Η αμερικανική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα συγκρούσεων που ξεκίνησαν με μεγάλες προσδοκίες και κατέληξαν σε πολιτικά αδιέξοδα - Τέτοιος πόλεμος είναι και αυτός που ξεκίνησε ο Trump με το Ιράν
Μετά από μήνες πολεμικής κλιμάκωσης, χιλιάδες θύματα, τεράστιο οικονομικό κόστος και σοβαρούς κινδύνους αποσταθεροποίησης ολόκληρης της Μέσης Ανατολής, η Ουάσιγκτον φαίνεται να επιστρέφει τελικά εκεί από όπου δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε απομακρυνθεί: στη διπλωματία.
Η απόφαση του Donald Trump να προχωρήσει σε συμφωνία με την Τεχεράνη και να βάλει τέλος σε έναν πόλεμο που πολλοί χαρακτηρίζουν αχρείαστο και στρατηγικά αδιέξοδο, αποτελεί έμμεση παραδοχή ότι η πολιτική της πίεσης, των απειλών και της στρατιωτικής αντιπαράθεσης απέναντι στο Ιράν απέτυχε, εξηγεί σε ανάλυσή του ο Trita Parsi εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Quincy Institute.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που έρχεται να δικαιώσει όσους εδώ και χρόνια προειδοποιούσαν ότι η εγκατάλειψη της πυρηνικής συμφωνίας του 2015 θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε νέα κρίση.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο, πως η ανάλυση του Parsi τιτλοφορείται «Ο Trump τελείωσε τον ηλίθιο πόλεμο με το Ιράν» υποστηρίζοντας πως δικαίως τον χλευάζει ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Barack Obama.
Το λάθος που άνοιξε τον δρόμο για τον πόλεμο
Όταν ο Donald Trump απέσυρε μονομερώς τις Ηνωμένες Πολιτείες από τη συμφωνία JCPOA το 2018, η απόφαση παρουσιάστηκε ως μέσο άσκησης μέγιστης πίεσης προς την Τεχεράνη.
Στην πράξη όμως, η αποχώρηση από μια διεθνή συμφωνία που είχε εγκριθεί από τον ΟΗΕ και υποστηριζόταν από τις μεγαλύτερες δυνάμεις του κόσμου δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη σημερινή κρίση.
Η λογική της Ουάσιγκτον ήταν ότι μέσω κυρώσεων, στρατιωτικών απειλών και διπλωματικής απομόνωσης θα μπορούσε να εξαναγκάσει το Ιράν σε υποχωρήσεις.
Αντί γι' αυτό, η Τεχεράνη όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά κατάφερε να διατηρήσει την πολιτική και στρατηγική της συνοχή, αποδεικνύοντας ότι η πίεση δεν αρκεί για να λυγίσει ένα κράτος με ισχυρούς θεσμούς, περιφερειακή επιρροή και βαθιά ιστορική ταυτότητα.
Ο πόλεμος που δεν έπρεπε να ξεκινήσει
Το βασικό ερώτημα που τίθεται σήμερα δεν είναι αν η νέα συμφωνία είναι καλύτερη ή χειρότερη από την προηγούμενη.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο απλό:
Άξιζε αυτός ο πόλεμος;
Για πολλούς αναλυτές η απάντηση είναι ξεκάθαρη: όχι.
Η ιδέα ότι μια στρατιωτική σύγκρουση θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών αποδείχθηκε λανθασμένη.
Η ιστορία σπάνια επιβεβαιώνει την άποψη ότι ένας πόλεμος επιλογής οδηγεί αυτόματα σε καλύτερες πολιτικές συμφωνίες.
Αντιθέτως, οι πόλεμοι συχνά παράγουν περισσότερη αστάθεια, αυξάνουν το οικονομικό κόστος και περιορίζουν τις δυνατότητες συμβιβασμού.
Η περίπτωση του Ιράν δεν αποτέλεσε εξαίρεση, επισημαίνει ο Parsi.
Παρά τη στρατιωτική και οικονομική υπεροχή της Ουάσιγκτον, η Τεχεράνη διατήρησε την ικανότητα αντίδρασης και επέδειξε ότι διαθέτει σημαντικά περιφερειακά και στρατηγικά εργαλεία αποτροπής.
Η κατάρα των ατελείωτων πολέμων
Η αμερικανική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα συγκρούσεων που ξεκίνησαν με μεγάλες προσδοκίες και κατέληξαν σε πολιτικά αδιέξοδα.
Από το Βιετνάμ μέχρι το Αφγανιστάν, διαδοχικές κυβερνήσεις αρνήθηκαν να αποδεχθούν την πραγματικότητα όταν οι αρχικοί στόχοι αποδείχθηκαν ανέφικτοι.
Αντί να αναγνωρίσουν την αποτυχία, επέλεξαν να παρατείνουν τις συγκρούσεις.
Κάθε νέα αποτυχία γινόταν επιχείρημα για περισσότερη στρατιωτική εμπλοκή.
Κάθε στρατιωτικό αδιέξοδο παρουσιαζόταν ως λόγος για περαιτέρω κλιμάκωση.
Έτσι γεννιούνται οι ατελείωτοι πόλεμοι, αποφαίνεται ο Parsi.
Οι πολιτικοί αρχίζουν να φοβούνται περισσότερο το πολιτικό κόστος της παραδοχής ενός λάθους παρά το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος της συνέχισης μιας αποτυχημένης στρατηγικής.
Το μάθημα του Αφγανιστάν
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε το Αφγανιστάν
Για σχεδόν δύο δεκαετίες, Αμερικανοί αξιωματούχοι διαβεβαίωναν τους πολίτες ότι η νίκη βρισκόταν κοντά.
Έξι μήνες ακόμη.
Ένας χρόνος ακόμη.
Λίγη περισσότερη υπομονή.
Ωστόσο, τα αρχεία του Αφγανιστάν αποκάλυψαν αργότερα ότι πολλοί από τους ίδιους αξιωματούχους γνώριζαν πως ο πόλεμος δεν οδηγούσε πουθενά.
Παρόλα αυτά, συνέχισαν.
Όταν τελικά οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχώρησαν, είχαν δαπανήσει πάνω από δύο τρισεκατομμύρια δολάρια, είχαν χάσει χιλιάδες στρατιώτες και είχαν αφήσει πίσω εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς.
Το τελικό αποτέλεσμα ήταν αποκαλυπτικό:
Μετά από είκοσι χρόνια πολέμου, το Αφγανιστάν επέστρεψε ουσιαστικά στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε.
Το Ιράν δεν είναι Αφγανιστάν
Αυτό ακριβώς φαίνεται να συνειδητοποίησε η Ουάσιγκτον.
Το Ιράν δεν είναι μια απομονωμένη χώρα χωρίς στρατηγικό βάθος.
Πρόκειται για μία από τις ισχυρότερες περιφερειακές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, με ανεπτυγμένες στρατιωτικές δυνατότητες, σημαντική βιομηχανική βάση και ισχυρές διεθνείς σχέσεις.
Η συνέχιση της σύγκρουσης δεν θα οδηγούσε αναγκαστικά σε νίκη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αντίθετα, θα μπορούσε να προκαλέσει βαθύτερη αποσταθεροποίηση της περιοχής, νέες ενεργειακές κρίσεις και περαιτέρω αποδυνάμωση της αμερικανικής επιρροής.
Ο ρόλος του Benjamin Netanyahu
Ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για τη διατήρηση της συμφωνίας θεωρείται από πολλούς αναλυτές η κυβέρνηση του Benjamin Netanyahu.
Εδώ και χρόνια, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός αντιτίθεται σε κάθε προσπάθεια προσέγγισης μεταξύ της Τεχεράνης και της Ουάσιγκτον.
Από την περίοδο της JCPOA μέχρι σήμερα, το Tel Aviv έχει αντιμετωπίσει με καχυποψία οποιαδήποτε διπλωματική πρωτοβουλία που θα μπορούσε να μειώσει την ένταση μεταξύ των δύο χωρών.
Οι επικριτές της ισραηλινής πολιτικής υποστηρίζουν ότι η στρατηγική του Benjamin Netanyahu βασίζεται στη διατήρηση ενός μόνιμου κλίματος αντιπαράθεσης με το Ιράν, καθώς αυτό ενισχύει τη γεωπολιτική θέση του Ισραήλ στην περιοχή.
Για τον λόγο αυτό, αρκετές φωνές στις Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση πρέπει να διασφαλίσει ότι εξωτερικοί παράγοντες δεν θα μπορέσουν να υπονομεύσουν μια συμφωνία που μπορεί να αποτρέψει μια νέα πολεμική αναμέτρηση.
Η ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί
Το βασικό διακύβευμα πλέον δεν είναι η πολιτική επιβίωση του Donald Trump ούτε η κομματική αντιπαράθεση στην Ουάσιγκτον.
Το πραγματικό ζήτημα είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διδαχθούν από τα λάθη των τελευταίων δεκαετιών ή αν θα επαναλάβουν το ίδιο μοντέλο ατελείωτων πολέμων που έχει κοστίσει τρισεκατομμύρια δολάρια και εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές.
Η συμφωνία με την Τεχεράνη δεν σημαίνει ότι εξαφανίζονται οι διαφορές μεταξύ των δύο χωρών.
Σημαίνει όμως ότι η διπλωματία υπερισχύει της στρατιωτικής σύγκρουσης.
Και μετά από χρόνια πολέμων, αποτυχημένων επεμβάσεων και γεωπολιτικών αδιεξόδων, αυτό ίσως αποτελεί τη σημαντικότερη νίκη για τη σταθερότητα της περιοχής.
Η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα δεν είναι να ξεκινήσει ένας νέος πόλεμος.
Είναι να διασφαλιστεί ότι ο προηγούμενος δεν θα επαναληφθεί.
www.bankingnews.gr
Η απόφαση του Donald Trump να προχωρήσει σε συμφωνία με την Τεχεράνη και να βάλει τέλος σε έναν πόλεμο που πολλοί χαρακτηρίζουν αχρείαστο και στρατηγικά αδιέξοδο, αποτελεί έμμεση παραδοχή ότι η πολιτική της πίεσης, των απειλών και της στρατιωτικής αντιπαράθεσης απέναντι στο Ιράν απέτυχε, εξηγεί σε ανάλυσή του ο Trita Parsi εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Quincy Institute.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που έρχεται να δικαιώσει όσους εδώ και χρόνια προειδοποιούσαν ότι η εγκατάλειψη της πυρηνικής συμφωνίας του 2015 θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε νέα κρίση.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο, πως η ανάλυση του Parsi τιτλοφορείται «Ο Trump τελείωσε τον ηλίθιο πόλεμο με το Ιράν» υποστηρίζοντας πως δικαίως τον χλευάζει ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Barack Obama.
Το λάθος που άνοιξε τον δρόμο για τον πόλεμο
Όταν ο Donald Trump απέσυρε μονομερώς τις Ηνωμένες Πολιτείες από τη συμφωνία JCPOA το 2018, η απόφαση παρουσιάστηκε ως μέσο άσκησης μέγιστης πίεσης προς την Τεχεράνη.
Στην πράξη όμως, η αποχώρηση από μια διεθνή συμφωνία που είχε εγκριθεί από τον ΟΗΕ και υποστηριζόταν από τις μεγαλύτερες δυνάμεις του κόσμου δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη σημερινή κρίση.
Η λογική της Ουάσιγκτον ήταν ότι μέσω κυρώσεων, στρατιωτικών απειλών και διπλωματικής απομόνωσης θα μπορούσε να εξαναγκάσει το Ιράν σε υποχωρήσεις.
Αντί γι' αυτό, η Τεχεράνη όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά κατάφερε να διατηρήσει την πολιτική και στρατηγική της συνοχή, αποδεικνύοντας ότι η πίεση δεν αρκεί για να λυγίσει ένα κράτος με ισχυρούς θεσμούς, περιφερειακή επιρροή και βαθιά ιστορική ταυτότητα.
Ο πόλεμος που δεν έπρεπε να ξεκινήσει
Το βασικό ερώτημα που τίθεται σήμερα δεν είναι αν η νέα συμφωνία είναι καλύτερη ή χειρότερη από την προηγούμενη.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο απλό:
Άξιζε αυτός ο πόλεμος;
Για πολλούς αναλυτές η απάντηση είναι ξεκάθαρη: όχι.
Η ιδέα ότι μια στρατιωτική σύγκρουση θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών αποδείχθηκε λανθασμένη.
Η ιστορία σπάνια επιβεβαιώνει την άποψη ότι ένας πόλεμος επιλογής οδηγεί αυτόματα σε καλύτερες πολιτικές συμφωνίες.
Αντιθέτως, οι πόλεμοι συχνά παράγουν περισσότερη αστάθεια, αυξάνουν το οικονομικό κόστος και περιορίζουν τις δυνατότητες συμβιβασμού.
Η περίπτωση του Ιράν δεν αποτέλεσε εξαίρεση, επισημαίνει ο Parsi.
Παρά τη στρατιωτική και οικονομική υπεροχή της Ουάσιγκτον, η Τεχεράνη διατήρησε την ικανότητα αντίδρασης και επέδειξε ότι διαθέτει σημαντικά περιφερειακά και στρατηγικά εργαλεία αποτροπής.
Η κατάρα των ατελείωτων πολέμων
Η αμερικανική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα συγκρούσεων που ξεκίνησαν με μεγάλες προσδοκίες και κατέληξαν σε πολιτικά αδιέξοδα.
Από το Βιετνάμ μέχρι το Αφγανιστάν, διαδοχικές κυβερνήσεις αρνήθηκαν να αποδεχθούν την πραγματικότητα όταν οι αρχικοί στόχοι αποδείχθηκαν ανέφικτοι.
Αντί να αναγνωρίσουν την αποτυχία, επέλεξαν να παρατείνουν τις συγκρούσεις.
Κάθε νέα αποτυχία γινόταν επιχείρημα για περισσότερη στρατιωτική εμπλοκή.
Κάθε στρατιωτικό αδιέξοδο παρουσιαζόταν ως λόγος για περαιτέρω κλιμάκωση.
Έτσι γεννιούνται οι ατελείωτοι πόλεμοι, αποφαίνεται ο Parsi.
Οι πολιτικοί αρχίζουν να φοβούνται περισσότερο το πολιτικό κόστος της παραδοχής ενός λάθους παρά το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος της συνέχισης μιας αποτυχημένης στρατηγικής.
Το μάθημα του Αφγανιστάν
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε το Αφγανιστάν
Για σχεδόν δύο δεκαετίες, Αμερικανοί αξιωματούχοι διαβεβαίωναν τους πολίτες ότι η νίκη βρισκόταν κοντά.
Έξι μήνες ακόμη.
Ένας χρόνος ακόμη.
Λίγη περισσότερη υπομονή.
Ωστόσο, τα αρχεία του Αφγανιστάν αποκάλυψαν αργότερα ότι πολλοί από τους ίδιους αξιωματούχους γνώριζαν πως ο πόλεμος δεν οδηγούσε πουθενά.
Παρόλα αυτά, συνέχισαν.
Όταν τελικά οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχώρησαν, είχαν δαπανήσει πάνω από δύο τρισεκατομμύρια δολάρια, είχαν χάσει χιλιάδες στρατιώτες και είχαν αφήσει πίσω εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς.
Το τελικό αποτέλεσμα ήταν αποκαλυπτικό:
Μετά από είκοσι χρόνια πολέμου, το Αφγανιστάν επέστρεψε ουσιαστικά στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε.
Το Ιράν δεν είναι Αφγανιστάν
Αυτό ακριβώς φαίνεται να συνειδητοποίησε η Ουάσιγκτον.
Το Ιράν δεν είναι μια απομονωμένη χώρα χωρίς στρατηγικό βάθος.
Πρόκειται για μία από τις ισχυρότερες περιφερειακές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, με ανεπτυγμένες στρατιωτικές δυνατότητες, σημαντική βιομηχανική βάση και ισχυρές διεθνείς σχέσεις.
Η συνέχιση της σύγκρουσης δεν θα οδηγούσε αναγκαστικά σε νίκη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αντίθετα, θα μπορούσε να προκαλέσει βαθύτερη αποσταθεροποίηση της περιοχής, νέες ενεργειακές κρίσεις και περαιτέρω αποδυνάμωση της αμερικανικής επιρροής.
Ο ρόλος του Benjamin Netanyahu
Ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για τη διατήρηση της συμφωνίας θεωρείται από πολλούς αναλυτές η κυβέρνηση του Benjamin Netanyahu.
Εδώ και χρόνια, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός αντιτίθεται σε κάθε προσπάθεια προσέγγισης μεταξύ της Τεχεράνης και της Ουάσιγκτον.
Από την περίοδο της JCPOA μέχρι σήμερα, το Tel Aviv έχει αντιμετωπίσει με καχυποψία οποιαδήποτε διπλωματική πρωτοβουλία που θα μπορούσε να μειώσει την ένταση μεταξύ των δύο χωρών.
Οι επικριτές της ισραηλινής πολιτικής υποστηρίζουν ότι η στρατηγική του Benjamin Netanyahu βασίζεται στη διατήρηση ενός μόνιμου κλίματος αντιπαράθεσης με το Ιράν, καθώς αυτό ενισχύει τη γεωπολιτική θέση του Ισραήλ στην περιοχή.
Για τον λόγο αυτό, αρκετές φωνές στις Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση πρέπει να διασφαλίσει ότι εξωτερικοί παράγοντες δεν θα μπορέσουν να υπονομεύσουν μια συμφωνία που μπορεί να αποτρέψει μια νέα πολεμική αναμέτρηση.
Η ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί
Το βασικό διακύβευμα πλέον δεν είναι η πολιτική επιβίωση του Donald Trump ούτε η κομματική αντιπαράθεση στην Ουάσιγκτον.
Το πραγματικό ζήτημα είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διδαχθούν από τα λάθη των τελευταίων δεκαετιών ή αν θα επαναλάβουν το ίδιο μοντέλο ατελείωτων πολέμων που έχει κοστίσει τρισεκατομμύρια δολάρια και εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές.
Η συμφωνία με την Τεχεράνη δεν σημαίνει ότι εξαφανίζονται οι διαφορές μεταξύ των δύο χωρών.
Σημαίνει όμως ότι η διπλωματία υπερισχύει της στρατιωτικής σύγκρουσης.
Και μετά από χρόνια πολέμων, αποτυχημένων επεμβάσεων και γεωπολιτικών αδιεξόδων, αυτό ίσως αποτελεί τη σημαντικότερη νίκη για τη σταθερότητα της περιοχής.
Η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα δεν είναι να ξεκινήσει ένας νέος πόλεμος.
Είναι να διασφαλιστεί ότι ο προηγούμενος δεν θα επαναληφθεί.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών