Από τα Στενά του Hormuz έως το Bab al-Mandeb… Το ιρανικό σχέδιο για τη νέα περιφερειακή τάξη μετά τη διάλυση του MoU από τις ΗΠΑ
Ο Περσικός Κόλπος βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με τη σοβαρότερη κρίση από την εποχή του «Πολέμου των Δεξαμενόπλοιων» τη δεκαετία του 1980.
Φυσικά, η κρίση αυτή δεν αποτελεί δημιούργημα του Ιράν, αλλά είναι η άμεση και τεκμηριωμένη συνέπεια της διαρκούς στρατιωτικής κλιμάκωσης των Ηνωμένων Πολιτειών και των, όπως υποστηρίζεται, απρόκλητων επιθετικών ενεργειών τους, οι οποίες παρουσιάζονται ως ο βασικός παράγοντας αποσταθεροποίησης της περιοχής.
Κατά την ίδια προσέγγιση, η κατάσταση χαρακτηρίζεται από τη συνεχή παραβίαση του Μνημονίου Κατανόησης (MoU) που είχε ως στόχο τον τερματισμό του πολέμου, μέσω επανειλημμένων αμερικανικών στρατιωτικών πληγμάτων σε ιρανικό έδαφος, μυστικών ναυτικών επιχειρήσεων και ενεργειών που το κείμενο χαρακτηρίζει ως θαλάσσια ληστεία και πειρατεία.
Η Ουάσιγκτον ήταν αυτή που αποδόμησε συστηματικά κάθε διπλωματική δυνατότητα αποκλιμάκωσης, αφήνοντας στην Τεχεράνη ως μοναδική επιλογή την αποφασιστική στρατιωτική απάντηση.
Η Τεχεράνη επικαλείται το δικαίωμα της αυτοάμυνας
Κάθε αμερικανική πρόκληση και κάθε επιθετική ενέργεια αντιμετωπίστηκε από το Ιράν με άμεση, αποφασιστική και πλήρως νόμιμη απάντηση.
Οι ενέργειες δεν είναι απλά κλιμάκωση, αλλά άσκηση του αναφαίρετου δικαιώματος αυτοάμυνας ενός κυρίαρχου κράτους, όπως προβλέπεται από το Άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Ουσιαστικά, η παρουσίαση του Ιράν ως επιτιθέμενου συνιστά πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας, ενώ υποστηρίζεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν εκείνες που επέλεξαν τη στρατιωτική οδό και ότι η Τεχεράνη δεν προτίθεται να υποχωρήσει.
Από την άμυνα στη στρατηγική αντεπίθεση
Μετά την πλήρη εξάντληση της διπλωματικής οδού, η οποία υπονομεύθηκε επανειλημμένα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν εγκαταλείπει πλέον την αμιγώς αμυντική στάση και περνά σε μια στρατηγικά επιθετική προσέγγιση.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα Στενά του Hormuz παύουν να αντιμετωπίζονται ως ένα απλό γεωγραφικό σημείο διέλευσης και μετατρέπονται σε βασικό μοχλό άσκησης ιρανικής ισχύος και κρατικής στρατηγικής, ικανό να αναδιαμορφώσει μόνιμα τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική μιας περιοχής που επί δεκαετίες κυριαρχούνταν από την αμερικανική ναυτική παρουσία.
Η Τεχεράνη δεν προτίθεται να προχωρήσει σε καμία υποχώρηση ή παραχώρηση σχετικά με τα Στενά του Hormuz και ότι θα συνεχίσει να τα διαχειρίζεται σύμφωνα με τα κυριαρχικά της δικαιώματα και τις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, θεωρώντας ότι η αμερικανική πολιτική δεν αφήνει άλλη επιλογή.
Το Μνημόνιο που παραβίασε η Ουάσιγκτον
Για να γίνει κατανοητή η σημερινή στάση του Ιράν πρέπει να εξεταστεί το θεσμικό πλαίσιο που, όπως υποστηρίζεται, αποδόμησαν σταδιακά οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό την πίεση του ισραηλινού λόμπι.
Το Μνημόνιο Κατανόησης (MoU), το οποίο φέρεται να είχε υπογραφεί από τους προέδρους του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών –αν και στις τελευταίες του εκδοχές είχε περισσότερο άτυπο χαρακτήρα– αποτελούσε ένα εύθραυστο αλλά λειτουργικό πλαίσιο αποκλιμάκωσης μετά τον πόλεμο που, όπως υποστηρίζεται, είχε επιβάλει στο Ιράν ο άξονας ΗΠΑ–Ισραήλ.
Το MoU περιλάμβανε άτυπες συμφωνίες για τη ναυτική δραστηριότητα στον Περσικό Κόλπο, περιορισμούς σε συγκεκριμένες κατηγορίες στρατιωτικών επιχειρήσεων κοντά στα ιρανικά χωρικά ύδατα, καθώς και αμοιβαία αναγνώριση των «κόκκινων γραμμών» των δύο πλευρών.
«Η διπλωματία έχει πεθάνει»
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβίασαν το συγκεκριμένο πλαίσιο επανειλημμένα και χωρίς συνέπειες ήδη από την πρώτη ημέρα.
Ως παραδείγματα είναι οι αεροπορικές επιδρομές στις νότιες επαρχίες του Ιράν, οι οποίες έχουν ενταθεί ιδιαίτερα την τελευταία εβδομάδα, οι ναυτικές επιχειρήσεις εντός της ιρανικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, οι κυβερνοεπιθέσεις κατά ιρανικών υποδομών, καθώς και η ανάπτυξη αμερικανικών ομάδων μάχης αεροπλανοφόρων σε απόσταση άμεσης επιχειρησιακής δράσης από τις ιρανικές ακτές.
Υπό αυτές τις συνθήκες το Ιράν θεωρεί ότι κάθε περιορισμός που επέβαλλε στον εαυτό του έχει πλέον αρθεί.
Η διπλωματική διαδικασία δεν χαρακτηρίζεται απλώς ως αδιέξοδη, αλλά ως οριστικά νεκρή, με την ευθύνη να αποδίδεται στις επιλογές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Το Ιράν δηλώνει έτοιμο να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα
Η Τεχεράνη θεωρεί πως διαθέτει πλέον πλήρη ελευθερία να αξιοποιήσει το σύνολο των στρατιωτικών, ασύμμετρων και οικονομικών εργαλείων που έχει στη διάθεσή της.
Η σύνδεση της κατάρρευσης της διπλωματίας με την επακόλουθη στρατιωτική κλιμάκωση δεν αποτελεί επιλογή αλλά αναγκαιότητα, προκειμένου να καταδειχθούν τα όρια της αμερικανικής πολιτικής.
Η Ουάσιγκτον ήταν εκείνη που «άναψε το φιτίλι» της σύγκρουσης και ότι πλέον το Ιράν είναι αυτό που θα καθορίσει πού και με ποιον τρόπο θα εκδηλωθούν οι συνέπειες της κλιμάκωσης.
Στρατηγική αποτυχία των ΗΠΑ και η αποφασιστικότητα του Ιράν
Ο αρχικός πολεμικός στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν η ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας και η άνευ όρων παράδοση της ιρανικής κυβέρνησης, ένας στόχος που κατέρρευσε πλήρως.
Σήμερα, η Ουάσιγκτον επιδιώκει πλέον απλώς την επιστροφή στην προπολεμική κατάσταση στα Στενά του Hormuz, γεγονός που παρουσιάζεται ως ένδειξη στρατηγικής εξάντλησης και αποτυχίας της αμερικανικής πολεμικής μηχανής.
«Το Ιράν ανάγκασε τις ΗΠΑ να εγκαταλείψουν τους αρχικούς τους στόχους»
Η μεταβολή αυτή συνιστά σημαντική επιτυχία της ιρανικής στρατηγικής αποτροπής απέναντι σε αυτό που χαρακτηρίζεται ως πλήρους κλίμακας και παράνομη στρατιωτική επιθετικότητα του άξονα ΗΠΑ – Ισραήλ.
Η μοναδική παγκόσμια στρατιωτική υπερδύναμη εγκατέλειψε τις αρχικές της επιδιώξεις, όπως η αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, η εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος και η αποδόμηση του περιφερειακού δικτύου επιρροής του Ιράν.
Αντί αυτών, η Ουάσιγκτον επιχειρεί πλέον να επιβάλει τον έλεγχό της αποκλειστικά στα Στενά του Hormuz, τα οποία αποτελούν θαλάσσια περιοχή που διαχειρίζεται νόμιμα το Ιράν.
«Οι αμερικανικές απαιτήσεις περιορίζονται συνεχώς»
Η σταδιακή μεταβολή των αμερικανικών απαιτήσεων είναι εμφανής τα τελευταία χρόνια.
Η Ουάσιγκτον πέρασε από τη θέση ότι «το Ιράν πρέπει να σταματήσει κάθε εμπλουτισμό ουρανίου» στη σημερινή απαίτηση ότι «το Ιράν δεν πρέπει να κλείσει τα Στενά του Hormuz».
Η εξέλιξη αυτή παρουσιάζεται ως ένδειξη στρατηγικής υποχώρησης και ήττας των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Η σύγκρουση θα κριθεί από την αντοχή και όχι από την ισχύ»
Η συγκεκριμένη εκτίμηση βασίζεται στην πραγματικότητα των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, κατά τις οποίες οι Ηνωμένες Πολιτείες εναλλάσσουν κυρώσεις, μυστικές επιχειρήσεις, περιορισμένα στρατιωτικά πλήγματα και διπλωματικές πρωτοβουλίες, χωρίς να επιτυγχάνουν τους επιδιωκόμενους στόχους τους.
Η συγκέντρωση της αντιπαράθεσης στα Στενά του Hormuz, παρά τον υψηλό συμβολισμό της, θεωρείται ότι αντανακλά περιορισμό των αμερικανικών στρατηγικών φιλοδοξιών.
Προφανώς η σύγκρουση είναι μια μακρά αναμέτρηση φθοράς, στην οποία το αποτέλεσμα δεν θα καθοριστεί αποκλειστικά από τη στρατιωτική ισχύ, αλλά από την πολιτική βούληση, την αντοχή και την ικανότητα κάθε πλευράς να απορροφήσει το κόστος της σύγκρουσης.
Το Ιράν θεωρεί ότι διαθέτει το ασύμμετρο πλεονέκτημα
Στο μεταξύ, η Τεχεράνη διαθέτει σημαντικά ασύμμετρα πλεονεκτήματα στην περιοχή.
Ανάμεσα σε αυτά αναφέρονται η γεωγραφική εγγύτητα στα Στενά του Hormuz, ο μεγάλος αριθμός μικρών ταχύπλοων επιθετικών σκαφών, τα ναρκοπέδια, οι ειδικές επιχειρήσεις με ελικόπτερα, καθώς και η μεγαλύτερη ανοχή της ιρανικής πλευράς τόσο στις οικονομικές απώλειες όσο και στο ανθρώπινο κόστος.
Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται να επιχειρούν σε μεγάλη απόσταση από τις βάσεις ανεφοδιασμού τους, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζουν εσωτερικές πολιτικές πιέσεις, οι οποίες εντείνονται όσο παρατείνεται η στρατιωτική εμπλοκή.
«Η διπλωματία τελείωσε – Ώρα για όλα τα μέσα»
Είναι σαφές ότι το Ιράν επέδειξε αυτοσυγκράτηση κατά την περίοδο της εκεχειρίας και της προσωρινής συμφωνίας με την Ουάσιγκτον.
Ωστόσο, μετά την παραβίαση του Μνημονίου Κατανόησης (MoU) από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Τεχεράνη θεωρεί ότι δεν δεσμεύεται πλέον από κανέναν περιορισμό.
Η κατάρρευση της πολιτικής και διπλωματικής διαδικασίας δεν αποτελεί αποτυχία της διπλωματίας αλλά τον καταλύτη για την επιτάχυνση των στρατιωτικών εξελίξεων.
Η θέση που προβάλλεται είναι ότι για την Τεχεράνη η διπλωματία δεν αποτέλεσε ποτέ εναλλακτική της σύγκρουσης, αλλά μια παράλληλη διαδικασία, η οποία, μόλις παραβιάστηκε, απελευθέρωσε δυνάμεις που η Ουάσιγκτον δεν μπορεί πλέον να ελέγξει.
Στενά του Hormuz: Ζήτημα κυριαρχίας και εθνικής κυριαρχίας
Η σημασία των Στενών του Hormuz υπερβαίνει κατά πολύ την οικονομική ή τη στρατιωτική τους διάσταση.
Αποτελούν ισχυρό εθνικό σύμβολο για το Ιράν, στοιχείο της εθνικής του κυριαρχίας και έκφραση της εδαφικής ακεραιότητας στον θαλάσσιο χώρο που ιστορικά και νομικά αναφέρεται ως Περσικός Κόλπος.
Η Τεχεράνη θεωρεί πως η διαχείριση των Στενών αποτελεί αποκλειστικό κυριαρχικό της δικαίωμα, θέση την οποία έχει ενισχύσει μέσω νέας νομοθεσίας που ρυθμίζει επίσημα το καθεστώς της ναυσιπλοΐας και των ζωνών ασφαλείας.
«Συνεργασία με τις ΗΠΑ σημαίνει συνενοχή»
Στο μεταξύ, στο «κάδρο» των ισορροπιών βρίσκονται και τα αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου.
Η συνεργασία τους με την αμερικανική στρατιωτική παρουσία συνιστά παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας του Ιράν.
Μάλιστα, είτε συνεργάζονται ενεργά με τις αμερικανικές δυνάμεις είτε αδυνατούν να τις απομακρύνουν από την περιοχή, καθίστανται άμεσοι συνεργοί σε εγκλήματα πολέμου εις βάρος του ιρανικού έθνους.
«Καμία υποχώρηση στα Στενά του Hormuz»
Η θέση της Τεχεράνης είναι απολύτως ξεκάθαρη.
Το Ιράν δεν πρόκειται να προχωρήσει σε καμία παραχώρηση σχετικά με τα Στενά του Hormuz και θα συνεχίσει να τα διαχειρίζεται σύμφωνα με τα κυριαρχικά του δικαιώματα και τις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στην περιοχή.
Η στάση αυτή αποδίδεται στις συνεχείς παραβιάσεις και επιθετικές ενέργειες των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες, δεν αφήνουν στην Τεχεράνη άλλη επιλογή.
Υεμένη, Bab al-Mandeb και το «ενιαίο μέτωπο»: Η νέα περιφερειακή στρατηγική του Ιράν
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της νέας περιφερειακής στρατηγικής του Ιράν είναι η άμεση σύνδεση της αντιπαράθεσης στα Στενά του Hormuz με την άρση του παράνομου αποκλεισμού της Υεμένης.
Η προσέγγιση αυτή αποκαλύπτει μια ολοκληρωμένη περιφερειακή στρατηγική, η οποία αντιμετωπίζει τα διαφορετικά πολεμικά μέτωπα ως τμήματα ενός ενιαίου επιχειρησιακού σχεδίου.
Η Υεμένη ως στρατηγικό εργαλείο της Τεχεράνης
Οι κινήσεις του Ιράν απέναντι στην Υεμένη δεν αποτελούν απλώς ανθρωπιστική πρωτοβουλία, αλλά μια στρατηγική επιλογή με στόχο να αναδείξει τη συνοχή και την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα του λεγόμενου Άξονα της Αντίστασης (Axis of Resistance).
Παράλληλα, η Τεχεράνη επιχειρεί να προβάλει μια νέα εικόνα ισχύος, η οποία ενισχύθηκε μετά το τέλος του πολέμου των 40 ημερών που της επιβλήθηκε.
Με την άρση του παράνομου και απάνθρωπου αποκλεισμού της Sana'a και με την παροχή στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας στον λαό της Υεμένης και στην κυβέρνησή του, το Ιράν στέλνει ένα ισχυρό πολιτικό και στρατιωτικό μήνυμα.
Μήνυμα προς συμμάχους και αντιπάλους
Προς τους συμμάχους του –τη Hezbollah στον Λίβανο, τη Hamas στη Γάζα, την Ansarullah στην Υεμένη και τις διάφορες ιρακινές οργανώσεις της αντίστασης– η Τεχεράνη επιχειρεί να καταστήσει σαφές ότι είναι έτοιμη να στηρίξει αποφασιστικά τους εταίρους της ακόμη και στις δυσκολότερες συνθήκες.
Ταυτόχρονα, προς τους αντιπάλους της, επιδιώκει να δείξει ότι το περιφερειακό δίκτυο επιρροής της παραμένει ενεργό, λειτουργικό και ικανό να ασκήσει πίεση σε πολλαπλά μέτωπα ταυτόχρονα.
Bab al-Mandeb: Το δεύτερο στρατηγικό σημείο πίεσης
Ιδιαίτερη είναι η σημασία της στρατηγικής αξιοποίησης της Υεμένης και κυρίως των Στενών Bab al-Mandeb, τα οποία αποτελούν κρίσιμο στοιχείο της νέας ιρανικής στρατηγικής.
Το Bab al-Mandeb, το στενό πέρασμα στη νότια είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας, ελέγχει την πρόσβαση προς τη Διώρυγα του Σουέζ και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου.
Μέσω συντονισμού με τις κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης, το Ιράν θα μπορούσε να αποκτήσει τη δυνατότητα να ασκήσει πίεση και σε αυτό το δεύτερο στρατηγικό θαλάσσιο πέρασμα, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τις επιπτώσεις που θα είχε μια κρίση στα Στενά του Hormuz.
Διπλή πίεση στις θαλάσσιες μεταφορές
Η δυνατότητα του Ιράν να επηρεάζει ταυτόχρονα δύο από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη –τον Περσικό Κόλπο και την Ερυθρά Θάλασσα– θα αποτελούσε σημαντική αναβάθμιση της στρατηγικής του ισχύος.
Οι διεθνείς ενεργειακές αγορές, που ήδη χαρακτηρίζονται από έντονη νευρικότητα, θα αντιμετώπιζαν ακόμη μεγαλύτερες διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ τα ασφάλιστρα των εμπορικών πλοίων θα εκτοξεύονταν.
Υπενθυμίζεται εδώ ότι οι ασιατικές οικονομίες, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές πετρελαίου του Περσικού Κόλπου, θα βρεθούν αντιμέτωπες με ιδιαίτερα ισχυρές πιέσεις είτε να αναλάβουν διαμεσολαβητικό ρόλο είτε να επιλέξουν στρατόπεδο.
Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι οι γεωπολιτικές συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης θα επηρέαζαν άμεσα την Ευρώπη, την Κίνα, την Ινδία, την Ιαπωνία και συνολικά τη διεθνή οικονομία.
Προετοιμασία για ευρύτερη σύγκρουση
Η δημιουργία ενιαίου επιχειρησιακού συντονισμού και κοινών κέντρων διοίκησης πριν από την κύρια στρατιωτική αναμέτρηση αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η Τεχεράνη θεωρεί την τρέχουσα φάση του πολέμου ως προοίμιο μιας πολύ μεγαλύτερης σύγκρουσης.
Η στρατιωτική λογική του Ιράν αντιμετωπίζει τις σημερινές εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο και στην Ερυθρά Θάλασσα ως μέρος της προετοιμασίας για μια μελλοντική, ευρύτερη αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους περιφερειακούς συμμάχους τους.
Με τη δημιουργία αυτών των επιχειρησιακών διασυνδέσεων ήδη από τώρα, η Τεχεράνη θεωρεί ότι έχει διαμορφώσει μια ενιαία δομή διοίκησης πολλαπλών μετώπων, ικανή να απαντήσει σε ενδεχόμενες αμερικανικές ή ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες με συντονισμένες και ταυτόχρονες επιχειρήσεις σε διαφορετικά θέατρα συγκρούσεων.
Η οικονομική διάσταση της ιρανικής στρατηγικής
Σύμφωνα με αναλυτές, η αποτίμηση της στρατηγικής στάσης του Ιράν δεν μπορεί να είναι πλήρης χωρίς να εξεταστεί και η οικονομική διάσταση της σύγκρουσης, η οποία έχει επιβληθεί στον ιρανικό λαό.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διεξάγουν εδώ και δεκαετίες έναν διαρκή οικονομικό πόλεμο κατά του Ιράν, όχι μόνο μέσω στρατιωτικών μέσων, αλλά κυρίως μέσω ενός εκτεταμένου καθεστώτος κυρώσεων.
Οι κυρώσεις αυτές δεν πλήττουν μόνο την ιρανική κυβέρνηση, αλλά και τον άμαχο πληθυσμό, περιορίζοντας την πρόσβαση σε τρόφιμα, φάρμακα και βασικά ανθρωπιστικά αγαθά.
Αρκετοί ειδικοί στο διεθνές δίκαιο χαρακτηρίζουν τις συγκεκριμένες κυρώσεις ως μορφή συλλογικής τιμωρίας ενός ολόκληρου λαού.
Τα Στενά του Hormuz ως «οικονομική αυτοάμυνα»
Η απειλή του Ιράν να περιορίσει ή ακόμη και να διακόψει πλήρως τη διέλευση από τα Στενά του Hormuz συνιστά άμεση αμφισβήτηση της υφιστάμενης παγκόσμιας ενεργειακής τάξης.
Η συγκεκριμένη πολιτική δεν αποτελεί οικονομική επίθεση, αλλά μορφή οικονομικής αυτοάμυνας.
Εφόσον οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να περιορίσουν την ιρανική οικονομία μέσω αυστηρών κυρώσεων, η Τεχεράνη θεωρεί ότι διαθέτει το νόμιμο δικαίωμα να προστατεύσει τη δική της οικονομική επιβίωση μέσω του ελέγχου της θαλάσσιας οδού από την οποία διέρχεται σημαντικό μέρος των παγκόσμιων ενεργειακών ροών.
Εναλλακτικά δίκτυα μεταφοράς πετρελαίου
Στο μεταξύ το Ιράν έχει αναπτύξει σειρά εναλλακτικών μηχανισμών για την αντιμετώπιση των δυτικών κυρώσεων.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αλλαγή σημαίας εμπορικών πλοίων μέσω φιλικών κρατών, η αξιοποίηση εναλλακτικών θαλάσσιων διαδρομών, καθώς και η ανάπτυξη χερσαίων ενεργειακών διαδρόμων εξαγωγών, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από τα κρίσιμα θαλάσσια σημεία διέλευσης.
«Όποιος σχεδιάζει το πεδίο της σύγκρουσης έχει το πλεονέκτημα»
Το σημαντικότερο στρατηγικό πλεονέκτημα του Ιράν είναι η δυνατότητά του να καθορίζει το ίδιο το πεδίο της αντιπαράθεσης.
Εκείνος που διαμορφώνει τους κανόνες και το περιβάλλον της σύγκρουσης αποκτά το μεγαλύτερο πλεονέκτημα απέναντι στον αντίπαλό του.
Η Τεχεράνη επιλέγει συνειδητά πεδία αντιπαράθεσης στα οποία διαθέτει εγγενή πλεονεκτήματα, όπως η γεωγραφική θέση, οι ασύμμετρες στρατιωτικές τακτικές, οι πολιτιστικοί και θρησκευτικοί δεσμοί στην περιοχή, αλλά και η μεγαλύτερη αντοχή στην απορρόφηση του κόστους μιας παρατεταμένης σύγκρουσης.
Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζονται να αναγκάζονται να αντιδρούν στις πρωτοβουλίες του Ιράν, συχνά σε πεδία που ευνοούν περισσότερο την ιρανική στρατηγική.
Το υψηλό κόστος για τις ΗΠΑ
Η επιβολή ναυτικού αποκλεισμού και η αμφισβήτηση του ελέγχου που ασκεί το Ιράν στα Στενά του Hormuz απαιτούν σημαντικές ναυτικές δυνάμεις και εκθέτουν τα αμερικανικά πολεμικά πλοία σε ασύμμετρες απειλές.
Μεταξύ αυτών αναφέρονται οι θαλάσσιες νάρκες, οι επιθέσεις από σμήνη ταχύπλοων σκαφών και οι αντιπλοϊκοί πύραυλοι.
Παράλληλα, η προστασία των περιφερειακών κρατών που φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις επιβαρύνει σημαντικά τις δυνατότητες των Ηνωμένων Πολιτειών και αναδεικνύει τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος.
Κάθε νέα στρατιωτική ενέργεια της Ουάσιγκτον συνεπάγεται αυξανόμενο οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κόστος.
Τα «κρυφά χαρτιά» της Τεχεράνης
Η πιθανότητα αξιοποίησης και άλλων μέσων, τα οποία δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί, ενισχύει την αβεβαιότητα γύρω από την εξέλιξη της σύγκρουσης και, σύμφωνα με την ανάλυση, αποδεικνύει ότι το Ιράν είναι πλέον εκείνο που καθορίζει τους όρους της αντιπαράθεσης.
Μεταξύ των πιθανών επιλογών που αναφέρονται περιλαμβάνονται κυβερνοεπιθέσεις κατά κρίσιμων υποδομών, μη συμβατικά οικονομικά μέτρα, ενεργοποίηση περιφερειακών δικτύων σε μέχρι σήμερα ήσσονος σημασίας μέτωπα, καθώς και η χρήση υπερηχητικών πυραύλων με στόχο την υπερφόρτωση και εξουδετέρωση των πολυεπίπεδων συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας του αντιπάλου.
Μια νέα περιφερειακή τάξη διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή
Οι εξελίξεις που βρίσκονται σε εξέλιξη στη Μέση Ανατολή έχουν βαθιές γεωπολιτικές συνέπειες, καθώς το Ιράν δεν περιορίζεται πλέον στην υπεράσπιση των θαλάσσιων συνόρων του, αλλά επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τους κανόνες ισχύος σε μια περιοχή που επί δεκαετίες κυριαρχούνταν από τη ναυτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η στρατηγική της Τεχεράνης αποσκοπεί στη δημιουργία μιας νέας δυναμικής, ικανής να λειτουργεί αυτόνομα και να αναδιαμορφώσει την ισορροπία δυνάμεων στη Δυτική Ασία.
Στόχος ένας νέος γεωπολιτικός άξονας
Το Ιράν επιδιώκει να οικοδομήσει μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική, στην οποία το ίδιο και οι σύμμαχοί του θα αποτελούν ένα αξιόπιστο αντίβαρο απέναντι στον άξονα Ηνωμένων Πολιτειών – Ισραήλ – αραβικών κρατών του Περσικού Κόλπου.
Η συγκεκριμένη συμμαχία θα μπορούσε να διευρυνθεί περαιτέρω, προσελκύοντας χώρες που εμφανίζονται πιο κοντά στη στρατηγική αφήγηση του Ιράν, όπως η Τουρκία, το Κατάρ ή ακόμη και ορισμένες δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας.
Μια τέτοια εξέλιξη, θα συνιστούσε σοβαρή πρόκληση για τη σημερινή περιφερειακή τάξη πραγμάτων.
«Η Τεχεράνη γνωρίζει το κόστος του πολέμου»
Η ιρανική ηγεσία έχει επιδείξει επί περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες αξιοσημείωτη στρατηγική υπομονή και ικανότητα διαχείρισης υψηλού ρίσκου.
Η εμπειρία του πολέμου της δεκαετίας του 1980, των διεθνών κυρώσεων και των στοχευμένων δολοφονιών έχει διαμορφώσει μια πολιτική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η αντίσταση θεωρείται λιγότερο επώδυνη από την παράδοση.
Η επόμενη φάση της στρατηγικής
Το επόμενο στάδιο της ιρανικής στρατηγικής θα επικεντρωθεί στην περαιτέρω ενίσχυση του ελέγχου στα Στενά του Hormuz, στη διεύρυνση της περιφερειακής επιρροής της Τεχεράνης και στην άσκηση πίεσης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους, ώστε είτε να αποδεχθούν τη νέα πραγματικότητα είτε να προχωρήσουν σε περαιτέρω κλιμάκωση με ιδιαίτερα υψηλό κόστος.
Άλλωστε, δεν υπάρχει περιθώριο διαπραγμάτευσης όσον αφορά το κυριαρχικό δικαίωμα της χώρας να προστατεύει τα θαλάσσια σύνορά της και να διαχειρίζεται τα Στενά του Hormuz σύμφωνα με τις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί.
«Το παλαιό σύστημα ισχύος καταρρέει»
Το προηγούμενο περιφερειακό μοντέλο, το οποίο βασιζόταν στη ναυτική κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών, στην αδιαμφισβήτητη επιρροή των αραβικών κρατών του Περσικού Κόλπου και στον διαχωρισμό των εξελίξεων στον Περσικό Κόλπο από τα υπόλοιπα περιφερειακά μέτωπα, αποδομείται σταδιακά.
Στη θέση του, το Ιράν επιχειρεί να οικοδομήσει μια νέα περιφερειακή πραγματικότητα, βασισμένη στα δικά του στρατηγικά συμφέροντα, στις δικές του συμμαχίες και στη δική του αντίληψη περί νομιμοποίησης.
Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, καθώς το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης δεν θα επηρεάσει μόνο τον Περσικό Κόλπο, αλλά θα έχει σημαντικές συνέπειες στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές, στη διεθνή ναυτιλία, στη δομή των διεθνών συμμαχιών και στη μελλοντική αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας σε παγκόσμιο επίπεδο.
www.bankingnews.gr
Φυσικά, η κρίση αυτή δεν αποτελεί δημιούργημα του Ιράν, αλλά είναι η άμεση και τεκμηριωμένη συνέπεια της διαρκούς στρατιωτικής κλιμάκωσης των Ηνωμένων Πολιτειών και των, όπως υποστηρίζεται, απρόκλητων επιθετικών ενεργειών τους, οι οποίες παρουσιάζονται ως ο βασικός παράγοντας αποσταθεροποίησης της περιοχής.
Κατά την ίδια προσέγγιση, η κατάσταση χαρακτηρίζεται από τη συνεχή παραβίαση του Μνημονίου Κατανόησης (MoU) που είχε ως στόχο τον τερματισμό του πολέμου, μέσω επανειλημμένων αμερικανικών στρατιωτικών πληγμάτων σε ιρανικό έδαφος, μυστικών ναυτικών επιχειρήσεων και ενεργειών που το κείμενο χαρακτηρίζει ως θαλάσσια ληστεία και πειρατεία.
Η Ουάσιγκτον ήταν αυτή που αποδόμησε συστηματικά κάθε διπλωματική δυνατότητα αποκλιμάκωσης, αφήνοντας στην Τεχεράνη ως μοναδική επιλογή την αποφασιστική στρατιωτική απάντηση.
Η Τεχεράνη επικαλείται το δικαίωμα της αυτοάμυνας
Κάθε αμερικανική πρόκληση και κάθε επιθετική ενέργεια αντιμετωπίστηκε από το Ιράν με άμεση, αποφασιστική και πλήρως νόμιμη απάντηση.
Οι ενέργειες δεν είναι απλά κλιμάκωση, αλλά άσκηση του αναφαίρετου δικαιώματος αυτοάμυνας ενός κυρίαρχου κράτους, όπως προβλέπεται από το Άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Ουσιαστικά, η παρουσίαση του Ιράν ως επιτιθέμενου συνιστά πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας, ενώ υποστηρίζεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν εκείνες που επέλεξαν τη στρατιωτική οδό και ότι η Τεχεράνη δεν προτίθεται να υποχωρήσει.
Από την άμυνα στη στρατηγική αντεπίθεση
Μετά την πλήρη εξάντληση της διπλωματικής οδού, η οποία υπονομεύθηκε επανειλημμένα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν εγκαταλείπει πλέον την αμιγώς αμυντική στάση και περνά σε μια στρατηγικά επιθετική προσέγγιση.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα Στενά του Hormuz παύουν να αντιμετωπίζονται ως ένα απλό γεωγραφικό σημείο διέλευσης και μετατρέπονται σε βασικό μοχλό άσκησης ιρανικής ισχύος και κρατικής στρατηγικής, ικανό να αναδιαμορφώσει μόνιμα τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική μιας περιοχής που επί δεκαετίες κυριαρχούνταν από την αμερικανική ναυτική παρουσία.
Η Τεχεράνη δεν προτίθεται να προχωρήσει σε καμία υποχώρηση ή παραχώρηση σχετικά με τα Στενά του Hormuz και ότι θα συνεχίσει να τα διαχειρίζεται σύμφωνα με τα κυριαρχικά της δικαιώματα και τις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, θεωρώντας ότι η αμερικανική πολιτική δεν αφήνει άλλη επιλογή.
Το Μνημόνιο που παραβίασε η Ουάσιγκτον
Για να γίνει κατανοητή η σημερινή στάση του Ιράν πρέπει να εξεταστεί το θεσμικό πλαίσιο που, όπως υποστηρίζεται, αποδόμησαν σταδιακά οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό την πίεση του ισραηλινού λόμπι.
Το Μνημόνιο Κατανόησης (MoU), το οποίο φέρεται να είχε υπογραφεί από τους προέδρους του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών –αν και στις τελευταίες του εκδοχές είχε περισσότερο άτυπο χαρακτήρα– αποτελούσε ένα εύθραυστο αλλά λειτουργικό πλαίσιο αποκλιμάκωσης μετά τον πόλεμο που, όπως υποστηρίζεται, είχε επιβάλει στο Ιράν ο άξονας ΗΠΑ–Ισραήλ.
Το MoU περιλάμβανε άτυπες συμφωνίες για τη ναυτική δραστηριότητα στον Περσικό Κόλπο, περιορισμούς σε συγκεκριμένες κατηγορίες στρατιωτικών επιχειρήσεων κοντά στα ιρανικά χωρικά ύδατα, καθώς και αμοιβαία αναγνώριση των «κόκκινων γραμμών» των δύο πλευρών.
«Η διπλωματία έχει πεθάνει»
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβίασαν το συγκεκριμένο πλαίσιο επανειλημμένα και χωρίς συνέπειες ήδη από την πρώτη ημέρα.
Ως παραδείγματα είναι οι αεροπορικές επιδρομές στις νότιες επαρχίες του Ιράν, οι οποίες έχουν ενταθεί ιδιαίτερα την τελευταία εβδομάδα, οι ναυτικές επιχειρήσεις εντός της ιρανικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, οι κυβερνοεπιθέσεις κατά ιρανικών υποδομών, καθώς και η ανάπτυξη αμερικανικών ομάδων μάχης αεροπλανοφόρων σε απόσταση άμεσης επιχειρησιακής δράσης από τις ιρανικές ακτές.
Υπό αυτές τις συνθήκες το Ιράν θεωρεί ότι κάθε περιορισμός που επέβαλλε στον εαυτό του έχει πλέον αρθεί.
Η διπλωματική διαδικασία δεν χαρακτηρίζεται απλώς ως αδιέξοδη, αλλά ως οριστικά νεκρή, με την ευθύνη να αποδίδεται στις επιλογές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Το Ιράν δηλώνει έτοιμο να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα
Η Τεχεράνη θεωρεί πως διαθέτει πλέον πλήρη ελευθερία να αξιοποιήσει το σύνολο των στρατιωτικών, ασύμμετρων και οικονομικών εργαλείων που έχει στη διάθεσή της.
Η σύνδεση της κατάρρευσης της διπλωματίας με την επακόλουθη στρατιωτική κλιμάκωση δεν αποτελεί επιλογή αλλά αναγκαιότητα, προκειμένου να καταδειχθούν τα όρια της αμερικανικής πολιτικής.
Η Ουάσιγκτον ήταν εκείνη που «άναψε το φιτίλι» της σύγκρουσης και ότι πλέον το Ιράν είναι αυτό που θα καθορίσει πού και με ποιον τρόπο θα εκδηλωθούν οι συνέπειες της κλιμάκωσης.
Στρατηγική αποτυχία των ΗΠΑ και η αποφασιστικότητα του Ιράν
Ο αρχικός πολεμικός στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν η ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας και η άνευ όρων παράδοση της ιρανικής κυβέρνησης, ένας στόχος που κατέρρευσε πλήρως.
Σήμερα, η Ουάσιγκτον επιδιώκει πλέον απλώς την επιστροφή στην προπολεμική κατάσταση στα Στενά του Hormuz, γεγονός που παρουσιάζεται ως ένδειξη στρατηγικής εξάντλησης και αποτυχίας της αμερικανικής πολεμικής μηχανής.
«Το Ιράν ανάγκασε τις ΗΠΑ να εγκαταλείψουν τους αρχικούς τους στόχους»
Η μεταβολή αυτή συνιστά σημαντική επιτυχία της ιρανικής στρατηγικής αποτροπής απέναντι σε αυτό που χαρακτηρίζεται ως πλήρους κλίμακας και παράνομη στρατιωτική επιθετικότητα του άξονα ΗΠΑ – Ισραήλ.
Η μοναδική παγκόσμια στρατιωτική υπερδύναμη εγκατέλειψε τις αρχικές της επιδιώξεις, όπως η αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, η εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος και η αποδόμηση του περιφερειακού δικτύου επιρροής του Ιράν.
Αντί αυτών, η Ουάσιγκτον επιχειρεί πλέον να επιβάλει τον έλεγχό της αποκλειστικά στα Στενά του Hormuz, τα οποία αποτελούν θαλάσσια περιοχή που διαχειρίζεται νόμιμα το Ιράν.
«Οι αμερικανικές απαιτήσεις περιορίζονται συνεχώς»
Η σταδιακή μεταβολή των αμερικανικών απαιτήσεων είναι εμφανής τα τελευταία χρόνια.
Η Ουάσιγκτον πέρασε από τη θέση ότι «το Ιράν πρέπει να σταματήσει κάθε εμπλουτισμό ουρανίου» στη σημερινή απαίτηση ότι «το Ιράν δεν πρέπει να κλείσει τα Στενά του Hormuz».
Η εξέλιξη αυτή παρουσιάζεται ως ένδειξη στρατηγικής υποχώρησης και ήττας των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Η σύγκρουση θα κριθεί από την αντοχή και όχι από την ισχύ»
Η συγκεκριμένη εκτίμηση βασίζεται στην πραγματικότητα των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, κατά τις οποίες οι Ηνωμένες Πολιτείες εναλλάσσουν κυρώσεις, μυστικές επιχειρήσεις, περιορισμένα στρατιωτικά πλήγματα και διπλωματικές πρωτοβουλίες, χωρίς να επιτυγχάνουν τους επιδιωκόμενους στόχους τους.
Η συγκέντρωση της αντιπαράθεσης στα Στενά του Hormuz, παρά τον υψηλό συμβολισμό της, θεωρείται ότι αντανακλά περιορισμό των αμερικανικών στρατηγικών φιλοδοξιών.
Προφανώς η σύγκρουση είναι μια μακρά αναμέτρηση φθοράς, στην οποία το αποτέλεσμα δεν θα καθοριστεί αποκλειστικά από τη στρατιωτική ισχύ, αλλά από την πολιτική βούληση, την αντοχή και την ικανότητα κάθε πλευράς να απορροφήσει το κόστος της σύγκρουσης.
Το Ιράν θεωρεί ότι διαθέτει το ασύμμετρο πλεονέκτημα
Στο μεταξύ, η Τεχεράνη διαθέτει σημαντικά ασύμμετρα πλεονεκτήματα στην περιοχή.
Ανάμεσα σε αυτά αναφέρονται η γεωγραφική εγγύτητα στα Στενά του Hormuz, ο μεγάλος αριθμός μικρών ταχύπλοων επιθετικών σκαφών, τα ναρκοπέδια, οι ειδικές επιχειρήσεις με ελικόπτερα, καθώς και η μεγαλύτερη ανοχή της ιρανικής πλευράς τόσο στις οικονομικές απώλειες όσο και στο ανθρώπινο κόστος.
Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται να επιχειρούν σε μεγάλη απόσταση από τις βάσεις ανεφοδιασμού τους, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζουν εσωτερικές πολιτικές πιέσεις, οι οποίες εντείνονται όσο παρατείνεται η στρατιωτική εμπλοκή.
«Η διπλωματία τελείωσε – Ώρα για όλα τα μέσα»
Είναι σαφές ότι το Ιράν επέδειξε αυτοσυγκράτηση κατά την περίοδο της εκεχειρίας και της προσωρινής συμφωνίας με την Ουάσιγκτον.
Ωστόσο, μετά την παραβίαση του Μνημονίου Κατανόησης (MoU) από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Τεχεράνη θεωρεί ότι δεν δεσμεύεται πλέον από κανέναν περιορισμό.
Η κατάρρευση της πολιτικής και διπλωματικής διαδικασίας δεν αποτελεί αποτυχία της διπλωματίας αλλά τον καταλύτη για την επιτάχυνση των στρατιωτικών εξελίξεων.
Η θέση που προβάλλεται είναι ότι για την Τεχεράνη η διπλωματία δεν αποτέλεσε ποτέ εναλλακτική της σύγκρουσης, αλλά μια παράλληλη διαδικασία, η οποία, μόλις παραβιάστηκε, απελευθέρωσε δυνάμεις που η Ουάσιγκτον δεν μπορεί πλέον να ελέγξει.
Στενά του Hormuz: Ζήτημα κυριαρχίας και εθνικής κυριαρχίας
Η σημασία των Στενών του Hormuz υπερβαίνει κατά πολύ την οικονομική ή τη στρατιωτική τους διάσταση.
Αποτελούν ισχυρό εθνικό σύμβολο για το Ιράν, στοιχείο της εθνικής του κυριαρχίας και έκφραση της εδαφικής ακεραιότητας στον θαλάσσιο χώρο που ιστορικά και νομικά αναφέρεται ως Περσικός Κόλπος.
Η Τεχεράνη θεωρεί πως η διαχείριση των Στενών αποτελεί αποκλειστικό κυριαρχικό της δικαίωμα, θέση την οποία έχει ενισχύσει μέσω νέας νομοθεσίας που ρυθμίζει επίσημα το καθεστώς της ναυσιπλοΐας και των ζωνών ασφαλείας.
«Συνεργασία με τις ΗΠΑ σημαίνει συνενοχή»
Στο μεταξύ, στο «κάδρο» των ισορροπιών βρίσκονται και τα αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου.
Η συνεργασία τους με την αμερικανική στρατιωτική παρουσία συνιστά παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας του Ιράν.
Μάλιστα, είτε συνεργάζονται ενεργά με τις αμερικανικές δυνάμεις είτε αδυνατούν να τις απομακρύνουν από την περιοχή, καθίστανται άμεσοι συνεργοί σε εγκλήματα πολέμου εις βάρος του ιρανικού έθνους.
«Καμία υποχώρηση στα Στενά του Hormuz»
Η θέση της Τεχεράνης είναι απολύτως ξεκάθαρη.
Το Ιράν δεν πρόκειται να προχωρήσει σε καμία παραχώρηση σχετικά με τα Στενά του Hormuz και θα συνεχίσει να τα διαχειρίζεται σύμφωνα με τα κυριαρχικά του δικαιώματα και τις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στην περιοχή.
Η στάση αυτή αποδίδεται στις συνεχείς παραβιάσεις και επιθετικές ενέργειες των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες, δεν αφήνουν στην Τεχεράνη άλλη επιλογή.
Υεμένη, Bab al-Mandeb και το «ενιαίο μέτωπο»: Η νέα περιφερειακή στρατηγική του Ιράν
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της νέας περιφερειακής στρατηγικής του Ιράν είναι η άμεση σύνδεση της αντιπαράθεσης στα Στενά του Hormuz με την άρση του παράνομου αποκλεισμού της Υεμένης.
Η προσέγγιση αυτή αποκαλύπτει μια ολοκληρωμένη περιφερειακή στρατηγική, η οποία αντιμετωπίζει τα διαφορετικά πολεμικά μέτωπα ως τμήματα ενός ενιαίου επιχειρησιακού σχεδίου.
Η Υεμένη ως στρατηγικό εργαλείο της Τεχεράνης
Οι κινήσεις του Ιράν απέναντι στην Υεμένη δεν αποτελούν απλώς ανθρωπιστική πρωτοβουλία, αλλά μια στρατηγική επιλογή με στόχο να αναδείξει τη συνοχή και την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα του λεγόμενου Άξονα της Αντίστασης (Axis of Resistance).
Παράλληλα, η Τεχεράνη επιχειρεί να προβάλει μια νέα εικόνα ισχύος, η οποία ενισχύθηκε μετά το τέλος του πολέμου των 40 ημερών που της επιβλήθηκε.
Με την άρση του παράνομου και απάνθρωπου αποκλεισμού της Sana'a και με την παροχή στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας στον λαό της Υεμένης και στην κυβέρνησή του, το Ιράν στέλνει ένα ισχυρό πολιτικό και στρατιωτικό μήνυμα.
Μήνυμα προς συμμάχους και αντιπάλους
Προς τους συμμάχους του –τη Hezbollah στον Λίβανο, τη Hamas στη Γάζα, την Ansarullah στην Υεμένη και τις διάφορες ιρακινές οργανώσεις της αντίστασης– η Τεχεράνη επιχειρεί να καταστήσει σαφές ότι είναι έτοιμη να στηρίξει αποφασιστικά τους εταίρους της ακόμη και στις δυσκολότερες συνθήκες.
Ταυτόχρονα, προς τους αντιπάλους της, επιδιώκει να δείξει ότι το περιφερειακό δίκτυο επιρροής της παραμένει ενεργό, λειτουργικό και ικανό να ασκήσει πίεση σε πολλαπλά μέτωπα ταυτόχρονα.
Bab al-Mandeb: Το δεύτερο στρατηγικό σημείο πίεσης
Ιδιαίτερη είναι η σημασία της στρατηγικής αξιοποίησης της Υεμένης και κυρίως των Στενών Bab al-Mandeb, τα οποία αποτελούν κρίσιμο στοιχείο της νέας ιρανικής στρατηγικής.
Το Bab al-Mandeb, το στενό πέρασμα στη νότια είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας, ελέγχει την πρόσβαση προς τη Διώρυγα του Σουέζ και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου.
Μέσω συντονισμού με τις κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης, το Ιράν θα μπορούσε να αποκτήσει τη δυνατότητα να ασκήσει πίεση και σε αυτό το δεύτερο στρατηγικό θαλάσσιο πέρασμα, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τις επιπτώσεις που θα είχε μια κρίση στα Στενά του Hormuz.
Διπλή πίεση στις θαλάσσιες μεταφορές
Η δυνατότητα του Ιράν να επηρεάζει ταυτόχρονα δύο από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη –τον Περσικό Κόλπο και την Ερυθρά Θάλασσα– θα αποτελούσε σημαντική αναβάθμιση της στρατηγικής του ισχύος.
Οι διεθνείς ενεργειακές αγορές, που ήδη χαρακτηρίζονται από έντονη νευρικότητα, θα αντιμετώπιζαν ακόμη μεγαλύτερες διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ τα ασφάλιστρα των εμπορικών πλοίων θα εκτοξεύονταν.
Υπενθυμίζεται εδώ ότι οι ασιατικές οικονομίες, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές πετρελαίου του Περσικού Κόλπου, θα βρεθούν αντιμέτωπες με ιδιαίτερα ισχυρές πιέσεις είτε να αναλάβουν διαμεσολαβητικό ρόλο είτε να επιλέξουν στρατόπεδο.
Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι οι γεωπολιτικές συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης θα επηρέαζαν άμεσα την Ευρώπη, την Κίνα, την Ινδία, την Ιαπωνία και συνολικά τη διεθνή οικονομία.
Προετοιμασία για ευρύτερη σύγκρουση
Η δημιουργία ενιαίου επιχειρησιακού συντονισμού και κοινών κέντρων διοίκησης πριν από την κύρια στρατιωτική αναμέτρηση αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η Τεχεράνη θεωρεί την τρέχουσα φάση του πολέμου ως προοίμιο μιας πολύ μεγαλύτερης σύγκρουσης.
Η στρατιωτική λογική του Ιράν αντιμετωπίζει τις σημερινές εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο και στην Ερυθρά Θάλασσα ως μέρος της προετοιμασίας για μια μελλοντική, ευρύτερη αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους περιφερειακούς συμμάχους τους.
Με τη δημιουργία αυτών των επιχειρησιακών διασυνδέσεων ήδη από τώρα, η Τεχεράνη θεωρεί ότι έχει διαμορφώσει μια ενιαία δομή διοίκησης πολλαπλών μετώπων, ικανή να απαντήσει σε ενδεχόμενες αμερικανικές ή ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες με συντονισμένες και ταυτόχρονες επιχειρήσεις σε διαφορετικά θέατρα συγκρούσεων.
Η οικονομική διάσταση της ιρανικής στρατηγικής
Σύμφωνα με αναλυτές, η αποτίμηση της στρατηγικής στάσης του Ιράν δεν μπορεί να είναι πλήρης χωρίς να εξεταστεί και η οικονομική διάσταση της σύγκρουσης, η οποία έχει επιβληθεί στον ιρανικό λαό.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διεξάγουν εδώ και δεκαετίες έναν διαρκή οικονομικό πόλεμο κατά του Ιράν, όχι μόνο μέσω στρατιωτικών μέσων, αλλά κυρίως μέσω ενός εκτεταμένου καθεστώτος κυρώσεων.
Οι κυρώσεις αυτές δεν πλήττουν μόνο την ιρανική κυβέρνηση, αλλά και τον άμαχο πληθυσμό, περιορίζοντας την πρόσβαση σε τρόφιμα, φάρμακα και βασικά ανθρωπιστικά αγαθά.
Αρκετοί ειδικοί στο διεθνές δίκαιο χαρακτηρίζουν τις συγκεκριμένες κυρώσεις ως μορφή συλλογικής τιμωρίας ενός ολόκληρου λαού.
Τα Στενά του Hormuz ως «οικονομική αυτοάμυνα»
Η απειλή του Ιράν να περιορίσει ή ακόμη και να διακόψει πλήρως τη διέλευση από τα Στενά του Hormuz συνιστά άμεση αμφισβήτηση της υφιστάμενης παγκόσμιας ενεργειακής τάξης.
Η συγκεκριμένη πολιτική δεν αποτελεί οικονομική επίθεση, αλλά μορφή οικονομικής αυτοάμυνας.
Εφόσον οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να περιορίσουν την ιρανική οικονομία μέσω αυστηρών κυρώσεων, η Τεχεράνη θεωρεί ότι διαθέτει το νόμιμο δικαίωμα να προστατεύσει τη δική της οικονομική επιβίωση μέσω του ελέγχου της θαλάσσιας οδού από την οποία διέρχεται σημαντικό μέρος των παγκόσμιων ενεργειακών ροών.
Εναλλακτικά δίκτυα μεταφοράς πετρελαίου
Στο μεταξύ το Ιράν έχει αναπτύξει σειρά εναλλακτικών μηχανισμών για την αντιμετώπιση των δυτικών κυρώσεων.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αλλαγή σημαίας εμπορικών πλοίων μέσω φιλικών κρατών, η αξιοποίηση εναλλακτικών θαλάσσιων διαδρομών, καθώς και η ανάπτυξη χερσαίων ενεργειακών διαδρόμων εξαγωγών, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από τα κρίσιμα θαλάσσια σημεία διέλευσης.
«Όποιος σχεδιάζει το πεδίο της σύγκρουσης έχει το πλεονέκτημα»
Το σημαντικότερο στρατηγικό πλεονέκτημα του Ιράν είναι η δυνατότητά του να καθορίζει το ίδιο το πεδίο της αντιπαράθεσης.
Εκείνος που διαμορφώνει τους κανόνες και το περιβάλλον της σύγκρουσης αποκτά το μεγαλύτερο πλεονέκτημα απέναντι στον αντίπαλό του.
Η Τεχεράνη επιλέγει συνειδητά πεδία αντιπαράθεσης στα οποία διαθέτει εγγενή πλεονεκτήματα, όπως η γεωγραφική θέση, οι ασύμμετρες στρατιωτικές τακτικές, οι πολιτιστικοί και θρησκευτικοί δεσμοί στην περιοχή, αλλά και η μεγαλύτερη αντοχή στην απορρόφηση του κόστους μιας παρατεταμένης σύγκρουσης.
Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζονται να αναγκάζονται να αντιδρούν στις πρωτοβουλίες του Ιράν, συχνά σε πεδία που ευνοούν περισσότερο την ιρανική στρατηγική.
Το υψηλό κόστος για τις ΗΠΑ
Η επιβολή ναυτικού αποκλεισμού και η αμφισβήτηση του ελέγχου που ασκεί το Ιράν στα Στενά του Hormuz απαιτούν σημαντικές ναυτικές δυνάμεις και εκθέτουν τα αμερικανικά πολεμικά πλοία σε ασύμμετρες απειλές.
Μεταξύ αυτών αναφέρονται οι θαλάσσιες νάρκες, οι επιθέσεις από σμήνη ταχύπλοων σκαφών και οι αντιπλοϊκοί πύραυλοι.
Παράλληλα, η προστασία των περιφερειακών κρατών που φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις επιβαρύνει σημαντικά τις δυνατότητες των Ηνωμένων Πολιτειών και αναδεικνύει τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος.
Κάθε νέα στρατιωτική ενέργεια της Ουάσιγκτον συνεπάγεται αυξανόμενο οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κόστος.
Τα «κρυφά χαρτιά» της Τεχεράνης
Η πιθανότητα αξιοποίησης και άλλων μέσων, τα οποία δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί, ενισχύει την αβεβαιότητα γύρω από την εξέλιξη της σύγκρουσης και, σύμφωνα με την ανάλυση, αποδεικνύει ότι το Ιράν είναι πλέον εκείνο που καθορίζει τους όρους της αντιπαράθεσης.
Μεταξύ των πιθανών επιλογών που αναφέρονται περιλαμβάνονται κυβερνοεπιθέσεις κατά κρίσιμων υποδομών, μη συμβατικά οικονομικά μέτρα, ενεργοποίηση περιφερειακών δικτύων σε μέχρι σήμερα ήσσονος σημασίας μέτωπα, καθώς και η χρήση υπερηχητικών πυραύλων με στόχο την υπερφόρτωση και εξουδετέρωση των πολυεπίπεδων συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας του αντιπάλου.
Μια νέα περιφερειακή τάξη διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή
Οι εξελίξεις που βρίσκονται σε εξέλιξη στη Μέση Ανατολή έχουν βαθιές γεωπολιτικές συνέπειες, καθώς το Ιράν δεν περιορίζεται πλέον στην υπεράσπιση των θαλάσσιων συνόρων του, αλλά επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τους κανόνες ισχύος σε μια περιοχή που επί δεκαετίες κυριαρχούνταν από τη ναυτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η στρατηγική της Τεχεράνης αποσκοπεί στη δημιουργία μιας νέας δυναμικής, ικανής να λειτουργεί αυτόνομα και να αναδιαμορφώσει την ισορροπία δυνάμεων στη Δυτική Ασία.
Στόχος ένας νέος γεωπολιτικός άξονας
Το Ιράν επιδιώκει να οικοδομήσει μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική, στην οποία το ίδιο και οι σύμμαχοί του θα αποτελούν ένα αξιόπιστο αντίβαρο απέναντι στον άξονα Ηνωμένων Πολιτειών – Ισραήλ – αραβικών κρατών του Περσικού Κόλπου.
Η συγκεκριμένη συμμαχία θα μπορούσε να διευρυνθεί περαιτέρω, προσελκύοντας χώρες που εμφανίζονται πιο κοντά στη στρατηγική αφήγηση του Ιράν, όπως η Τουρκία, το Κατάρ ή ακόμη και ορισμένες δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας.
Μια τέτοια εξέλιξη, θα συνιστούσε σοβαρή πρόκληση για τη σημερινή περιφερειακή τάξη πραγμάτων.
«Η Τεχεράνη γνωρίζει το κόστος του πολέμου»
Η ιρανική ηγεσία έχει επιδείξει επί περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες αξιοσημείωτη στρατηγική υπομονή και ικανότητα διαχείρισης υψηλού ρίσκου.
Η εμπειρία του πολέμου της δεκαετίας του 1980, των διεθνών κυρώσεων και των στοχευμένων δολοφονιών έχει διαμορφώσει μια πολιτική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η αντίσταση θεωρείται λιγότερο επώδυνη από την παράδοση.
Η επόμενη φάση της στρατηγικής
Το επόμενο στάδιο της ιρανικής στρατηγικής θα επικεντρωθεί στην περαιτέρω ενίσχυση του ελέγχου στα Στενά του Hormuz, στη διεύρυνση της περιφερειακής επιρροής της Τεχεράνης και στην άσκηση πίεσης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους, ώστε είτε να αποδεχθούν τη νέα πραγματικότητα είτε να προχωρήσουν σε περαιτέρω κλιμάκωση με ιδιαίτερα υψηλό κόστος.
Άλλωστε, δεν υπάρχει περιθώριο διαπραγμάτευσης όσον αφορά το κυριαρχικό δικαίωμα της χώρας να προστατεύει τα θαλάσσια σύνορά της και να διαχειρίζεται τα Στενά του Hormuz σύμφωνα με τις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί.
«Το παλαιό σύστημα ισχύος καταρρέει»
Το προηγούμενο περιφερειακό μοντέλο, το οποίο βασιζόταν στη ναυτική κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών, στην αδιαμφισβήτητη επιρροή των αραβικών κρατών του Περσικού Κόλπου και στον διαχωρισμό των εξελίξεων στον Περσικό Κόλπο από τα υπόλοιπα περιφερειακά μέτωπα, αποδομείται σταδιακά.
Στη θέση του, το Ιράν επιχειρεί να οικοδομήσει μια νέα περιφερειακή πραγματικότητα, βασισμένη στα δικά του στρατηγικά συμφέροντα, στις δικές του συμμαχίες και στη δική του αντίληψη περί νομιμοποίησης.
Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, καθώς το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης δεν θα επηρεάσει μόνο τον Περσικό Κόλπο, αλλά θα έχει σημαντικές συνέπειες στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές, στη διεθνή ναυτιλία, στη δομή των διεθνών συμμαχιών και στη μελλοντική αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας σε παγκόσμιο επίπεδο.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών