Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Τέλος τα ψέματα, τα χρήματα και τα… πετρέλαια - Στα όρια της παράλυσης οι αγορές, προσεχώς άγρια σφαγή - Ποιους θα καταπιεί η κρίση

Τέλος τα ψέματα, τα χρήματα και τα… πετρέλαια - Στα όρια της παράλυσης οι αγορές, προσεχώς άγρια σφαγή - Ποιους θα καταπιεί η κρίση
Ποιοι πάνε για «φούντο» και ποιοι θα βγάλουν δισεκατομμύρια…
Η παγκόσμια οικονομία εξαντλεί τα τελευταία της πολεμοφόδια, καθώς η πλασματική ρευστότητα και τα αποθέματα πετρελαίου στερεύουν επικίνδυνα.
Ο εφιάλτης των γεωπολιτικών ανατροπών και των πανάκριβων χρεών φέρνει τις αγορές στα όρια της απόλυτης παράλυσης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον El Erian, επί δεκαετίες, οι επιχειρήσεις, οι επενδυτές και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής λειτουργούσαν βάσει της καθησυχαστικής παραδοχής ότι η παγκόσμια οικονομία στηριζόταν σε μια σχετικά σταθερή ισορροπία.
Οι μακροοικονομικές και χρηματοπιστωτικές διαταραχές αντιμετωπίζονταν κυρίως ως κυκλικές αναταράξεις, τις οποίες μπορούσε κανείς να διαχειριστεί ώστε τα πράγματα να επανέλθουν στην πορεία τους, πάντα προς έναν προβλέψιμο προορισμό: εκείνον της αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στο πλαίσιο μιας διαρκώς παγκοσμιοποιούμενης οικονομικής και χρηματοπιστωτικής τάξης.
Όμως, αυτό το υπόδειγμα αμφισβητείται πλέον από τις γεωπολιτικές εντάσεις, την εργαλειοποίηση των οικονομικών σχέσεων, την ταχεία πρόοδο των νέων τεχνολογιών και άλλους παράγοντες.
Η πλοήγηση των οικονομιών και των αγορών μέσα σε αυτή την καταιγίδα είναι εφικτή, απαιτεί όμως δέσμευση για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας, τη διατήρηση εναλλακτικών επιλογών και την επίδειξη ευελιξίας.
Αυτό δεν θα συμβεί αυτόματα, διότι πλέον υπάρχει αβεβαιότητα ως προς τα θεωρητικά και πρακτικά σημεία κατάληξης πολλών συνεχιζόμενων διαρθρωτικών αλλαγών: από την παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη έως τις αλυσίδες εφοδιασμού και τα επιτόκια ισορροπίας.
Επιπλέον, η ευρύτερη αρχιτεκτονική του εμπορίου και των διεθνών πληρωμών εξελίσσεται με ταχύ ρυθμό, αυξάνοντας την επιχειρησιακή πολυπλοκότητα και την αβεβαιότητα στον σχεδιασμό για πολλές επιχειρήσεις.

Οι τρεις τομείς επικινδυνότητας

Για όσους θεωρούν ότι αυτή η εκτίμηση είναι υπερβολική, αρκεί να εξετάσουν πώς έχει εκδηλωθεί η νέα μας πραγματικότητα φέτος σε τρεις τομείς.

Πρώτον, οι γεωπολιτικές εντάσεις τροφοδοτούν νέες προσπάθειες αξιοποίησης και εργαλειοποίησης κρίσιμων προμηθειών.
Η εποχή της απρόσκοπτης παγκοσμιοποίησης μετά τον Ψυχρό Πόλεμο έχει δώσει τη θέση της σε έναν αγώνα για την απόκτηση πολιτικής επιρροής μέσω των υφιστάμενων αλληλεξαρτήσεων.
Κρατικοί και μη κρατικοί παράγοντες έχουν αναγνωρίσει τη δυνατότητα άσκησης ασύμμετρης ισχύος μέσω του περιορισμού των φυσικών αρτηριών του παγκόσμιου εμπορίου.
Από τις διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές στα Στενά του Hormuz και στην Ερυθρά Θάλασσα έως τον σκληρό ανταγωνισμό για τις αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών, η γεωγραφία εργαλειοποιείται συστηματικά.
Ωστόσο, αυτές οι στρατηγικές δεν έχουν σαφές σημείο κατάληξης.
Κανείς δεν γνωρίζει πού θα οδηγήσει ο σημερινός γεωπολιτικός κατακερματισμός.
Κάποιοι ελπίζουν σε αυτό που ο πρώην πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Gordon Brown αποκαλεί «ήπια, διαχειριζόμενη παγκοσμιοποίηση», άλλοι φοβούνται μια διεθνή τάξη που θα έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ρήξη, ενώ ορισμένοι εξακολουθούν να νοσταλγούν τις παλιές ημέρες της απρόσκοπτης παγκοσμιοποίησης και του πολυμερούς κράτους δικαίου.
Και όμως, αυτή τη στιγμή, οι ναυτιλιακές διαδρομές χρειάζεται να αναδιαμορφωθούν, ενώ τα ασφάλιστρα κινδύνου στις θαλάσσιες μεταφορές παραμένουν αυξημένα.
Δεδομένου ότι δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα κάποια μεγάλη διπλωματική συμφωνία, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις θα αναγκαστούν να απομακρυνθούν ακόμη περισσότερο από τις αποδοτικές αλυσίδες εφοδιασμού «just-in-time» και να ενσωματώσουν πιο δαπανηρές εφεδρείες τύπου «just-in-case».

Δεύτερον, τα εργαλεία οικονομικής πολιτικής που κάποτε στήριζαν τη λειτουργία της κοινής «υδραυλικής υποδομής» μιας ενοποιημένης παγκόσμιας οικονομίας μετατρέπονται πλέον σε όπλα.
Η ολοένα και πιο απρόβλεπτη χρήση δασμών, κυρώσεων, ελέγχων επενδύσεων και απαγορεύσεων εξαγωγών μεταβάλλει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται το παγκόσμιο κεφάλαιο και ανατρέπει τη διεθνή χρηματοπιστωτική τάξη όπως την γνωρίζουμε.
Καθώς οι ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια υπερισχύουν ολοένα και περισσότερο της οικονομικής και εμπορικής αποτελεσματικότητας, δεν υπάρχουν πλέον αμοιβαία συμφωνημένα όρια στην άσκηση οικονομικής κρατικής ισχύος.
Και εδώ, επίσης, ο προορισμός ή το σημείο κατάληξης παραμένει ασαφές, διότι όσα κάποτε αποτελούσαν σταθερές παραμέτρους του συστήματος είναι πλέον μεταβλητές που χαρακτηρίζονται από έντονη αστάθεια.

Τρίτον, από τις αγορές ζητείται να χρηματοδοτήσουν τεράστιες κεφαλαιουχικές δαπάνες (capex) στον αγώνα για την ανάπτυξη και την εφαρμογή τεχνολογιών που ενισχύουν την παραγωγικότητα.
Οι τεχνολογικοί κολοσσοί, αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις εκτός του τεχνολογικού κλάδου, δεσμεύουν από κοινού εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια για κέντρα δεδομένων, υπολογιστική ισχύ και την ανάπτυξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης. Και πάλι, όμως, ο προορισμός — το σημείο στο οποίο αυτές οι πρωτοφανείς δαπάνες θα μεταφραστούν σε μεγάλα, εμπορικά αξιοποιήσιμα κέρδη παραγωγικότητας — παραμένει άγνωστος.
Λόγω της αντιλαμβανόμενης «ποινής» που συνεπάγεται η υστέρηση έναντι του ανταγωνισμού, πολλά διοικητικά συμβούλια αισθάνονται υποχρεωμένα να εγκρίνουν επενδύσεις πρωτοφανών διαστάσεων, χωρίς να υπάρχει σαφής πορεία προς την επίτευξη επαρκών αποδόσεων επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου.
Και επειδή όλες αυτές οι κεφαλαιουχικές δαπάνες (capex) πρέπει να χρηματοδοτηθούν, οι επιπτώσεις στις αγορές χρέους μόνο καθησυχαστικές δεν είναι.

Πώς προστατεύεται το σύστημα

Πράγματι, το κόστος κεφαλαίου δέχεται ήδη ανοδικές πιέσεις από τις ανταγωνιστικές απαιτήσεις χρηματοδότησης του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, σημειώνει ο El Erian και συνεχίζει:
«Είναι αλήθεια ότι, παρά την αβεβαιότητα γύρω από σημαντικούς διαρθρωτικούς παράγοντες, η παγκόσμια οικονομία και η αγορά ομολόγων έχουν μέχρι στιγμής καταφέρει να αποφύγουν τις μεγαλύτερες παγίδες.
Αυτό, όμως, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι ορισμένοι ισχυροί παράγοντες έχουν λειτουργήσει προστατευτικά για το σύστημα».
Ο πρώτος είναι ο δυναμισμός της αμερικανικής οικονομίας, η οποία διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια ανάπτυξη και καινοτομία, αντισταθμίζοντας τη διαρθρωτική στασιμότητα της Κίνας και της Ευρώπης.
Ο δεύτερος παράγοντας ήταν η διαθεσιμότητα ενδογενούς ρευστότητας στην αγορά. Παρά τη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής μετά το 2021, το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει δημιουργήσει τη δική του ρευστότητα.
Τα μεγάλα ταμειακά αποθέματα των επιχειρήσεων και τα νέα χρηματοπιστωτικά μέσα έχουν διατηρήσει τη ροή της πίστωσης, ενισχύοντας παράλληλα τον ρόλο των αποθεμάτων φυσικών αγαθών — κυρίως στις αγορές ενέργειας, όπου τα στρατηγικά αποθέματα και οι ευέλικτες αγορές διυλισμένων προϊόντων έχουν επανειλημμένα απορροφήσει διαταραχές στην προσφορά που προκλήθηκαν από γεωπολιτικούς παράγοντες.
Ωστόσο, πρέπει να γίνει μια κρίσιμη διάκριση μεταξύ των πραγματικών, διαρθρωτικών πηγών ανθεκτικότητας και των πιο προσωρινών μορφών ανθεκτικότητας που βασίζονται σε φυσικά και χρηματοπιστωτικά αποθέματα τα οποία μπορούν να εξαντληθούν.
Τα αποθέματα πετρελαίου έχουν πλέον μειωθεί σε επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί εδώ και δεκαετίες, ενώ η άφθονη ενδογενής ρευστότητα της αγοράς δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, όπως αποδεικνύεται από την πρόσφατη μαζική εκποίηση θέσεων του υπερμοχλευμένου hedge fund Situational Awareness και από την απομόχλευση ορισμένων κορεατικών διαπραγματεύσιμων αμοιβαίων κεφαλαίων (ETFs).
Αργά ή γρήγορα, οι δημοσιονομικές πολιτικές χωρίς επαρκή πειθαρχία και οι ανεξέλεγκτες εταιρικές κεφαλαιουχικές δαπάνες θα συγκρουστούν με την αύξηση του χρέους, την υπερβολική χρηματοοικονομική μόχλευση και τα υψηλότερα επιτόκια.
Χωρίς σαφέστερα τελικά σημεία, οι ελπίδες για επιστροφή στον προβλέψιμο κόσμο του παρελθόντος πρέπει να δώσουν τη θέση τους στην πραγματικότητα των δύσκολων και ασταθών γεωοικονομικών μεταβάσεων.
Οι εταιρείες, οι κυβερνήσεις και οι επενδυτές δεν μπορούν πλέον να διαμορφώνουν τις στρατηγικές τους με βάση μεμονωμένες προβλέψεις («βασικά σενάρια»).
Αντίθετα, η έμφαση πρέπει να μετατοπιστεί στη δημιουργία ακόμη μεγαλύτερης ανθεκτικότητας, ευελιξίας και στρατηγικών επιλογών σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.
Αυτά είναι τα στρατηγικά εφόδια που απαιτούνται για να επιβιώσει κανείς σε μια δύσκολη και ανησυχητική διαδρομή, η οποία μπορεί να εξελιχθεί προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.
Καθώς τα αποθέματα ασφαλείας που μέχρι σήμερα προστάτευαν την παγκόσμια οικονομία εξαντλούνται, όλοι θα χρειαστεί να δημιουργήσουν μεγαλύτερα περιθώρια ασφαλείας.

Μεταβλητότητα

Το σύστημα κινείται εν μέρει χάρη σε αυτό που σύντομα θα απομείνει από τη δανεική ρευστότητα και τα εξαντλημένα φυσικά αποθέματα, καθώς και χάρη στις δαπάνες που χρηματοδοτούνται μέσω δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Καθώς αυτή η πραγματικότητα γίνεται ολοένα και πιο εμφανής, οι επόμενοι μήνες και τα επόμενα χρόνια θα χαρακτηρίζονται ολοένα περισσότερο από μεγαλύτερη οικονομική και χρηματοπιστωτική μεταβλητότητα, καθώς και από μεγαλύτερη απόκλιση στα αποτελέσματα, καθώς το χάσμα μεταξύ κερδισμένων και χαμένων διευρύνεται τόσο μεταξύ όσο και εντός κλάδων, χωρών και χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων.
Πρέπει να αποδεχθούμε ότι η απουσία ευρέως αποδεκτών τελικών σημείων αποτελεί ακόμη μία εκδοχή της «νέας κανονικότητας».
Όσο αποσταθεροποιητική και αποπροσανατολιστική κι αν φαίνεται αυτή η διαρθρωτική πραγματικότητα, όσοι την αποδεχθούν θα διαπιστώσουν ότι ακριβώς υπό αυτές τις συνθήκες δημιουργούνται σημαντικά πλεονεκτήματα που μπορούν να διαρκέσουν για πολλά χρόνια και διαμορφώνονται μεγάλες περιουσίες.
Αντίθετα, όσοι δεν επιδείξουν ανθεκτικότητα, ευελιξία και ανοιχτό πνεύμα κινδυνεύουν να περιέλθουν σε μια κατάσταση παράλυσης, η οποία υπονομεύει την οικονομική ευημερία τόσο σήμερα όσο και για πολλά χρόνια ακόμη, καταλήγει ο οικονομολόγος.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης