Oι αυτοκινητοβιομηχανίες «ξαναμπαίνουν στον πόλεμο»: Η GM με τη Lockheed και η Renault με τη Thales ενώνουν δυνάμεις για αύξηση της παραγωγής πυραύλων και drones
«Τι κοινό έχουν ένας αναχαιτιστής αεράμυνας THAAD με μια Corvette (το εμβληματικό αμερικανικό διθέσιο σπορ αυτοκίνητο της General Motors);» ρώτησε ο COO της Lockheed Martin, Frank St. John.
«Και τα δύο είναι προϊόντα υψηλής μηχανικής, κατασκευάζονται με μεγάλη ακρίβεια, διαθέτουν εκτεταμένες και ποικιλόμορφες εφοδιαστικές αλυσίδες και παράγονται σε μεγάλους ρυθμούς.»
Με αυτά τα λόγια, η Lockheed ανακοίνωσε την είσοδο της General Motors στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, συνέβαινε κάτι παρόμοιο στην Ευρώπη, όπου η Renault, μία από τις παλαιότερες και πιο επιτυχημένες αυτοκινητοβιομηχανίες της Γαλλίας, ανακοίνωσε συνεργασία με την εταιρεία αμυντικής τεχνολογίας Thales.
Η Renault θα κατασκευάζει τα περιφερόμενα πυρομαχικά (loitering munitions) Toutatis της Thales σε ένα από τα εργοστάσιά της, με παραγωγή 1.000 μονάδων τον μήνα ήδη από το επόμενο έτος, στοχεύοντας κυρίως στις αγορές του εξωτερικού.
Η επανείσοδος αυτών των δύο αυτοκινητοβιομηχανιών στον αμυντικό τομέα φέρνει στο νου έντονες μνήμες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν πολλές από τις σημερινές κορυφαίες αυτοκινητοβιομηχανίες εγκατέλειψαν προσωρινά την παραγωγή αυτοκινήτων για να κατασκευάζουν άρματα μάχης, τεθωρακισμένα οχήματα και πυρομαχικά.
Στην πραγματικότητα, οι αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν μακρά ιστορία στην αμυντική παραγωγή.
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πολλές από τις σημερινές γνωστές εταιρείες, όπως οι Mitsubishi και Toyota από την Ιαπωνία, οι Volkswagen και Daimler-Benz από τη Γερμανία, η Renault από τη Γαλλία, η Rolls-Royce από το Ηνωμένο Βασίλειο, η Fiat από την Ιταλία και οι Ford, General Motors και Chrysler από τις ΗΠΑ, συμμετείχαν ενεργά στην πολεμική παραγωγή, κατασκευάζοντας από άρματα μάχης και κινητήρες αεροσκαφών μέχρι τεθωρακισμένα οχήματα, πυρομαχικά και στρατιωτικά φορτηγά.
Μετά τον πόλεμο, πολλές από αυτές τις εταιρείες επέστρεψαν στην παραγωγή πολιτικών οχημάτων.
Ωστόσο, ορισμένες, όπως η Rolls-Royce, διατήρησαν ενεργές αμυντικές δραστηριότητες.
Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και τον πρόσφατο πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν, τα κράτη έρχονται ξανά αντιμέτωπα με μια σκληρή πραγματικότητα: τα επίπεδα αμυντικής παραγωγής της μεταψυχροπολεμικής περιόδου είναι ανεπαρκή για τη στήριξη παρατεταμένων συγκρούσεων υψηλής έντασης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο σχεδόν 40ήμερος πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν και η επίδρασή του στα αμερικανικά αποθέματα.
Σύμφωνα με έκθεση του Center for Strategic and International Studies (CSIS), πριν από την έναρξη της Επιχείρησης Epic Fury στις 28 Φεβρουαρίου 2026, οι ΗΠΑ διέθεταν περίπου:
• 3.100 πυραύλους Tomahawk Land Attack Missile (TLAM) — χρησιμοποιήθηκαν πάνω από 1.000 (περίπου το ένα τρίτο των αποθεμάτων).
• 400 αναχαιτιστές THAAD — χρησιμοποιήθηκαν 190 έως 290.
• 2.500 αναχαιτιστές Patriot — εκτοξεύθηκαν 1.060 έως 1.430.
• Πυραύλους SM-3 και SM-6 — εκτεταμένη χρήση (πάνω από 250 SM-3 από περίπου 400 διαθέσιμους και 190–370 SM-6).
• Πυραύλους cruise JASSM — χρησιμοποιήθηκαν πάνω από 1.100 από περισσότερους από 4.000.
• Πυραύλους PrSM (Precision Strike Missile) — νεότερο σύστημα με λιγότερους από 100 πριν από τον πόλεμο, εκ των οποίων χρησιμοποιήθηκαν 40–70.
Αν η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο μπορεί να εξαντλήσει το ένα τρίτο έως σχεδόν το μισό των αποθεμάτων κρίσιμων πυραύλων ακριβείας μέσα σε μόλις 40 ημέρες —και μάλιστα χωρίς χερσαία εισβολή— τότε προκύπτει ένα δύσκολο ερώτημα: Μπορεί η Ουάσιγκτον να υποστηρίξει έναν παρατεταμένο πόλεμο υψηλής έντασης εναντίον μιας ισότιμης δύναμης όπως η Κίνα ή η Ρωσία;
Ως αποτέλεσμα, σχεδόν οκτώ δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κυβερνήσεις στρέφονται ξανά στην αυτοκινητοβιομηχανία για να αυξήσουν γρήγορα την αμυντική παραγωγή.
Lockheed και GM ανακοινώνουν συνεργασία για ενίσχυση της αμυντικής παραγωγής
Στις 16 Ιουνίου, η Lockheed Martin και η GM Defense ανακοίνωσαν νέα συνεργασία για την ενίσχυση της αμερικανικής βιομηχανικής και αμυντικής βάσης. Η συμφωνία διευκολύνθηκε από το Υπουργείο Πολέμου των ΗΠΑ (DoW).
Η συνεργασία θα αξιοποιήσει την τεχνογνωσία της Lockheed ως του μεγαλύτερου αμυντικού εργολάβου στον κόσμο και τις προηγμένες βιομηχανικές δυνατότητες της GM στη μαζική εμπορική παραγωγή και τη μηχανική.
Η συνεργασία επικεντρώνεται σε τρεις τομείς:
1. Ενίσχυση των αμυντικών εφοδιαστικών αλυσίδων.
2. Αναβάθμιση των δυνατοτήτων παραγωγής και σχεδιασμού.
3. Αξιολόγηση ευκαιριών επέκτασης της παραγωγικής ικανότητας μέσω εμπορικών υποδομών και τεχνογνωσίας.
Οι δύο εταιρείες δεν αποκάλυψαν πολλές λεπτομέρειες, ωστόσο η Wall Street Journal ανέφερε ότι βρίσκονται σε συζητήσεις ώστε η GM να παράγει «συχνά χρησιμοποιούμενα εξαρτήματα» που θα βοηθήσουν τη Lockheed να αυξήσει την παραγωγή πυρομαχικών.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η ανακοίνωση έγινε την ίδια ημέρα που ο Πρόεδρος Trump ενεργοποίησε τον Νόμο Αμυντικής Παραγωγής (Defense Production Act του 1950) για να αντιμετωπιστούν οι περιορισμοί στην παραγωγή πυρομαχικών.
Σε προεδρικό υπόμνημα της 16ης Ιουνίου αναφέρεται:
«Διαπιστώνω ότι υπάρχουν συνθήκες που ενδέχεται να αποτελέσουν άμεση απειλή για την εθνική άμυνα ή τα προγράμματα ετοιμότητάς της.
Συγκεκριμένα, οι συστημικοί περιορισμοί στη βιομηχανική βάση πυρομαχικών, συμπεριλαμβανομένης της περιορισμένης παραγωγικής ικανότητας, των εύθραυστων εφοδιαστικών αλυσίδων και των σημείων συμφόρησης, ενδέχεται να επηρεάσουν την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να παράγουν, να διατηρούν και να αυξάνουν τη διαθεσιμότητα πυρομαχικών, πυραύλων και εξοπλισμού που απαιτούνται για την εθνική άμυνα.»
Ο Frank St. John σχολίασε: «Η ασφάλεια της Αμερικής δεν εξαρτάται μόνο από την ανάπτυξη προηγμένων τεχνολογιών, αλλά και από την ικανότητά μας να τις παράγουμε γρήγορα, αξιόπιστα και σε μεγάλη κλίμακα.»
Η συνεργασία αναμένεται να βοηθήσει τη Lockheed να ανταποκριθεί στο αίτημα του Πενταγώνου για τριπλασιασμό ή και τετραπλασιασμό της παραγωγής των πυραύλων PAC-3 Missile Segment Enhancement και των αναχαιτιστών THAAD τα επόμενα χρόνια.
Το 2025 είχε ήδη συσταθεί το Munitions Acceleration Council για την αύξηση της παραγωγής 12 κρίσιμων οπλικών συστημάτων, μεταξύ των οποίων οι Patriot, THAAD και οι αντιπλοϊκοί πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς LRASM.
Έξι από τα δώδεκα αυτά συστήματα κατασκευάζονται από τη Lockheed Martin, συμπεριλαμβανομένων των PAC-3 MSE, THAAD, PrSM, JASSM/JASSM-ER, LRASM και AMRAAM.
Η εκτεταμένη βιομηχανική βάση και οι ώριμες εφοδιαστικές αλυσίδες της GM αναμένεται να συμβάλουν σημαντικά στην αύξηση της παραγωγής αυτών των κρίσιμων πυρομαχικών.
Η Renault συνεργάζεται με τη Thales για την ενίσχυση της γαλλικής παραγωγής drones
Στις 16 Ιουνίου, η Renault ανακοίνωσε ότι θα κατασκευάζει στρατιωτικά drones σε συνεργασία με τη Thales.
Οι δύο εταιρείες θα αναπτύξουν και θα βιομηχανοποιήσουν τη μαζική παραγωγή του περιφερόμενου πυρομαχικού TOUTATIS της Thales.
Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόκειται για το δεύτερο κοινό αμυντικό πρόγραμμα των δύο εταιρειών, καθώς ήδη συνεργάζονται στην ανάπτυξη του καινοτόμου τακτικού οχήματος 4-TROOP, το οποίο παρουσιάστηκε νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Renault:
«Αυτή η στρατηγική συνεργασία συνδυάζει την προηγμένη αμυντική τεχνογνωσία της Thales με τις βιομηχανικές και κατασκευαστικές δυνατότητες του Ομίλου Renault, ώστε να δημιουργηθεί μια κυρίαρχη, ευέλικτη και ανταγωνιστική βιομηχανία drones στη Γαλλία, πλήρως εναρμονισμένη με τις απαιτήσεις της οικονομίας πολέμου.»
Η παραγωγή των περιφερόμενων πυρομαχικών αναμένεται να ξεκινήσει ήδη από το 2027, με δυναμικότητα 1.000 μονάδων τον μήνα από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας.
Η Thales παράγει σήμερα περίπου 100 drones Toutatis ετησίως. Συνεπώς, ο στόχος είναι η αύξηση της παραγωγής από λιγότερα από 10 drones τον μήνα σε περίπου 1.000 τον μήνα.
Το TOUTATIS είναι ένα περιφερόμενο πυρομαχικό μικρής εμβέλειας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από πεζούς στρατιώτες ή να εκτοξευθεί από οχήματα μάχης, αεροσκάφη και πολεμικά πλοία.
Διαθέτει αντοχή σε ηλεκτρομαγνητικές παρεμβολές και πολεμική κεφαλή διαμορφώσιμη ανάλογα με την αποστολή, ενώ μπορεί να εξουδετερώνει στόχους όπως τεθωρακισμένα οχήματα, διατηρώντας παράλληλα τον άνθρωπο στον τελικό κύκλο λήψης αποφάσεων.
Η Renault συμμετέχει επίσης στο πρόγραμμα Chorus μαζί με την Turgis Gaillard για την ανάπτυξη drone μεγάλης εμβέλειας.
Ένα πρωτότυπο αναμένεται μέχρι το τέλος του έτους, ενώ η παραγωγή προβλέπεται να φτάσει περίπου τα 600 drones τον μήνα από το επόμενο έτος.
Τον περασμένο Ιούνιο, η Renault είχε ανακοινώσει ότι εξετάζει την επιστροφή της στην αμυντική παραγωγή ύστερα από παύση περίπου 80 ετών.
Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Renault κατασκεύαζε φορτηγά, φορεία, ασθενοφόρα, βλήματα και τα περίφημα άρματα FT17 που συνέβαλαν καθοριστικά στη νίκη κατά της Γερμανίας.
Παράλληλα, εξελίχθηκε σε σημαντικό προμηθευτή αεροπορικών κινητήρων, κατασκευάζοντας περισσότερους από 5.300 κινητήρες V12Fe (300–320 ίππων), οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ευρέως σε βομβαρδιστικά και αεροσκάφη αναγνώρισης.
Συνολικά, η Renault παρήγαγε πάνω από 30.000 αεροπορικούς κινητήρες μεταξύ 1907 και 1944, καθιστώντας την έναν από τους σημαντικότερους κατασκευαστές της Γαλλίας.
Μετά τον πόλεμο, η εταιρεία εκσυγχρόνισε τις εγκαταστάσεις της και επικεντρώθηκε κυρίως στην παραγωγή αυτοκινήτων.
Ωστόσο, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ανέδειξε τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής αμυντικής παραγωγής, οδηγώντας τις κυβερνήσεις στην αναζήτηση τρόπων αξιοποίησης της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας των αυτοκινητοβιομηχανιών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γαλλία φαίνεται να επαναφέρουν ένα μοντέλο που θυμίζει την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αξιοποιώντας τη μαζική παραγωγική τεχνογνωσία και τις εφοδιαστικές αλυσίδες των μεγάλων αυτοκινητοβιομηχανιών.
Παραμένει, ωστόσο, αβέβαιο κατά πόσο αυτή η στρατηγική θα ενισχύσει ουσιαστικά την αμυντική βιομηχανία και θα επιτρέψει την αύξηση της παραγωγής σε μια περίοδο όπου ο κόσμος αντιμετωπίζει πολλαπλές ταυτόχρονες συγκρούσεις.
www.bankingnews.gr
«Και τα δύο είναι προϊόντα υψηλής μηχανικής, κατασκευάζονται με μεγάλη ακρίβεια, διαθέτουν εκτεταμένες και ποικιλόμορφες εφοδιαστικές αλυσίδες και παράγονται σε μεγάλους ρυθμούς.»
Με αυτά τα λόγια, η Lockheed ανακοίνωσε την είσοδο της General Motors στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, συνέβαινε κάτι παρόμοιο στην Ευρώπη, όπου η Renault, μία από τις παλαιότερες και πιο επιτυχημένες αυτοκινητοβιομηχανίες της Γαλλίας, ανακοίνωσε συνεργασία με την εταιρεία αμυντικής τεχνολογίας Thales.
Η Renault θα κατασκευάζει τα περιφερόμενα πυρομαχικά (loitering munitions) Toutatis της Thales σε ένα από τα εργοστάσιά της, με παραγωγή 1.000 μονάδων τον μήνα ήδη από το επόμενο έτος, στοχεύοντας κυρίως στις αγορές του εξωτερικού.
Η επανείσοδος αυτών των δύο αυτοκινητοβιομηχανιών στον αμυντικό τομέα φέρνει στο νου έντονες μνήμες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν πολλές από τις σημερινές κορυφαίες αυτοκινητοβιομηχανίες εγκατέλειψαν προσωρινά την παραγωγή αυτοκινήτων για να κατασκευάζουν άρματα μάχης, τεθωρακισμένα οχήματα και πυρομαχικά.
Στην πραγματικότητα, οι αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν μακρά ιστορία στην αμυντική παραγωγή.
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πολλές από τις σημερινές γνωστές εταιρείες, όπως οι Mitsubishi και Toyota από την Ιαπωνία, οι Volkswagen και Daimler-Benz από τη Γερμανία, η Renault από τη Γαλλία, η Rolls-Royce από το Ηνωμένο Βασίλειο, η Fiat από την Ιταλία και οι Ford, General Motors και Chrysler από τις ΗΠΑ, συμμετείχαν ενεργά στην πολεμική παραγωγή, κατασκευάζοντας από άρματα μάχης και κινητήρες αεροσκαφών μέχρι τεθωρακισμένα οχήματα, πυρομαχικά και στρατιωτικά φορτηγά.
Μετά τον πόλεμο, πολλές από αυτές τις εταιρείες επέστρεψαν στην παραγωγή πολιτικών οχημάτων.
Ωστόσο, ορισμένες, όπως η Rolls-Royce, διατήρησαν ενεργές αμυντικές δραστηριότητες.
Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και τον πρόσφατο πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν, τα κράτη έρχονται ξανά αντιμέτωπα με μια σκληρή πραγματικότητα: τα επίπεδα αμυντικής παραγωγής της μεταψυχροπολεμικής περιόδου είναι ανεπαρκή για τη στήριξη παρατεταμένων συγκρούσεων υψηλής έντασης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο σχεδόν 40ήμερος πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν και η επίδρασή του στα αμερικανικά αποθέματα.
Σύμφωνα με έκθεση του Center for Strategic and International Studies (CSIS), πριν από την έναρξη της Επιχείρησης Epic Fury στις 28 Φεβρουαρίου 2026, οι ΗΠΑ διέθεταν περίπου:
• 3.100 πυραύλους Tomahawk Land Attack Missile (TLAM) — χρησιμοποιήθηκαν πάνω από 1.000 (περίπου το ένα τρίτο των αποθεμάτων).
• 400 αναχαιτιστές THAAD — χρησιμοποιήθηκαν 190 έως 290.
• 2.500 αναχαιτιστές Patriot — εκτοξεύθηκαν 1.060 έως 1.430.
• Πυραύλους SM-3 και SM-6 — εκτεταμένη χρήση (πάνω από 250 SM-3 από περίπου 400 διαθέσιμους και 190–370 SM-6).
• Πυραύλους cruise JASSM — χρησιμοποιήθηκαν πάνω από 1.100 από περισσότερους από 4.000.
• Πυραύλους PrSM (Precision Strike Missile) — νεότερο σύστημα με λιγότερους από 100 πριν από τον πόλεμο, εκ των οποίων χρησιμοποιήθηκαν 40–70.
Αν η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο μπορεί να εξαντλήσει το ένα τρίτο έως σχεδόν το μισό των αποθεμάτων κρίσιμων πυραύλων ακριβείας μέσα σε μόλις 40 ημέρες —και μάλιστα χωρίς χερσαία εισβολή— τότε προκύπτει ένα δύσκολο ερώτημα: Μπορεί η Ουάσιγκτον να υποστηρίξει έναν παρατεταμένο πόλεμο υψηλής έντασης εναντίον μιας ισότιμης δύναμης όπως η Κίνα ή η Ρωσία;
Ως αποτέλεσμα, σχεδόν οκτώ δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κυβερνήσεις στρέφονται ξανά στην αυτοκινητοβιομηχανία για να αυξήσουν γρήγορα την αμυντική παραγωγή.
Lockheed και GM ανακοινώνουν συνεργασία για ενίσχυση της αμυντικής παραγωγής
Στις 16 Ιουνίου, η Lockheed Martin και η GM Defense ανακοίνωσαν νέα συνεργασία για την ενίσχυση της αμερικανικής βιομηχανικής και αμυντικής βάσης. Η συμφωνία διευκολύνθηκε από το Υπουργείο Πολέμου των ΗΠΑ (DoW).
Η συνεργασία θα αξιοποιήσει την τεχνογνωσία της Lockheed ως του μεγαλύτερου αμυντικού εργολάβου στον κόσμο και τις προηγμένες βιομηχανικές δυνατότητες της GM στη μαζική εμπορική παραγωγή και τη μηχανική.
Η συνεργασία επικεντρώνεται σε τρεις τομείς:
1. Ενίσχυση των αμυντικών εφοδιαστικών αλυσίδων.
2. Αναβάθμιση των δυνατοτήτων παραγωγής και σχεδιασμού.
3. Αξιολόγηση ευκαιριών επέκτασης της παραγωγικής ικανότητας μέσω εμπορικών υποδομών και τεχνογνωσίας.
Οι δύο εταιρείες δεν αποκάλυψαν πολλές λεπτομέρειες, ωστόσο η Wall Street Journal ανέφερε ότι βρίσκονται σε συζητήσεις ώστε η GM να παράγει «συχνά χρησιμοποιούμενα εξαρτήματα» που θα βοηθήσουν τη Lockheed να αυξήσει την παραγωγή πυρομαχικών.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η ανακοίνωση έγινε την ίδια ημέρα που ο Πρόεδρος Trump ενεργοποίησε τον Νόμο Αμυντικής Παραγωγής (Defense Production Act του 1950) για να αντιμετωπιστούν οι περιορισμοί στην παραγωγή πυρομαχικών.
Σε προεδρικό υπόμνημα της 16ης Ιουνίου αναφέρεται:
«Διαπιστώνω ότι υπάρχουν συνθήκες που ενδέχεται να αποτελέσουν άμεση απειλή για την εθνική άμυνα ή τα προγράμματα ετοιμότητάς της.
Συγκεκριμένα, οι συστημικοί περιορισμοί στη βιομηχανική βάση πυρομαχικών, συμπεριλαμβανομένης της περιορισμένης παραγωγικής ικανότητας, των εύθραυστων εφοδιαστικών αλυσίδων και των σημείων συμφόρησης, ενδέχεται να επηρεάσουν την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να παράγουν, να διατηρούν και να αυξάνουν τη διαθεσιμότητα πυρομαχικών, πυραύλων και εξοπλισμού που απαιτούνται για την εθνική άμυνα.»
Ο Frank St. John σχολίασε: «Η ασφάλεια της Αμερικής δεν εξαρτάται μόνο από την ανάπτυξη προηγμένων τεχνολογιών, αλλά και από την ικανότητά μας να τις παράγουμε γρήγορα, αξιόπιστα και σε μεγάλη κλίμακα.»
Η συνεργασία αναμένεται να βοηθήσει τη Lockheed να ανταποκριθεί στο αίτημα του Πενταγώνου για τριπλασιασμό ή και τετραπλασιασμό της παραγωγής των πυραύλων PAC-3 Missile Segment Enhancement και των αναχαιτιστών THAAD τα επόμενα χρόνια.
Το 2025 είχε ήδη συσταθεί το Munitions Acceleration Council για την αύξηση της παραγωγής 12 κρίσιμων οπλικών συστημάτων, μεταξύ των οποίων οι Patriot, THAAD και οι αντιπλοϊκοί πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς LRASM.
Έξι από τα δώδεκα αυτά συστήματα κατασκευάζονται από τη Lockheed Martin, συμπεριλαμβανομένων των PAC-3 MSE, THAAD, PrSM, JASSM/JASSM-ER, LRASM και AMRAAM.
Η εκτεταμένη βιομηχανική βάση και οι ώριμες εφοδιαστικές αλυσίδες της GM αναμένεται να συμβάλουν σημαντικά στην αύξηση της παραγωγής αυτών των κρίσιμων πυρομαχικών.
Η Renault συνεργάζεται με τη Thales για την ενίσχυση της γαλλικής παραγωγής drones
Στις 16 Ιουνίου, η Renault ανακοίνωσε ότι θα κατασκευάζει στρατιωτικά drones σε συνεργασία με τη Thales.
Οι δύο εταιρείες θα αναπτύξουν και θα βιομηχανοποιήσουν τη μαζική παραγωγή του περιφερόμενου πυρομαχικού TOUTATIS της Thales.
Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόκειται για το δεύτερο κοινό αμυντικό πρόγραμμα των δύο εταιρειών, καθώς ήδη συνεργάζονται στην ανάπτυξη του καινοτόμου τακτικού οχήματος 4-TROOP, το οποίο παρουσιάστηκε νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Renault:
«Αυτή η στρατηγική συνεργασία συνδυάζει την προηγμένη αμυντική τεχνογνωσία της Thales με τις βιομηχανικές και κατασκευαστικές δυνατότητες του Ομίλου Renault, ώστε να δημιουργηθεί μια κυρίαρχη, ευέλικτη και ανταγωνιστική βιομηχανία drones στη Γαλλία, πλήρως εναρμονισμένη με τις απαιτήσεις της οικονομίας πολέμου.»
Η παραγωγή των περιφερόμενων πυρομαχικών αναμένεται να ξεκινήσει ήδη από το 2027, με δυναμικότητα 1.000 μονάδων τον μήνα από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας.
Η Thales παράγει σήμερα περίπου 100 drones Toutatis ετησίως. Συνεπώς, ο στόχος είναι η αύξηση της παραγωγής από λιγότερα από 10 drones τον μήνα σε περίπου 1.000 τον μήνα.
Το TOUTATIS είναι ένα περιφερόμενο πυρομαχικό μικρής εμβέλειας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από πεζούς στρατιώτες ή να εκτοξευθεί από οχήματα μάχης, αεροσκάφη και πολεμικά πλοία.
Διαθέτει αντοχή σε ηλεκτρομαγνητικές παρεμβολές και πολεμική κεφαλή διαμορφώσιμη ανάλογα με την αποστολή, ενώ μπορεί να εξουδετερώνει στόχους όπως τεθωρακισμένα οχήματα, διατηρώντας παράλληλα τον άνθρωπο στον τελικό κύκλο λήψης αποφάσεων.
Η Renault συμμετέχει επίσης στο πρόγραμμα Chorus μαζί με την Turgis Gaillard για την ανάπτυξη drone μεγάλης εμβέλειας.
Ένα πρωτότυπο αναμένεται μέχρι το τέλος του έτους, ενώ η παραγωγή προβλέπεται να φτάσει περίπου τα 600 drones τον μήνα από το επόμενο έτος.
Τον περασμένο Ιούνιο, η Renault είχε ανακοινώσει ότι εξετάζει την επιστροφή της στην αμυντική παραγωγή ύστερα από παύση περίπου 80 ετών.
Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Renault κατασκεύαζε φορτηγά, φορεία, ασθενοφόρα, βλήματα και τα περίφημα άρματα FT17 που συνέβαλαν καθοριστικά στη νίκη κατά της Γερμανίας.
Παράλληλα, εξελίχθηκε σε σημαντικό προμηθευτή αεροπορικών κινητήρων, κατασκευάζοντας περισσότερους από 5.300 κινητήρες V12Fe (300–320 ίππων), οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ευρέως σε βομβαρδιστικά και αεροσκάφη αναγνώρισης.
Συνολικά, η Renault παρήγαγε πάνω από 30.000 αεροπορικούς κινητήρες μεταξύ 1907 και 1944, καθιστώντας την έναν από τους σημαντικότερους κατασκευαστές της Γαλλίας.
Μετά τον πόλεμο, η εταιρεία εκσυγχρόνισε τις εγκαταστάσεις της και επικεντρώθηκε κυρίως στην παραγωγή αυτοκινήτων.
Ωστόσο, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ανέδειξε τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής αμυντικής παραγωγής, οδηγώντας τις κυβερνήσεις στην αναζήτηση τρόπων αξιοποίησης της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας των αυτοκινητοβιομηχανιών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γαλλία φαίνεται να επαναφέρουν ένα μοντέλο που θυμίζει την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αξιοποιώντας τη μαζική παραγωγική τεχνογνωσία και τις εφοδιαστικές αλυσίδες των μεγάλων αυτοκινητοβιομηχανιών.
Παραμένει, ωστόσο, αβέβαιο κατά πόσο αυτή η στρατηγική θα ενισχύσει ουσιαστικά την αμυντική βιομηχανία και θα επιτρέψει την αύξηση της παραγωγής σε μια περίοδο όπου ο κόσμος αντιμετωπίζει πολλαπλές ταυτόχρονες συγκρούσεις.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών