Το βρετανικό περιοδικό The Economist περιγράφει μια κατάσταση αυξανόμενης πίεσης για την ουκρανική αεράμυνα, επισημαίνοντας ότι, παρότι το Κίεβο υφίσταται ρωσικές επιθέσεις εδώ και χρόνια, στα τέλη Αυγούστου η αντοχή του συστήματος δοκιμάστηκε σε πρωτοφανή βαθμό
Η Ουκρανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ολοένα πιο δύσκολη μάχη στον αέρα, καθώς επιχειρεί να αναχαιτίσει τους ρωσικούς βαλλιστικούς πυραύλους και τα νέα, ταχύτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη που χρησιμοποιεί η Μόσχα.
Το βρετανικό περιοδικό The Economist περιγράφει μια κατάσταση αυξανόμενης πίεσης για την ουκρανική αεράμυνα, επισημαίνοντας ότι, παρότι το Κίεβο υφίσταται ρωσικές επιθέσεις εδώ και χρόνια, στα τέλη Αυγούστου η αντοχή του συστήματος δοκιμάστηκε σε πρωτοφανή βαθμό.
Για πέντε ημέρες, μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου, η ουκρανική πρωτεύουσα δεχόταν σχεδόν ανά ώρα κύματα επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα οποία ακολουθούσαν βαλλιστικοί πύραυλοι, σύμφωνα με το δημοσίευμα.
Νέα ρωσικά drones αλλάζουν τους κανόνες
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για την Ουκρανία είναι, σύμφωνα με το The Economist, η εμφάνιση των νέων ρωσικών Geran-4 και Geran-5.
Τα συγκεκριμένα drones φέρεται να αναπτύσσουν ταχύτητες έως και 600 χλμ./ώρα, ενώ το δημοσίευμα αναφέρει ότι η παραγωγή τους έχει φτάσει περίπου τις 3.000 μονάδες τον μήνα.
Σε αντίθεση με τα παλαιότερα drones με έλικα, οι νέοι τύποι κινούνται με κινητήρες τζετ και, επιχειρησιακά, θυμίζουν περισσότερο χαμηλού κόστους πυραύλους κρουζ.
Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και το μεγαλύτερο Banderol, το οποίο αυξάνει περαιτέρω τις απαιτήσεις από την ουκρανική αεράμυνα.
Το πρόβλημα είναι ότι κάθε τέτοια αναχαίτιση έχει κόστος.
Τα ουκρανικά F-16 χρησιμοποιούν αμερικανικούς πυραύλους AIM-120 και AIM-9, όμως τα συγκεκριμένα όπλα είναι πολύτιμα και απαιτούνται παράλληλα για την αντιμετώπιση συμβατικών πυραύλων κρουζ.
Με άλλα λόγια, η Ουκρανία καλείται να ξοδεύει ακριβούς και περιορισμένους αναχαιτιστές απέναντι σε όπλα που μπορούν να παραχθούν σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι οι βαλλιστικοί πύραυλοι
Ακόμη σοβαρότερη θεωρείται η κατάσταση απέναντι στους βαλλιστικούς πυραύλους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το The Economist, από 57 βαλλιστικούς πυραύλους που εκτοξεύτηκαν κατά τις πρώτες οκτώ ημέρες του Αυγούστου, μόνο ένας φέρεται να αναχαιτίστηκε.
Το δημοσίευμα σημειώνει ότι στη συνέχεια οι ουκρανικές αρχές σταμάτησαν προσωρινά να δημοσιοποιούν αντίστοιχα στοιχεία. Στις 28 Αυγούστου ανακοίνωσαν ότι είχαν καταρρίψει επτά βαλλιστικούς πυραύλους κατά τη διάρκεια της προηγούμενης νύχτας.
Πίσω από αυτή την εικόνα, σύμφωνα με το βρετανικό περιοδικό, βρίσκεται ένα ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα:
τα αποθέματα πυραύλων Patriot PAC-3 της Ουκρανίας έχουν μειωθεί δραματικά.
Το PAC-3 θεωρείται ένα από τα αποτελεσματικότερα συστήματα που διαθέτει σήμερα το Κίεβο για την αντιμετώπιση βαλλιστικών απειλών.
Το The Economist υποστηρίζει ότι οι αναχαιτίσεις της 27ης Αυγούστου κατέστησαν δυνατές χάρη σε μια μικρή νέα παρτίδα πυραύλων PAC-3, η οποία αποκτήθηκε μέσω Ευρωπαίων συμμάχων.
Το κρίσιμο σημείο, όμως, είναι ότι μεγάλες και συνεχείς παραδόσεις δεν θεωρούνται δεδομένες.
Η Ευρώπη στέλνει SAMP/T – αλλά το κενό παραμένει
Η Ουκρανία προσβλέπει πλέον και στα ευρωπαϊκά συστήματα αεράμυνας.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, εντός του έτους αναμένεται να παραλάβει παλαιότερες γαλλοϊταλικές συστοιχίες SAMP/T, μαζί με πυραύλους αναχαίτισης Aster.
Το επόμενο έτος αναμένεται να ακολουθήσουν οκτώ νεότερα συστήματα SAMP/T NG, τα οποία διαθέτουν πιο προηγμένες δυνατότητες εντοπισμού και εμπλοκής στόχων.
Το νέο σύστημα σχεδιάστηκε ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει πιο σύνθετες βαλλιστικές απειλές, μεταξύ αυτών και πυραύλους που πραγματοποιούν ελιγμούς κατά την τελική φάση της πτήσης τους, όπως ο ρωσικός Iskander-M.
Η φιλοσοφία αναχαίτισης διαφέρει επίσης από αυτή του Patriot.
Ο Aster χρησιμοποιεί πολεμική κεφαλή που εκρήγνυται κοντά στον εισερχόμενο στόχο, ενώ ο PAC-3 βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη μέθοδο hit-to-kill, δηλαδή στην απευθείας κινητική πρόσκρουση πάνω στον αντίπαλο πύραυλο.
Η Ουκρανία στρέφεται σε δύο τελευταίες γραμμές άμυνας
Το The Economist εκτιμά ότι, εφόσον η Ουκρανία δεν μπορεί να εξασφαλίσει απεριόριστο αριθμό αναχαιτιστών, απομένουν ουσιαστικά δύο βασικές επιλογές.
Η πρώτη είναι η ενίσχυση της ανθεκτικότητας στο έδαφος.
Αυτό σημαίνει οχύρωση και καμουφλάζ κρίσιμων υποδομών, ενεργειακών εγκαταστάσεων και βιομηχανικών μονάδων, αλλά και δημιουργία μεγάλων αποθεμάτων ανταλλακτικών ώστε οι ζημιές να μπορούν να αποκαθίστανται γρήγορα.
Η δεύτερη επιλογή είναι πολύ πιο επιθετική: η λεγόμενη στρατηγική «πριν από την εκτόξευση».
Στόχος της είναι να μειωθεί ο αριθμός των πυραύλων που μπορεί να χρησιμοποιήσει η Ρωσία, μέσω πληγμάτων σε εργοστάσια παραγωγής, αποθήκες, εγκαταστάσεις υποστήριξης και εκτοξευτές, πριν τα όπλα προλάβουν να χρησιμοποιηθούν.
Ο χειμώνας μετατρέπεται σε αγώνα επιβίωσης
Το βασικό συμπέρασμα του δημοσιεύματος είναι ιδιαίτερα σκληρό.
Η Ουκρανία δεν αντιμετωπίζει απλώς έλλειψη πυραύλων αεράμυνας. Αντιμετωπίζει μια δομική οικονομική και βιομηχανική ανισορροπία.
Η μαζική παραγωγή επιθετικών βαλλιστικών πυραύλων και drones μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να είναι φθηνότερη και ταχύτερη από την παραγωγή των προηγμένων αναχαιτιστικών που απαιτούνται για την καταστροφή τους.
Έτσι, ακόμη και μια επιτυχημένη αναχαίτιση μπορεί να λειτουργεί οικονομικά υπέρ του επιτιθέμενου, όταν για την κατάρριψη ενός σχετικά φθηνότερου στόχου απαιτείται ένα πολύ ακριβότερο και δυσεύρετο αντιαεροπορικό όπλο.
Για το Κίεβο, επομένως, η μάχη του χειμώνα δεν θα κριθεί μόνο στο πόσους πυραύλους μπορεί να καταρρίψει.
Θα κριθεί και στο αν μπορεί να διατηρήσει λειτουργικό το ενεργειακό του σύστημα, να προστατεύσει τις υποδομές του, να εξασφαλίσει νέα αποθέματα αναχαιτιστών και ταυτόχρονα να πλήξει την ικανότητα της Ρωσίας να συνεχίσει τις επιθέσεις με τον ίδιο ρυθμό.
Στον αέρα, η εξίσωση γίνεται ολοένα πιο σκληρή: η Ρωσία επιχειρεί να υπερφορτώσει την ουκρανική άμυνα με αριθμούς, ενώ η Ουκρανία προσπαθεί να κερδίσει χρόνο με όλο και πιο περιορισμένα μέσα.
www.bankingnews.gr
Το βρετανικό περιοδικό The Economist περιγράφει μια κατάσταση αυξανόμενης πίεσης για την ουκρανική αεράμυνα, επισημαίνοντας ότι, παρότι το Κίεβο υφίσταται ρωσικές επιθέσεις εδώ και χρόνια, στα τέλη Αυγούστου η αντοχή του συστήματος δοκιμάστηκε σε πρωτοφανή βαθμό.
Για πέντε ημέρες, μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου, η ουκρανική πρωτεύουσα δεχόταν σχεδόν ανά ώρα κύματα επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα οποία ακολουθούσαν βαλλιστικοί πύραυλοι, σύμφωνα με το δημοσίευμα.
Νέα ρωσικά drones αλλάζουν τους κανόνες
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για την Ουκρανία είναι, σύμφωνα με το The Economist, η εμφάνιση των νέων ρωσικών Geran-4 και Geran-5.
Τα συγκεκριμένα drones φέρεται να αναπτύσσουν ταχύτητες έως και 600 χλμ./ώρα, ενώ το δημοσίευμα αναφέρει ότι η παραγωγή τους έχει φτάσει περίπου τις 3.000 μονάδες τον μήνα.
Σε αντίθεση με τα παλαιότερα drones με έλικα, οι νέοι τύποι κινούνται με κινητήρες τζετ και, επιχειρησιακά, θυμίζουν περισσότερο χαμηλού κόστους πυραύλους κρουζ.
Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και το μεγαλύτερο Banderol, το οποίο αυξάνει περαιτέρω τις απαιτήσεις από την ουκρανική αεράμυνα.
Το πρόβλημα είναι ότι κάθε τέτοια αναχαίτιση έχει κόστος.
Τα ουκρανικά F-16 χρησιμοποιούν αμερικανικούς πυραύλους AIM-120 και AIM-9, όμως τα συγκεκριμένα όπλα είναι πολύτιμα και απαιτούνται παράλληλα για την αντιμετώπιση συμβατικών πυραύλων κρουζ.
Με άλλα λόγια, η Ουκρανία καλείται να ξοδεύει ακριβούς και περιορισμένους αναχαιτιστές απέναντι σε όπλα που μπορούν να παραχθούν σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι οι βαλλιστικοί πύραυλοι
Ακόμη σοβαρότερη θεωρείται η κατάσταση απέναντι στους βαλλιστικούς πυραύλους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το The Economist, από 57 βαλλιστικούς πυραύλους που εκτοξεύτηκαν κατά τις πρώτες οκτώ ημέρες του Αυγούστου, μόνο ένας φέρεται να αναχαιτίστηκε.
Το δημοσίευμα σημειώνει ότι στη συνέχεια οι ουκρανικές αρχές σταμάτησαν προσωρινά να δημοσιοποιούν αντίστοιχα στοιχεία. Στις 28 Αυγούστου ανακοίνωσαν ότι είχαν καταρρίψει επτά βαλλιστικούς πυραύλους κατά τη διάρκεια της προηγούμενης νύχτας.
Πίσω από αυτή την εικόνα, σύμφωνα με το βρετανικό περιοδικό, βρίσκεται ένα ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα:
τα αποθέματα πυραύλων Patriot PAC-3 της Ουκρανίας έχουν μειωθεί δραματικά.
Το PAC-3 θεωρείται ένα από τα αποτελεσματικότερα συστήματα που διαθέτει σήμερα το Κίεβο για την αντιμετώπιση βαλλιστικών απειλών.
Το The Economist υποστηρίζει ότι οι αναχαιτίσεις της 27ης Αυγούστου κατέστησαν δυνατές χάρη σε μια μικρή νέα παρτίδα πυραύλων PAC-3, η οποία αποκτήθηκε μέσω Ευρωπαίων συμμάχων.
Το κρίσιμο σημείο, όμως, είναι ότι μεγάλες και συνεχείς παραδόσεις δεν θεωρούνται δεδομένες.
Η Ευρώπη στέλνει SAMP/T – αλλά το κενό παραμένει
Η Ουκρανία προσβλέπει πλέον και στα ευρωπαϊκά συστήματα αεράμυνας.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, εντός του έτους αναμένεται να παραλάβει παλαιότερες γαλλοϊταλικές συστοιχίες SAMP/T, μαζί με πυραύλους αναχαίτισης Aster.
Το επόμενο έτος αναμένεται να ακολουθήσουν οκτώ νεότερα συστήματα SAMP/T NG, τα οποία διαθέτουν πιο προηγμένες δυνατότητες εντοπισμού και εμπλοκής στόχων.
Το νέο σύστημα σχεδιάστηκε ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει πιο σύνθετες βαλλιστικές απειλές, μεταξύ αυτών και πυραύλους που πραγματοποιούν ελιγμούς κατά την τελική φάση της πτήσης τους, όπως ο ρωσικός Iskander-M.
Η φιλοσοφία αναχαίτισης διαφέρει επίσης από αυτή του Patriot.
Ο Aster χρησιμοποιεί πολεμική κεφαλή που εκρήγνυται κοντά στον εισερχόμενο στόχο, ενώ ο PAC-3 βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη μέθοδο hit-to-kill, δηλαδή στην απευθείας κινητική πρόσκρουση πάνω στον αντίπαλο πύραυλο.
Η Ουκρανία στρέφεται σε δύο τελευταίες γραμμές άμυνας
Το The Economist εκτιμά ότι, εφόσον η Ουκρανία δεν μπορεί να εξασφαλίσει απεριόριστο αριθμό αναχαιτιστών, απομένουν ουσιαστικά δύο βασικές επιλογές.
Η πρώτη είναι η ενίσχυση της ανθεκτικότητας στο έδαφος.
Αυτό σημαίνει οχύρωση και καμουφλάζ κρίσιμων υποδομών, ενεργειακών εγκαταστάσεων και βιομηχανικών μονάδων, αλλά και δημιουργία μεγάλων αποθεμάτων ανταλλακτικών ώστε οι ζημιές να μπορούν να αποκαθίστανται γρήγορα.
Η δεύτερη επιλογή είναι πολύ πιο επιθετική: η λεγόμενη στρατηγική «πριν από την εκτόξευση».
Στόχος της είναι να μειωθεί ο αριθμός των πυραύλων που μπορεί να χρησιμοποιήσει η Ρωσία, μέσω πληγμάτων σε εργοστάσια παραγωγής, αποθήκες, εγκαταστάσεις υποστήριξης και εκτοξευτές, πριν τα όπλα προλάβουν να χρησιμοποιηθούν.
Ο χειμώνας μετατρέπεται σε αγώνα επιβίωσης
Το βασικό συμπέρασμα του δημοσιεύματος είναι ιδιαίτερα σκληρό.
Η Ουκρανία δεν αντιμετωπίζει απλώς έλλειψη πυραύλων αεράμυνας. Αντιμετωπίζει μια δομική οικονομική και βιομηχανική ανισορροπία.
Η μαζική παραγωγή επιθετικών βαλλιστικών πυραύλων και drones μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να είναι φθηνότερη και ταχύτερη από την παραγωγή των προηγμένων αναχαιτιστικών που απαιτούνται για την καταστροφή τους.
Έτσι, ακόμη και μια επιτυχημένη αναχαίτιση μπορεί να λειτουργεί οικονομικά υπέρ του επιτιθέμενου, όταν για την κατάρριψη ενός σχετικά φθηνότερου στόχου απαιτείται ένα πολύ ακριβότερο και δυσεύρετο αντιαεροπορικό όπλο.
Για το Κίεβο, επομένως, η μάχη του χειμώνα δεν θα κριθεί μόνο στο πόσους πυραύλους μπορεί να καταρρίψει.
Θα κριθεί και στο αν μπορεί να διατηρήσει λειτουργικό το ενεργειακό του σύστημα, να προστατεύσει τις υποδομές του, να εξασφαλίσει νέα αποθέματα αναχαιτιστών και ταυτόχρονα να πλήξει την ικανότητα της Ρωσίας να συνεχίσει τις επιθέσεις με τον ίδιο ρυθμό.
Στον αέρα, η εξίσωση γίνεται ολοένα πιο σκληρή: η Ρωσία επιχειρεί να υπερφορτώσει την ουκρανική άμυνα με αριθμούς, ενώ η Ουκρανία προσπαθεί να κερδίσει χρόνο με όλο και πιο περιορισμένα μέσα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών