Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Christine Lagarde, είχε ήδη αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής κατά τη συνέντευξη Τύπου
Τα πρακτικά της συνεδρίασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) τον Απρίλιο 2025 επιβεβαιώνουν τη σαφώς πιο «hawkish» στάση της τράπεζας απέναντι στον πληθωρισμό, ενισχύοντας τις εκτιμήσεις ότι η αύξηση επιτοκίων τον Ιούνιο θεωρείται πλέον σχεδόν δεδομένη.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Christine Lagarde, είχε ήδη αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής κατά τη συνέντευξη Τύπου μετά τη συνεδρίαση, αποκαλύπτοντας ότι στο τραπέζι δεν βρέθηκε μόνο η διατήρηση των επιτοκίων αλλά ακόμη και μια πιθανή αύξησή τους.
Σύμφωνα με τα πρακτικά, αρκετά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ δεν θα διαφωνούσαν με μια αύξηση επιτοκίων ήδη από την προηγούμενη συνεδρίαση. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι:
«Ορισμένα μέλη δεν θα είχαν αντιταχθεί σε αύξηση επιτοκίων στην τρέχουσα συνεδρίαση, εάν αυτό είχε τεθεί στο τραπέζι.»
Η συγκεκριμένη αναφορά ενισχύει το σενάριο ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προετοιμάζεται για πιο αποφασιστικές κινήσεις απέναντι στις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις στην ευρωζώνη.
Παράλληλα, τα πρακτικά υπογραμμίζουν ότι οι κίνδυνοι για την οικονομική ανάπτυξη έχουν αυξηθεί από τη συνεδρίαση του Μαρτίου, ενώ οι επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ συνεχίζουν να επηρεάζουν τις τιμές καταναλωτή.
Πληθωρισμός στην ευρωζώνη
Ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχολούν την ΕΚΤ είναι κατά πόσο ο σημερινός πληθωρισμός θα αποδειχθεί «παροδικός» ή αν οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και οι αυξήσεις στην ενέργεια θα προκαλέσουν πιο μόνιμες δευτερογενείς επιπτώσεις.
Τα πρακτικά αναφέρουν ότι οι επιδράσεις από το ενεργειακό σοκ μεταφέρονται σταδιακά σε διάφορες κατηγορίες προϊόντων, από τα καύσιμα έως τα τρόφιμα, με διαφορετικό χρονικό ορίζοντα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επιπτώσεις μπορεί να χρειαστούν πάνω από 15 μήνες για να φτάσουν στο μέγιστο επίπεδο.
Παράλληλα, η ΕΚΤ σημειώνει ότι οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό εξακολουθούν να παραμένουν κοντά στον στόχο του 2%, γεγονός που προσφέρει μια σχετική σταθερότητα στις αγορές.
Η επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ πραγματοποιείται σε περίπου δύο εβδομάδες και οι αγορές θεωρούν πλέον εξαιρετικά πιθανή μια αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια «ασφαλιστική» αύξηση επιτοκίων, καθώς η ΕΚΤ φαίνεται να θεωρεί ότι το κόστος μιας μικρής αύξησης είναι χαμηλότερο από το κόστος απώλειας αξιοπιστίας απέναντι στον πληθωρισμό.
Οι πρόσφατες δηλώσεις της Isabel Schnabel επιβεβαίωσαν αυτή την κατεύθυνση, με την ΕΚΤ να δείχνει αποφασισμένη να διατηρήσει υπό έλεγχο τις πληθωριστικές προσδοκίες.
Ακόμη και αν οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή αποκλιμακώνονταν άμεσα, οι επιπτώσεις στις τιμές ενέργειας και στον πληθωρισμό έχουν ήδη περάσει στην πραγματική οικονομία της ευρωζώνης.
Το μεγαλύτερο ερώτημα αφορά πλέον τη συνέχεια της νομισματικής πολιτικής μετά την πιθανή αύξηση επιτοκίων του Ιουνίου.
Προς το παρόν, οι αναλυτές δεν βλέπουν μια επιθετική σειρά αυξήσεων επιτοκίων, καθώς: οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις παραμένουν περιορισμένες, οι δείκτες οικονομικού κλίματος συνεχίζουν να είναι αδύναμοι και οι αγορές ομολόγων έχουν ήδη συμβάλει στη σύσφιξη των χρηματοοικονομικών συνθηκών.
Η ΕΚΤ φαίνεται να επιδιώκει μια ισορροπία: να διατηρήσει την αξιοπιστία της απέναντι στον πληθωρισμό χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά την ήδη εύθραυστη οικονομική ανάπτυξη της ευρωζώνης.
www.bankingnews.gr
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Christine Lagarde, είχε ήδη αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής κατά τη συνέντευξη Τύπου μετά τη συνεδρίαση, αποκαλύπτοντας ότι στο τραπέζι δεν βρέθηκε μόνο η διατήρηση των επιτοκίων αλλά ακόμη και μια πιθανή αύξησή τους.
Σύμφωνα με τα πρακτικά, αρκετά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ δεν θα διαφωνούσαν με μια αύξηση επιτοκίων ήδη από την προηγούμενη συνεδρίαση. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι:
«Ορισμένα μέλη δεν θα είχαν αντιταχθεί σε αύξηση επιτοκίων στην τρέχουσα συνεδρίαση, εάν αυτό είχε τεθεί στο τραπέζι.»
Η συγκεκριμένη αναφορά ενισχύει το σενάριο ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προετοιμάζεται για πιο αποφασιστικές κινήσεις απέναντι στις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις στην ευρωζώνη.
Παράλληλα, τα πρακτικά υπογραμμίζουν ότι οι κίνδυνοι για την οικονομική ανάπτυξη έχουν αυξηθεί από τη συνεδρίαση του Μαρτίου, ενώ οι επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ συνεχίζουν να επηρεάζουν τις τιμές καταναλωτή.
Πληθωρισμός στην ευρωζώνη
Ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχολούν την ΕΚΤ είναι κατά πόσο ο σημερινός πληθωρισμός θα αποδειχθεί «παροδικός» ή αν οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και οι αυξήσεις στην ενέργεια θα προκαλέσουν πιο μόνιμες δευτερογενείς επιπτώσεις.
Τα πρακτικά αναφέρουν ότι οι επιδράσεις από το ενεργειακό σοκ μεταφέρονται σταδιακά σε διάφορες κατηγορίες προϊόντων, από τα καύσιμα έως τα τρόφιμα, με διαφορετικό χρονικό ορίζοντα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επιπτώσεις μπορεί να χρειαστούν πάνω από 15 μήνες για να φτάσουν στο μέγιστο επίπεδο.
Παράλληλα, η ΕΚΤ σημειώνει ότι οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό εξακολουθούν να παραμένουν κοντά στον στόχο του 2%, γεγονός που προσφέρει μια σχετική σταθερότητα στις αγορές.
Η επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ πραγματοποιείται σε περίπου δύο εβδομάδες και οι αγορές θεωρούν πλέον εξαιρετικά πιθανή μια αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια «ασφαλιστική» αύξηση επιτοκίων, καθώς η ΕΚΤ φαίνεται να θεωρεί ότι το κόστος μιας μικρής αύξησης είναι χαμηλότερο από το κόστος απώλειας αξιοπιστίας απέναντι στον πληθωρισμό.
Οι πρόσφατες δηλώσεις της Isabel Schnabel επιβεβαίωσαν αυτή την κατεύθυνση, με την ΕΚΤ να δείχνει αποφασισμένη να διατηρήσει υπό έλεγχο τις πληθωριστικές προσδοκίες.
Ακόμη και αν οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή αποκλιμακώνονταν άμεσα, οι επιπτώσεις στις τιμές ενέργειας και στον πληθωρισμό έχουν ήδη περάσει στην πραγματική οικονομία της ευρωζώνης.
Το μεγαλύτερο ερώτημα αφορά πλέον τη συνέχεια της νομισματικής πολιτικής μετά την πιθανή αύξηση επιτοκίων του Ιουνίου.
Προς το παρόν, οι αναλυτές δεν βλέπουν μια επιθετική σειρά αυξήσεων επιτοκίων, καθώς: οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις παραμένουν περιορισμένες, οι δείκτες οικονομικού κλίματος συνεχίζουν να είναι αδύναμοι και οι αγορές ομολόγων έχουν ήδη συμβάλει στη σύσφιξη των χρηματοοικονομικών συνθηκών.
Η ΕΚΤ φαίνεται να επιδιώκει μια ισορροπία: να διατηρήσει την αξιοπιστία της απέναντι στον πληθωρισμό χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά την ήδη εύθραυστη οικονομική ανάπτυξη της ευρωζώνης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών