαμηλότερες. Το φαινομενικά αντιφατικό αυτό αποτέλεσμα αποδίδεται στον τρόπο προεξόφλησης των μελλοντικών ζημιών: οι πιο απομακρυσμένες χρονικά απώλειες «βαραίνουν» λιγότερο στο παρόν αποτέλεσμα, με αποτέλεσμα η χρονική κατανομή των επιπτώσεων να επηρεάζει καθοριστικά την τελική αποτίμηση.
Αντίστοιχα, ορισμένες οικονομίες όπως η Ουγγαρία εμφανίζουν ακόμη και θετικές επιδράσεις στο σενάριο ομαλής μετάβασης, με εκτιμώμενη αύξηση ΑΕΠ έως 5%–8%. Η εικόνα αυτή συνδέεται με πιθανές ωφέλειες από την αναδιάρθρωση της παραγωγής, τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και την επιτάχυνση επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες, αν και τα αποτελέσματα παραμένουν ιδιαίτερα ευαίσθητα στις παραμέτρους των μοντέλων.
Οι οξείς φυσικοί κίνδυνοι, όπως καύσωνες, ξηρασίες και πλημμύρες, αποτελούν ξεχωριστή κατηγορία υψηλής αβεβαιότητας. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κυρίαρχο ρόλο έχουν οι θερμικές καταπονήσεις και η λειψυδρία, με τις πλημμύρες να έχουν συγκριτικά μικρότερη οικονομική επίδραση. Ωστόσο, σε ειδικές περιπτώσεις οι απώλειες μπορεί να είναι εξαιρετικά υψηλές: η Πορτογαλία εμφανίζει δυνητικές απώλειες έως 25% του ΑΕΠ σε ακραίο επεισόδιο καύσωνα, ενώ στη Βουλγαρία, τη Λετονία και τη Λιθουανία οι ξηρασίες εκτιμάται ότι μπορούν να μειώσουν την οικονομική δραστηριότητα κατά 8% έως 10%.
Η ανάλυση για τις οικονομίες της G20 ενισχύει την εικόνα έντονης παγκόσμιας διαφοροποίησης. Στο σενάριο ομαλής μετάβασης, η Ελλάδα και η Κύπρος καταγράφουν απώλειες της τάξης του 3%–4% του ΑΕΠ, ενώ η Σαουδική Αραβία και η Ινδία εμφανίζουν υψηλότερη έκθεση, κοντά στο 6%–8%. Στο αποδιοργανωμένο σενάριο, οι επιπτώσεις εντείνονται, με τις οικονομίες που εξαρτώνται περισσότερο από ορυκτά καύσιμα να υφίστανται μεγαλύτερη πίεση, όπως η Ρωσία και η Σαουδική Αραβία.
Στο ακραίο σενάριο «θερμοκηπίου», οι φυσικοί κίνδυνοι κυριαρχούν πλήρως. Η Ελλάδα και η Κύπρος ξεπερνούν απώλειες 7% του ΑΕΠ, ενώ η Ινδία και η Σαουδική Αραβία εμφανίζουν επιπτώσεις που υπερβαίνουν το 15%. Αντίθετα, χώρες με πιο εύκρατο κλίμα και διαφοροποιημένες οικονομίες, όπως ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο, εμφανίζουν συγκριτικά χαμηλότερη έκθεση.
Σε επίπεδο συνολικής αποτίμησης, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι δεν κατανέμονται ούτε γραμμικά ούτε ομοιόμορφα. Η έκθεση κάθε χώρας καθορίζεται από γεωγραφικούς, δομικούς και ενεργειακούς παράγοντες, ενώ η τελική οικονομική επίπτωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές υποθέσεις και τις τεχνολογικές εξελίξεις που ενσωματώνονται στα σενάρια.
Παρά την υψηλή αβεβαιότητα, το εύρος των αποτελεσμάτων υποδηλώνει ότι κάποιος συνδυασμός φυσικών και μεταβατικών επιπτώσεων είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα υλοποιηθεί τις επόμενες δεκαετίες. Αυτό δημιουργεί αυξημένες προκλήσεις για τη δημοσιονομική σταθερότητα, την αναπτυξιακή δυναμική και, τελικά, την πιστοληπτική ικανότητα των κρατών, καθιστώντας την ενσωμάτωση των κλιματικών κινδύνων αναγκαίο εργαλείο για τη σύγχρονη μακροοικονομική ανάλυση.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών