Όσες επιθέσεις κι αν επιχειρήσει η Ουκρανία εις βάρος της Ρωσίας αποδεικνύονται πολύ… μικρές για να γονατίσουν τη Μόσχα. Παρά τις σοβαρές ζημιές που προκαλούνται σε διυλιστήρια και την αυξανόμενη πίεση στην αγορά καυσίμων, η Μόσχα επιχειρεί να απορροφήσει το σοκ, αναζητώντας εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού και αναδιατάσσοντας τις εσωτερικές ροές καυσίμων.
Στο επίκεντρο βρέθηκε το διυλιστήριο Orskneftorgsintez στην πόλη Orsk της περιφέρειας Orenburg, που οποίο φέρεται να δέχθηκε επίθεση από ουκρανικά drones την Τρίτη 11 Αυγούστου. Η εγκατάσταση τέθηκε εκτός λειτουργίας, ενώ οι εργασίες αποκατάστασης ενδέχεται, σύμφωνα με τις αναφορές, να διαρκέσουν έως και έξι μήνες.
Η σημασία του πλήγματος είναι ιδιαίτερα μεγάλη λόγω της παραγωγικής δυναμικότητας της εγκατάστασης. Το διυλιστήριο έχει ονομαστική δυνατότητα επεξεργασίας περίπου 6 εκατομμυρίων τόνων αργού πετρελαίου ετησίως, περίπου 120.000 βαρελιών ημερησίως, και παράγει μεταξύ άλλων βενζίνη, diesel, καύσιμα αεροπορίας και μαζούτ.
Η επίθεση στο Orsk δεν αποτέλεσε μεμονωμένο περιστατικό. Μία ημέρα αργότερα, εγκατάσταση διύλισης στην περιοχή Oryol βρέθηκε επίσης στο στόχαστρο drones, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πυρκαγιά. Ο περιφερειάρχης Andrey Klychkov επιβεβαίωσε το περιστατικό, ενώ μέχρι στιγμής δεν έχουν αναφερθεί απώλειες ανθρώπινων ζωών.
Πίεση στην αγορά καυσίμων
Τα αλλεπάλληλα πλήγματα στις ρωσικές ενεργειακές υποδομές έχουν εντείνει την πίεση στην εγχώρια αγορά καυσίμων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, από τα 26 μεγάλα ρωσικά διυλιστήρια που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο επιθέσεων, επτά έχουν τεθεί πλήρως εκτός παραγωγής, ενώ άλλα έντεκα αντιμετωπίζουν περιορισμούς στην παραγωγή.
Η εξέλιξη αυτή έχει συμβάλει στην άνοδο των τιμών χονδρικής της βενζίνης. Η τιμή της AI-95 στο χρηματιστήριο της Αγίας Πετρούπολης έφτασε σε ιστορικό υψηλό, περίπου στα 77.000 ρούβλια ανά τόνο, ενώ από τις αρχές του έτους η τιμή έχει αυξηθεί σημαντικά.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο εξαιτίας των δυσκολιών στην επισκευή ορισμένων εγκαταστάσεων. Στην περίπτωση του Orsk, ο περιφερειάρχης Orenburg Evgeny Solntsev ανέφερε ότι μέρος του εξοπλισμού είναι εισαγόμενο, γεγονός που, υπό το βάρος των δυτικών κυρώσεων, μπορεί να καθυστερήσει την προμήθεια ανταλλακτικών και την πλήρη αποκατάσταση της παραγωγής.
Η Μόσχα αναζητά εναλλακτικές
Παρά την πίεση, η Ρωσία δεν έχει μείνει χωρίς επιλογές. Η κυβέρνηση έχει απαγορεύσει τις εξαγωγές βενζίνης έως το τέλος Αυγούστου, προκειμένου να διατηρηθούν μεγαλύτερες ποσότητες στην εγχώρια αγορά, ενώ παράλληλα έχει αυξήσει τις εισαγωγές καυσίμων από τη Λευκορωσία.
Η συγκεκριμένη αντίδραση δείχνει και το παράδοξο της σημερινής κατάστασης: οι ουκρανικές επιθέσεις μπορούν να προκαλέσουν πραγματικές και σημαντικές ζημιές στη ρωσική ενεργειακή υποδομή, όμως η Μόσχα διαθέτει ακόμη τη δυνατότητα να ανακατευθύνει προμήθειες, να χρησιμοποιήσει παραγωγική δυναμικότητα άλλων περιοχών και να παρέμβει διοικητικά στην αγορά. Έτσι, το αποτέλεσμα των επιθέσεων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε παράλυση της ρωσικής οικονομίας ή σε κατάρρευση της ενεργειακής της αγοράς.
Από το πλήγμα στην ενεργειακή μάχη
Η νέα πραγματικότητα μετατρέπει τον πόλεμο των drones σε έναν ευρύτερο αγώνα οικονομικής και ενεργειακής αντοχής. Η Ουκρανία επιχειρεί να χτυπήσει έναν από τους βασικούς πυλώνες της ρωσικής οικονομίας, μειώνοντας την ικανότητα διύλισης και αυξάνοντας το κόστος λειτουργίας του ενεργειακού συστήματος.
Η Μόσχα, από την πλευρά της, επιχειρεί να απορροφήσει τις συνέπειες, ανακατανέμοντας καύσιμα, περιορίζοντας τις εξαγωγές και ενισχύοντας τις εισαγωγές. Το γεγονός ότι η Ρωσία είναι ταυτόχρονα ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς αργού πετρελαίου παγκοσμίως της προσφέρει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, καθώς διαθέτει τεράστιους ενεργειακούς πόρους, ακόμη και όταν ένα μέρος της ικανότητας διύλισης υφίσταται πλήγματα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών