H Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε ουσιαστικά το ενδεχόμενο νέων στρατιωτικών επιθέσεων κατά του Ιράν, προκαλώντας ένα σοβαρό πολιτικό πλήγμα στον Trump
Η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν και το Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή κρίση αξιοπιστίας, καθώς το Κογκρέσο εμφανίζεται ολοένα και πιο απρόθυμο να δώσει στον Donald Trump και στον Benjamin Netanyahu την ελευθερία κινήσεων που απολάμβαναν τα προηγούμενα χρόνια.
Σε μια ιδιαίτερα συμβολική εξέλιξη, η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε ουσιαστικά το ενδεχόμενο νέων στρατιωτικών επιθέσεων κατά του Ιράν, προκαλώντας ένα σοβαρό πολιτικό πλήγμα στον Trump.
Η απόφαση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς προήλθε όχι μόνο από Δημοκρατικούς αλλά και από Ρεπουμπλικάνους βουλευτές, οι οποίοι δείχνουν πλέον να αμφισβητούν ανοιχτά τη στρατηγική του Λευκού Οίκου.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μια βαθύτερη ανησυχία που εξαπλώνεται στην Ουάσιγκτον: ότι η αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο, με τεράστιο οικονομικό κόστος, αυξανόμενους γεωπολιτικούς κινδύνους και χωρίς ξεκάθαρο στρατηγικό αποτέλεσμα.
Το αδιέξοδο της πολιτικής Trump απέναντι στο Ιράν
Παρά τη σκληρή ρητορική των τελευταίων ετών, ο ίδιος ο Trump εμφανίζεται πλέον πολύ πιο προσεκτικός όταν αναφέρεται στο Ιράν.
Η πραγματικότητα στο πεδίο φαίνεται να έχει διαψεύσει τις αρχικές εκτιμήσεις της Ουάσιγκτον, καθώς η Τεχεράνη όχι μόνο διατήρησε τις στρατηγικές της δυνατότητες αλλά κατάφερε να ενισχύσει σημαντικά την αποτρεπτική της ισχύ.
Η κατάσταση στα Στενά του Hormuz συνεχίζει να προκαλεί αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, ενώ η αβεβαιότητα γύρω από τη ναυσιπλοΐα και τις εξαγωγές πετρελαίου απειλεί την παγκόσμια οικονομία.
Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικές επιχειρήσεις και οι καταναλωτές βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένο ενεργειακό κόστος, αποτέλεσμα μιας πολιτικής που πολλοί πλέον θεωρούν αποτυχημένη.
Το γεγονός ότι ο Trump αναγκάζεται να επικεντρώνει όλο και περισσότερο τις επιθέσεις του σε εσωτερικούς πολιτικούς αντιπάλους και λιγότερο σε εξωτερικά μέτωπα αποτελεί ένδειξη ότι το πολιτικό του κεφάλαιο φθείρεται.
Η εικόνα του ηγέτη που επιβάλλει τις εξελίξεις φαίνεται να δίνει τη θέση της σε έναν πρόεδρο που καλείται να διαχειριστεί τις συνέπειες επιλογών οι οποίες δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Το Κογκρέσο αντιδρά στην άνευ όρων στήριξη προς το Ισραήλ
Παράλληλα με τη συζήτηση για το Ιράν, στο Κογκρέσο εξελίσσεται μια εξίσου σημαντική αντιπαράθεση γύρω από τις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το λεγόμενο «Section 224», μια διάταξη που σύμφωνα με επικριτές της ανοίγει τον δρόμο για πρωτοφανή στρατιωτική και τεχνολογική ενοποίηση μεταξύ των δύο χωρών.
Η πρόταση προβλέπει επέκταση της συνεργασίας σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα αυτόνομα συστήματα, η κυβερνοασφάλεια, η βιοτεχνολογία, η κβαντική τεχνολογία και η ανταλλαγή στρατιωτικών δεδομένων.
Επικριτές της διάταξης προειδοποιούν ότι η συνεργασία αυτή υπερβαίνει κατά πολύ την παραδοσιακή στρατιωτική βοήθεια και δημιουργεί έναν ενιαίο αμερικανοϊσραηλινό στρατιωτικοβιομηχανικό μηχανισμό με περιορισμένη δημόσια λογοδοσία.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι παρεμβάσεις βουλευτών που αμφισβήτησαν ανοιχτά το κατά πόσο η αμερικανική εξωτερική πολιτική εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών ή τις επιδιώξεις της κυβέρνησης Netanyahu.
Ο Ro Khanna κατηγόρησε ευθέως τον Benjamin Netanyahu ότι επιχειρεί να υπαγορεύσει πολιτικές αποφάσεις στην Ουάσιγκτον, τονίζοντας ότι η αμερικανική κυριαρχία δεν μπορεί να υποκαθίσταται από τις προτεραιότητες οποιασδήποτε ξένης κυβέρνησης.
Ακόμη πιο ηχηρή ήταν η παρέμβαση της Sara Jacobs, η οποία προειδοποίησε ότι η προτεινόμενη συνεργασία παρακάμπτει βασικούς μηχανισμούς ελέγχου και δεν περιλαμβάνει ουσιαστικές εγγυήσεις για ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή συμμόρφωσης με το διεθνές δίκαιο.

Η στρατηγική Netanyahu προκαλεί αντιδράσεις ακόμη και στην Ουάσιγκτον
Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και βουλευτές που υποστηρίζουν τη στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ αναγνώρισαν ότι η πολιτική του Benjamin Netanyahu απέναντι στο Ιράν έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα για τα αμερικανικά συμφέροντα.
Ο Adam Smith παραδέχθηκε ότι ο πόλεμος με το Ιράν δεν αποδυνάμωσε την Τεχεράνη, αλλά αντίθετα ενίσχυσε τη θέση της, ενώ ταυτόχρονα αποδυνάμωσε τη στρατηγική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή.
Η παραδοχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς προέρχεται από στελέχη του αμερικανικού πολιτικού συστήματος που παραδοσιακά υποστήριζαν τη στενή συνεργασία με το Ισραήλ.
Ρωγμές στο πολιτικό οικοδόμημα Trump
Οι τελευταίες εξελίξεις αποκαλύπτουν ότι η πολιτική συναίνεση που επί δεκαετίες χαρακτήριζε τις αμερικανικές παρεμβάσεις στη Μέση Ανατολή αρχίζει να παρουσιάζει σοβαρές ρωγμές.
Η αντίσταση του Κογκρέσου σε νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, οι αυξανόμενες αμφισβητήσεις για το εύρος της στρατιωτικής συνεργασίας με το Ισραήλ και η εντεινόμενη κριτική προς τον Benjamin Netanyahu συνθέτουν ένα νέο πολιτικό τοπίο.
Το βασικό ερώτημα πλέον είναι εάν η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να επενδύει σε μια στρατηγική που έχει οδηγήσει σε διαδοχικές κρίσεις στη Μέση Ανατολή ή αν θα αναγκαστεί να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές της. Προς το παρόν, το μόνο βέβαιο είναι ότι η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν και το Ισραήλ αντιμετωπίζει τη σοβαρότερη εσωτερική αμφισβήτηση των τελευταίων ετών.

Απίστευτη επιρροή του Ισραήλ στο αμυντικό σύστημα των ΗΠΑ
Οι επικριτές της στρατιωτικής συγχώνευσης υποστηρίζουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραχωρούν πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες και σε ευαίσθητες δομές ασφαλείας χωρίς να λαμβάνουν αντίστοιχα οφέλη.
Σύμφωνα με τους ίδιους, η Ουάσιγκτον κινδυνεύει να δημιουργήσει ένα προηγούμενο όπου μια ξένη χώρα αποκτά βαθμό επιρροής στο αμερικανικό αμυντικό σύστημα που καμία άλλη σύμμαχος χώρα δεν διαθέτει.
Η κριτική δεν περιορίζεται στην ασφάλεια.
Θεωρούν ότι η νέα στρατηγική επιχειρεί να αλλάξει την εικόνα της αμερικανικής βοήθειας προς το Ισραήλ.
Αντί να παρουσιάζεται ως οικονομική ενίσχυση προς μια ξένη χώρα, επιδιώκεται να παρουσιαστεί ως αμοιβαία βιομηχανική συνεργασία που δημιουργεί θέσεις εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Με αυτόν τον τρόπο, υποστηρίζουν, η συζήτηση μεταφέρεται από το ερώτημα «γιατί χρηματοδοτούμε το Ισραήλ;» στο ερώτημα «γιατί να μην υποστηρίξουμε θέσεις εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες;».
Υπενθυμίζεται πως το Ισραήλ λαμβάνει ετησίως 3,8 δισ. δολάρια σε στρατιωτική βοήθεια από τις ΗΠΑ.

«Γιατί χρηματοδοτούμε το Ισραήλ;»
Η αμερικανική κοινή γνώμη δεν αντιμετωπίζει πλέον το Ισραήλ με την ίδια ομοφωνία που χαρακτήριζε προηγούμενες δεκαετίες.
Οι νεότερες γενιές εμφανίζονται πιο επικριτικές απέναντι στις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις και πιο επιφυλακτικές απέναντι στην ιδέα ότι οι αμερικανικοί πόροι πρέπει να χρησιμοποιούνται για την υποστήριξη συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, αυξάνεται και η δυσαρέσκεια για το συνολικό κόστος της αμερικανικής εμπλοκής στην περιοχή.
Ο πόλεμος με το Ιράν, σύμφωνα με τους επικριτές της αμερικανικής πολιτικής, κόστισε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια στους Αμερικανούς φορολογούμενους χωρίς να προσφέρει κάποιο σαφές στρατηγικό όφελος στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αντίθετα, πολλοί θεωρούν ότι οι βασικοί ωφελημένοι ήταν το Ισραήλ και οι περιφερειακοί του στόχοι.
Το επιχείρημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν αυξανόμενο δημόσιο χρέος, προβλήματα υποδομών και κοινωνικές πιέσεις στο εσωτερικό τους.
Γιατί, αναρωτιούνται πολλοί Αμερικανοί, να συνεχίσουν να δαπανούν τεράστια ποσά στο εξωτερικό όταν υπάρχουν τόσες ανεκπλήρωτες ανάγκες στο εσωτερικό;
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το πραγματικό ζήτημα δεν είναι αν το Ισραήλ αποτελεί σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών.
www.bankingnews.gr
Σε μια ιδιαίτερα συμβολική εξέλιξη, η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε ουσιαστικά το ενδεχόμενο νέων στρατιωτικών επιθέσεων κατά του Ιράν, προκαλώντας ένα σοβαρό πολιτικό πλήγμα στον Trump.
Η απόφαση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς προήλθε όχι μόνο από Δημοκρατικούς αλλά και από Ρεπουμπλικάνους βουλευτές, οι οποίοι δείχνουν πλέον να αμφισβητούν ανοιχτά τη στρατηγική του Λευκού Οίκου.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μια βαθύτερη ανησυχία που εξαπλώνεται στην Ουάσιγκτον: ότι η αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο, με τεράστιο οικονομικό κόστος, αυξανόμενους γεωπολιτικούς κινδύνους και χωρίς ξεκάθαρο στρατηγικό αποτέλεσμα.
Το αδιέξοδο της πολιτικής Trump απέναντι στο Ιράν
Παρά τη σκληρή ρητορική των τελευταίων ετών, ο ίδιος ο Trump εμφανίζεται πλέον πολύ πιο προσεκτικός όταν αναφέρεται στο Ιράν.
Η πραγματικότητα στο πεδίο φαίνεται να έχει διαψεύσει τις αρχικές εκτιμήσεις της Ουάσιγκτον, καθώς η Τεχεράνη όχι μόνο διατήρησε τις στρατηγικές της δυνατότητες αλλά κατάφερε να ενισχύσει σημαντικά την αποτρεπτική της ισχύ.
Η κατάσταση στα Στενά του Hormuz συνεχίζει να προκαλεί αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, ενώ η αβεβαιότητα γύρω από τη ναυσιπλοΐα και τις εξαγωγές πετρελαίου απειλεί την παγκόσμια οικονομία.
Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικές επιχειρήσεις και οι καταναλωτές βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένο ενεργειακό κόστος, αποτέλεσμα μιας πολιτικής που πολλοί πλέον θεωρούν αποτυχημένη.
Το γεγονός ότι ο Trump αναγκάζεται να επικεντρώνει όλο και περισσότερο τις επιθέσεις του σε εσωτερικούς πολιτικούς αντιπάλους και λιγότερο σε εξωτερικά μέτωπα αποτελεί ένδειξη ότι το πολιτικό του κεφάλαιο φθείρεται.
Η εικόνα του ηγέτη που επιβάλλει τις εξελίξεις φαίνεται να δίνει τη θέση της σε έναν πρόεδρο που καλείται να διαχειριστεί τις συνέπειες επιλογών οι οποίες δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Το Κογκρέσο αντιδρά στην άνευ όρων στήριξη προς το Ισραήλ
Παράλληλα με τη συζήτηση για το Ιράν, στο Κογκρέσο εξελίσσεται μια εξίσου σημαντική αντιπαράθεση γύρω από τις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το λεγόμενο «Section 224», μια διάταξη που σύμφωνα με επικριτές της ανοίγει τον δρόμο για πρωτοφανή στρατιωτική και τεχνολογική ενοποίηση μεταξύ των δύο χωρών.
Η πρόταση προβλέπει επέκταση της συνεργασίας σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα αυτόνομα συστήματα, η κυβερνοασφάλεια, η βιοτεχνολογία, η κβαντική τεχνολογία και η ανταλλαγή στρατιωτικών δεδομένων.
Επικριτές της διάταξης προειδοποιούν ότι η συνεργασία αυτή υπερβαίνει κατά πολύ την παραδοσιακή στρατιωτική βοήθεια και δημιουργεί έναν ενιαίο αμερικανοϊσραηλινό στρατιωτικοβιομηχανικό μηχανισμό με περιορισμένη δημόσια λογοδοσία.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι παρεμβάσεις βουλευτών που αμφισβήτησαν ανοιχτά το κατά πόσο η αμερικανική εξωτερική πολιτική εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών ή τις επιδιώξεις της κυβέρνησης Netanyahu.
Ο Ro Khanna κατηγόρησε ευθέως τον Benjamin Netanyahu ότι επιχειρεί να υπαγορεύσει πολιτικές αποφάσεις στην Ουάσιγκτον, τονίζοντας ότι η αμερικανική κυριαρχία δεν μπορεί να υποκαθίσταται από τις προτεραιότητες οποιασδήποτε ξένης κυβέρνησης.
Ακόμη πιο ηχηρή ήταν η παρέμβαση της Sara Jacobs, η οποία προειδοποίησε ότι η προτεινόμενη συνεργασία παρακάμπτει βασικούς μηχανισμούς ελέγχου και δεν περιλαμβάνει ουσιαστικές εγγυήσεις για ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή συμμόρφωσης με το διεθνές δίκαιο.

Η στρατηγική Netanyahu προκαλεί αντιδράσεις ακόμη και στην Ουάσιγκτον
Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και βουλευτές που υποστηρίζουν τη στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ αναγνώρισαν ότι η πολιτική του Benjamin Netanyahu απέναντι στο Ιράν έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα για τα αμερικανικά συμφέροντα.
Ο Adam Smith παραδέχθηκε ότι ο πόλεμος με το Ιράν δεν αποδυνάμωσε την Τεχεράνη, αλλά αντίθετα ενίσχυσε τη θέση της, ενώ ταυτόχρονα αποδυνάμωσε τη στρατηγική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή.
Η παραδοχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς προέρχεται από στελέχη του αμερικανικού πολιτικού συστήματος που παραδοσιακά υποστήριζαν τη στενή συνεργασία με το Ισραήλ.
Ρωγμές στο πολιτικό οικοδόμημα Trump
Οι τελευταίες εξελίξεις αποκαλύπτουν ότι η πολιτική συναίνεση που επί δεκαετίες χαρακτήριζε τις αμερικανικές παρεμβάσεις στη Μέση Ανατολή αρχίζει να παρουσιάζει σοβαρές ρωγμές.
Η αντίσταση του Κογκρέσου σε νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, οι αυξανόμενες αμφισβητήσεις για το εύρος της στρατιωτικής συνεργασίας με το Ισραήλ και η εντεινόμενη κριτική προς τον Benjamin Netanyahu συνθέτουν ένα νέο πολιτικό τοπίο.
Το βασικό ερώτημα πλέον είναι εάν η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να επενδύει σε μια στρατηγική που έχει οδηγήσει σε διαδοχικές κρίσεις στη Μέση Ανατολή ή αν θα αναγκαστεί να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές της. Προς το παρόν, το μόνο βέβαιο είναι ότι η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν και το Ισραήλ αντιμετωπίζει τη σοβαρότερη εσωτερική αμφισβήτηση των τελευταίων ετών.

Απίστευτη επιρροή του Ισραήλ στο αμυντικό σύστημα των ΗΠΑ
Οι επικριτές της στρατιωτικής συγχώνευσης υποστηρίζουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραχωρούν πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες και σε ευαίσθητες δομές ασφαλείας χωρίς να λαμβάνουν αντίστοιχα οφέλη.
Σύμφωνα με τους ίδιους, η Ουάσιγκτον κινδυνεύει να δημιουργήσει ένα προηγούμενο όπου μια ξένη χώρα αποκτά βαθμό επιρροής στο αμερικανικό αμυντικό σύστημα που καμία άλλη σύμμαχος χώρα δεν διαθέτει.
Η κριτική δεν περιορίζεται στην ασφάλεια.
Θεωρούν ότι η νέα στρατηγική επιχειρεί να αλλάξει την εικόνα της αμερικανικής βοήθειας προς το Ισραήλ.
Αντί να παρουσιάζεται ως οικονομική ενίσχυση προς μια ξένη χώρα, επιδιώκεται να παρουσιαστεί ως αμοιβαία βιομηχανική συνεργασία που δημιουργεί θέσεις εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Με αυτόν τον τρόπο, υποστηρίζουν, η συζήτηση μεταφέρεται από το ερώτημα «γιατί χρηματοδοτούμε το Ισραήλ;» στο ερώτημα «γιατί να μην υποστηρίξουμε θέσεις εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες;».
Υπενθυμίζεται πως το Ισραήλ λαμβάνει ετησίως 3,8 δισ. δολάρια σε στρατιωτική βοήθεια από τις ΗΠΑ.

«Γιατί χρηματοδοτούμε το Ισραήλ;»
Η αμερικανική κοινή γνώμη δεν αντιμετωπίζει πλέον το Ισραήλ με την ίδια ομοφωνία που χαρακτήριζε προηγούμενες δεκαετίες.
Οι νεότερες γενιές εμφανίζονται πιο επικριτικές απέναντι στις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις και πιο επιφυλακτικές απέναντι στην ιδέα ότι οι αμερικανικοί πόροι πρέπει να χρησιμοποιούνται για την υποστήριξη συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, αυξάνεται και η δυσαρέσκεια για το συνολικό κόστος της αμερικανικής εμπλοκής στην περιοχή.
Ο πόλεμος με το Ιράν, σύμφωνα με τους επικριτές της αμερικανικής πολιτικής, κόστισε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια στους Αμερικανούς φορολογούμενους χωρίς να προσφέρει κάποιο σαφές στρατηγικό όφελος στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αντίθετα, πολλοί θεωρούν ότι οι βασικοί ωφελημένοι ήταν το Ισραήλ και οι περιφερειακοί του στόχοι.
Το επιχείρημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν αυξανόμενο δημόσιο χρέος, προβλήματα υποδομών και κοινωνικές πιέσεις στο εσωτερικό τους.
Γιατί, αναρωτιούνται πολλοί Αμερικανοί, να συνεχίσουν να δαπανούν τεράστια ποσά στο εξωτερικό όταν υπάρχουν τόσες ανεκπλήρωτες ανάγκες στο εσωτερικό;
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το πραγματικό ζήτημα δεν είναι αν το Ισραήλ αποτελεί σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών