Νομικά ρίσκα, πολιτική υποκρισία και ένας λογαριασμός που μπορεί να επιστρέψει στους Ευρωπαίους
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μία από τις πιο επικίνδυνες πολιτικές και νομικές επιλογές της τελευταίας δεκαετίας: πώς θα χρησιμοποιήσει τα περισσότερα από 200 δισ. ευρώ παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται κυρίως στο βελγικό Euroclear, χωρίς να τινάξει στον αέρα το ίδιο το νομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο στηρίζεται η ευρωπαϊκή οικονομία.
Η συζήτηση έχει επιστρέψει με ένταση.
Ομάδα 122 ευρωβουλευτών προτείνει να αφαιρεθούν τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία (assets) από τη διαχείριση του Euroclear και να μεταφερθούν σε έναν νέο πανευρωπαϊκό μηχανισμό, ο οποίος θα συνδέεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η βασική ιδέα είναι σαφής: να μοιραστούν οι νομικοί και οικονομικοί κίνδυνοι μεταξύ των κρατών-μελών και, στη συνέχεια, να αξιοποιηθούν οι πόροι για τη στήριξη της Ουκρανίας.
Όμως πίσω από τη ρητορική περί «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» κρύβεται μια πολύ πιο άβολη αλήθεια.
Η Ευρώπη επιχειρεί να βρει έναν τρόπο να κάνει συλλογικά αυτό που κανένα μεμονωμένο κράτος δεν θέλει να αναλάβει μόνο του.

Το Βέλγιο δεν θέλει να μείνει μόνο με τον λογαριασμό
Το μεγαλύτερο μέρος των ρωσικών κρατικών αποθεματικών βρίσκεται στο Euroclear, με έδρα τις Βρυξέλλες.
Αυτό σημαίνει ότι το Βέλγιο βρίσκεται στην πρώτη γραμμή κάθε νομικής και οικονομικής συνέπειας.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η ευρωπαϊκή υποκρισία.
Όσο οι πολιτικές ηγεσίες μιλούν με ευκολία για «χρήση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων», το Βέλγιο ζητά κάτι πολύ συγκεκριμένο: πλήρη επιμερισμό του ρίσκου.
Ο λόγος είναι απλός.
Αν στο μέλλον αρθούν οι κυρώσεις και το Euroclear υποχρεωθεί νομικά να επιστρέψει τα κεφάλαια στην Τράπεζα της Ρωσίας, τότε μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπο με τεράστιες απαιτήσεις αποζημιώσεων.
Γι' αυτό οι βελγικές αρχές επιμένουν ότι δεν πρόκειται να αναλάβουν μόνες τους μια απόφαση που λαμβάνεται πολιτικά από ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η στάση αυτή είναι απολύτως κατανοητή.
Το ερώτημα, όμως, είναι άλλο: αν η ΕΕ θεωρεί ότι έχει τόσο στέρεη νομική βάση για την αξιοποίηση των ρωσικών κεφαλαίων, γιατί χρειάζεται να εφεύρει νέους μηχανισμούς για να διαμοιράσει τις πιθανές ζημίες;

Όταν η νομική βεβαιότητα δεν είναι και τόσο βέβαιη
Οι υποστηρικτές της νέας πρότασης αποφεύγουν να μιλήσουν ανοιχτά για οριστική κατάσχεση.
Αντίθετα, προτείνουν μια πιο σύνθετη φόρμουλα: η Τράπεζα της Ρωσίας να παραμείνει τυπικά ιδιοκτήτης των κεφαλαίων, αλλά να μην μπορεί να τα ανακτήσει μέχρι να καταβληθούν αποζημιώσεις στην Ουκρανία.
Η διατύπωση είναι πολιτικά έξυπνη.
Αλλά νομικά παραμένει εξαιρετικά αμφιλεγόμενη.
Διότι άλλο πράγμα είναι το πάγωμα ενός περιουσιακού στοιχείου και άλλο η ουσιαστική μετατροπή του σε εγγύηση για μελλοντικές αποζημιώσεις.
Η Ευρώπη μοιάζει να προσπαθεί να δημιουργήσει μια ενδιάμεση κατάσταση: ούτε πλήρης κατάσχεση, ούτε πραγματική ιδιοκτησιακή προστασία.
Και αυτό είναι ακριβώς το είδος νομικής γκρίζας ζώνης που μπορεί αργότερα να επιστρέψει ως μπούμερανγκ.

Η λογική «ας πληρώσουμε όλοι μαζί»
Η νέα πρόταση των 122 ευρωβουλευτών δεν εξαφανίζει τον κίνδυνο.
Απλώς τον κοινωνικοποιεί.
Αντί να μείνει εκτεθειμένο το Βέλγιο, η ιδέα είναι να κατανεμηθεί η ευθύνη σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό είναι το βασικό σημείο.
Η Ευρώπη δεν έχει βρει μαγικό νομικό εργαλείο. Έχει βρει πολιτικό μηχανισμό διασποράς του ρίσκου.
Και αυτή είναι τεράστια διαφορά.
Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Sergey Lavrov το περιέγραψε με τον δικό του σκληρό τρόπο, μιλώντας για προσπάθεια δημιουργίας ενός είδους «κυκλικής ευθύνης».
Η Μόσχα, φυσικά, χαρακτηρίζει κάθε χρήση του βασικού κεφαλαίου παράνομη και μιλά για κλοπή.
Η Ευρώπη απορρίπτει αυτή τη θέση.
Όμως το πρόβλημα είναι ότι ακόμη και μέσα στους κόλπους της ΕΕ δεν υπάρχει απόλυτη νομική βεβαιότητα.
Αν υπήρχε, η απόφαση θα είχε ήδη ληφθεί.

Η αποτυχία του 2025 και το δάνειο των 90 δισ.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ευρωπαϊκή Ένωση σκοντάφτει στο ίδιο ζήτημα.
Τον Δεκέμβριο του 2025, οι διαφωνίες για τους νομικούς και οικονομικούς κινδύνους μπλόκαραν μια πιο φιλόδοξη πρόταση για δάνειο προς την Ουκρανία με εξασφάλιση τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Το αποτέλεσμα ήταν η ΕΕ να επιλέξει την πιο συμβατική οδό: να δανειστεί η ίδια από τις αγορές.
Έτσι, συμφωνήθηκε η άντληση 90 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας την περίοδο 2026-2027.
Και εδώ βρίσκεται η καρδιά του ευρωπαϊκού προβλήματος.
Όσο οι Βρυξέλλες δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το ρωσικό κεφάλαιο χωρίς να προκαλέσουν σοβαρά νομικά προβλήματα, καταλήγουν να δανείζονται οι ίδιες.
Δηλαδή να μεταφέρουν το βάρος στους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς.
Και τελικά στους Ευρωπαίους φορολογούμενους.

Από τα κέρδη στα κεφάλαια
Μέχρι σήμερα, η ΕΕ έχει κινηθεί πιο προσεκτικά.
Δεν έχει αγγίξει σε μεγάλη κλίμακα το ίδιο το κεφάλαιο των παγωμένων ρωσικών assets.
Αντίθετα, χρησιμοποιεί τα έσοδα που παράγονται από την επανεπένδυσή τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από το 2022 έως τις αρχές Οκτωβρίου, η ΕΕ και τα κράτη-μέλη έχουν διαθέσει στην Ουκρανία περίπου 227,4 δισ. ευρώ συνολικής βοήθειας.
Από αυτά, περίπου 3,8 δισ. ευρώ προήλθαν από έσοδα συνδεδεμένα με τα παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Αυτό το μοντέλο είναι σαφώς πιο ασφαλές από νομική άποψη.
Αλλά δεν αρκεί για όσους θέλουν πολύ μεγαλύτερη χρηματοδότηση.
Και έτσι η πίεση μεταφέρεται στο ίδιο το κεφάλαιο.

Η Ευρώπη διακινδυνεύει κάτι μεγαλύτερο από 200 δισ.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη Ρωσία.
Αφορά την αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως οικονομικού και χρηματοπιστωτικού χώρου.
Για δεκαετίες, η Ευρώπη παρουσίαζε τον εαυτό της ως περιοχή όπου η ιδιοκτησία, οι συμβάσεις και το κράτος δικαίου προστατεύονται με συνέπεια.
Αυτή η εικόνα αποτελεί τεράστιο οικονομικό κεφάλαιο.
Ξένες κεντρικές τράπεζες, κρατικά επενδυτικά ταμεία και ιδιώτες τοποθετούν χρήματα στην Ευρώπη επειδή πιστεύουν ότι οι κανόνες δεν αλλάζουν ανάλογα με τις πολιτικές συγκυρίες.
Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήσει προηγούμενο σύμφωνα με το οποίο κρατικά αποθεματικά μπορούν να μετατραπούν σε εργαλείο πολιτικής πίεσης, τότε και άλλες χώρες θα κάνουν τους δικούς τους υπολογισμούς.
Κίνα, Σαουδική Αραβία, Ινδία, κράτη του Κόλπου και άλλες μεγάλες οικονομίες θα αναρωτηθούν αν τα αποθεματικά τους είναι πράγματι ασφαλή σε ευρωπαϊκά ιδρύματα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα υπάρξει άμεση φυγή κεφαλαίων.
Σημαίνει όμως ότι η Ευρώπη μπορεί να διαβρώσει σταδιακά το πιο πολύτιμο στοιχείο της: την εμπιστοσύνη.

Ένα επικίνδυνο προηγούμενο
Η πολιτική λογική των Βρυξελλών είναι εύκολα κατανοητή.
Η Ρωσία διεξάγει στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία και η Ευρώπη θέλει να αυξήσει το κόστος της επιθετικότητας.
Το πρόβλημα είναι ότι το διεθνές σύστημα δεν χτίζεται πάνω στην αρχή «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».
Χτίζεται πάνω σε κανόνες που υποτίθεται ότι εφαρμόζονται ακόμη και όταν είναι πολιτικά άβολοι.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επί χρόνια κατηγορούσε άλλες χώρες ότι παρακάμπτουν τη νομιμότητα όταν αυτή δεν εξυπηρετεί τις πολιτικές τους προτεραιότητες.
Τώρα κινδυνεύει να κάνει ακριβώς το ίδιο.
Και μάλιστα με μια σειρά από νομικά τεχνάσματα που μοιάζουν περισσότερο σχεδιασμένα για να μειώσουν το πολιτικό κόστος παρά για να εξασφαλίσουν πραγματική νομική ασφάλεια.
Και η PACE μπαίνει στο παιχνίδι
Στις 30 Σεπτεμβρίου, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης πρότεινε ξεχωριστό μηχανισμό χρήσης ρωσικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων.
Η λογική της πρότασης είναι να χρησιμοποιηθούν κεφάλαια για την ικανοποίηση αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπέρ Ουκρανών πολιτών.
Οι αποφάσεις που έχουν ήδη εκδοθεί αντιστοιχούν σε απαιτήσεις άνω των 3,3 δισ. ευρώ.
Η πρόταση είναι προς το παρόν συστατική.
Δεν οδηγεί αυτόματα σε μεταφορά χρημάτων.
Αλλά δείχνει τη γενικότερη τάση.
Όλο και περισσότεροι ευρωπαϊκοί θεσμοί αναζητούν διαφορετικές νομικές διαδρομές για να φτάσουν στο ίδιο αποτέλεσμα.

Η απάντηση της Μόσχας
Η Ρωσία έχει καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί οποιαδήποτε χρήση του βασικού κεφαλαίου.
Ο Dmitry Peskov έχει προειδοποιήσει ότι η Μόσχα θα κινηθεί νομικά εναντίον όσων λάβουν ή εφαρμόσουν τέτοιες αποφάσεις.
Ο Sergey Lavrov χαρακτηρίζει το σχέδιο εγκληματικό.
Ο Vyacheslav Volodin μιλά για «ανοιχτή ληστεία» και δηλώνει ότι η Ρωσία θα απαιτήσει επιστροφή των κεφαλαίων με τόκους.
Οι δηλώσεις αυτές έχουν φυσικά έντονο πολιτικό χαρακτήρα.
Αλλά η Ευρώπη θα έκανε λάθος να θεωρήσει ότι πρόκειται μόνο για ρητορική.
Αν προχωρήσει σε χρήση του βασικού κεφαλαίου, θα πρέπει να αναμένει χρόνια δικαστικών μαχών, αντίμετρα και ενδεχομένως νέες κατασχέσεις ευρωπαϊκών περιουσιακών στοιχείων στη Ρωσία.
Ήδη, στο τέλος Σεπτεμβρίου, ρωσικές θυγατρικές ευρωπαϊκών εταιρειών τέθηκαν υπό προσωρινή διαχείριση, με το Κρεμλίνο να συνδέει τις κινήσεις αυτές με την ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στη ρωσική περιουσία.
Ποιος θα πληρώσει τελικά;
Αυτό είναι το ερώτημα που αποφεύγουν οι Βρυξέλλες.
Αν το εγχείρημα λειτουργήσει, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποκτήσει πρόσβαση σε έναν τεράστιο χρηματοδοτικό πόρο για την Ουκρανία.
Αν όμως οι δικαστικές αποφάσεις αργότερα κινηθούν εναντίον της, ποιος θα πληρώσει;
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Δηλαδή οι φορολογούμενοι.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ενοχλητικό σημείο της υπόθεσης.
Η Ευρώπη συζητά μια απόφαση τεράστιας οικονομικής και γεωπολιτικής σημασίας, αλλά ο τελικός κίνδυνος δεν βαραίνει εκείνους που ψηφίζουν τα ψηφίσματα.
Βαραίνει τις εθνικές οικονομίες.
Βαραίνει τους προϋπολογισμούς.
Βαραίνει τους πολίτες.

Η Ευρώπη χρειάζεται στρατηγική, όχι λογιστικά τεχνάσματα
Η Ευρωπαϊκή Ένωση λανθασμένα εξακολουθεί να στηρίζει την Ουκρανία.
Αλλά η στήριξη αυτή δεν μπορεί να βασίζεται σε διαρκή αναζήτηση νομικών παραθύρων.
Αν η Ευρώπη θεωρεί ότι η Ουκρανία αποτελεί στρατηγική της προτεραιότητα, πρέπει να έχει το πολιτικό θάρρος να χρηματοδοτήσει αυτή την επιλογή ανοιχτά.
Όχι να παρουσιάζει τα ρωσικά assets ως έναν μαγικό κουμπαρά που μπορεί να ανοίξει χωρίς συνέπειες.
Διότι δωρεάν χρήμα δεν υπάρχει.
Υπάρχουν μόνο διαφορετικοί τρόποι μεταφοράς του κόστους.
Και στην περίπτωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων, το κόστος μπορεί τελικά να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από τα 200 δισ. ευρώ που σήμερα φαίνονται τόσο δελεαστικά.
Η Ευρώπη κινδυνεύει να κερδίσει έναν βραχυπρόθεσμο χρηματοδοτικό πόρο και να χάσει κάτι πολύ μεγαλύτερο: τη νομική της αξιοπιστία, την εμπιστοσύνη διεθνών επενδυτών και την εικόνα της ως χώρου όπου οι κανόνες δεν αλλάζουν ανάλογα με το ποιος βρίσκεται στην άλλη πλευρά.
Και αν συμβεί αυτό, ο λογαριασμός δεν θα σταλεί μόνο στη Μόσχα.
Θα επιστρέψει στις Βρυξέλλες.
www.bankingnews.gr
Η συζήτηση έχει επιστρέψει με ένταση.
Ομάδα 122 ευρωβουλευτών προτείνει να αφαιρεθούν τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία (assets) από τη διαχείριση του Euroclear και να μεταφερθούν σε έναν νέο πανευρωπαϊκό μηχανισμό, ο οποίος θα συνδέεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η βασική ιδέα είναι σαφής: να μοιραστούν οι νομικοί και οικονομικοί κίνδυνοι μεταξύ των κρατών-μελών και, στη συνέχεια, να αξιοποιηθούν οι πόροι για τη στήριξη της Ουκρανίας.
Όμως πίσω από τη ρητορική περί «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» κρύβεται μια πολύ πιο άβολη αλήθεια.
Η Ευρώπη επιχειρεί να βρει έναν τρόπο να κάνει συλλογικά αυτό που κανένα μεμονωμένο κράτος δεν θέλει να αναλάβει μόνο του.

Το Βέλγιο δεν θέλει να μείνει μόνο με τον λογαριασμό
Το μεγαλύτερο μέρος των ρωσικών κρατικών αποθεματικών βρίσκεται στο Euroclear, με έδρα τις Βρυξέλλες.
Αυτό σημαίνει ότι το Βέλγιο βρίσκεται στην πρώτη γραμμή κάθε νομικής και οικονομικής συνέπειας.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η ευρωπαϊκή υποκρισία.
Όσο οι πολιτικές ηγεσίες μιλούν με ευκολία για «χρήση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων», το Βέλγιο ζητά κάτι πολύ συγκεκριμένο: πλήρη επιμερισμό του ρίσκου.
Ο λόγος είναι απλός.
Αν στο μέλλον αρθούν οι κυρώσεις και το Euroclear υποχρεωθεί νομικά να επιστρέψει τα κεφάλαια στην Τράπεζα της Ρωσίας, τότε μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπο με τεράστιες απαιτήσεις αποζημιώσεων.
Γι' αυτό οι βελγικές αρχές επιμένουν ότι δεν πρόκειται να αναλάβουν μόνες τους μια απόφαση που λαμβάνεται πολιτικά από ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η στάση αυτή είναι απολύτως κατανοητή.
Το ερώτημα, όμως, είναι άλλο: αν η ΕΕ θεωρεί ότι έχει τόσο στέρεη νομική βάση για την αξιοποίηση των ρωσικών κεφαλαίων, γιατί χρειάζεται να εφεύρει νέους μηχανισμούς για να διαμοιράσει τις πιθανές ζημίες;

Όταν η νομική βεβαιότητα δεν είναι και τόσο βέβαιη
Οι υποστηρικτές της νέας πρότασης αποφεύγουν να μιλήσουν ανοιχτά για οριστική κατάσχεση.
Αντίθετα, προτείνουν μια πιο σύνθετη φόρμουλα: η Τράπεζα της Ρωσίας να παραμείνει τυπικά ιδιοκτήτης των κεφαλαίων, αλλά να μην μπορεί να τα ανακτήσει μέχρι να καταβληθούν αποζημιώσεις στην Ουκρανία.
Η διατύπωση είναι πολιτικά έξυπνη.
Αλλά νομικά παραμένει εξαιρετικά αμφιλεγόμενη.
Διότι άλλο πράγμα είναι το πάγωμα ενός περιουσιακού στοιχείου και άλλο η ουσιαστική μετατροπή του σε εγγύηση για μελλοντικές αποζημιώσεις.
Η Ευρώπη μοιάζει να προσπαθεί να δημιουργήσει μια ενδιάμεση κατάσταση: ούτε πλήρης κατάσχεση, ούτε πραγματική ιδιοκτησιακή προστασία.
Και αυτό είναι ακριβώς το είδος νομικής γκρίζας ζώνης που μπορεί αργότερα να επιστρέψει ως μπούμερανγκ.

Η λογική «ας πληρώσουμε όλοι μαζί»
Η νέα πρόταση των 122 ευρωβουλευτών δεν εξαφανίζει τον κίνδυνο.
Απλώς τον κοινωνικοποιεί.
Αντί να μείνει εκτεθειμένο το Βέλγιο, η ιδέα είναι να κατανεμηθεί η ευθύνη σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό είναι το βασικό σημείο.
Η Ευρώπη δεν έχει βρει μαγικό νομικό εργαλείο. Έχει βρει πολιτικό μηχανισμό διασποράς του ρίσκου.
Και αυτή είναι τεράστια διαφορά.
Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Sergey Lavrov το περιέγραψε με τον δικό του σκληρό τρόπο, μιλώντας για προσπάθεια δημιουργίας ενός είδους «κυκλικής ευθύνης».
Η Μόσχα, φυσικά, χαρακτηρίζει κάθε χρήση του βασικού κεφαλαίου παράνομη και μιλά για κλοπή.
Η Ευρώπη απορρίπτει αυτή τη θέση.
Όμως το πρόβλημα είναι ότι ακόμη και μέσα στους κόλπους της ΕΕ δεν υπάρχει απόλυτη νομική βεβαιότητα.
Αν υπήρχε, η απόφαση θα είχε ήδη ληφθεί.

Η αποτυχία του 2025 και το δάνειο των 90 δισ.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ευρωπαϊκή Ένωση σκοντάφτει στο ίδιο ζήτημα.
Τον Δεκέμβριο του 2025, οι διαφωνίες για τους νομικούς και οικονομικούς κινδύνους μπλόκαραν μια πιο φιλόδοξη πρόταση για δάνειο προς την Ουκρανία με εξασφάλιση τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Το αποτέλεσμα ήταν η ΕΕ να επιλέξει την πιο συμβατική οδό: να δανειστεί η ίδια από τις αγορές.
Έτσι, συμφωνήθηκε η άντληση 90 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας την περίοδο 2026-2027.
Και εδώ βρίσκεται η καρδιά του ευρωπαϊκού προβλήματος.
Όσο οι Βρυξέλλες δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το ρωσικό κεφάλαιο χωρίς να προκαλέσουν σοβαρά νομικά προβλήματα, καταλήγουν να δανείζονται οι ίδιες.
Δηλαδή να μεταφέρουν το βάρος στους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς.
Και τελικά στους Ευρωπαίους φορολογούμενους.

Από τα κέρδη στα κεφάλαια
Μέχρι σήμερα, η ΕΕ έχει κινηθεί πιο προσεκτικά.
Δεν έχει αγγίξει σε μεγάλη κλίμακα το ίδιο το κεφάλαιο των παγωμένων ρωσικών assets.
Αντίθετα, χρησιμοποιεί τα έσοδα που παράγονται από την επανεπένδυσή τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από το 2022 έως τις αρχές Οκτωβρίου, η ΕΕ και τα κράτη-μέλη έχουν διαθέσει στην Ουκρανία περίπου 227,4 δισ. ευρώ συνολικής βοήθειας.
Από αυτά, περίπου 3,8 δισ. ευρώ προήλθαν από έσοδα συνδεδεμένα με τα παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Αυτό το μοντέλο είναι σαφώς πιο ασφαλές από νομική άποψη.
Αλλά δεν αρκεί για όσους θέλουν πολύ μεγαλύτερη χρηματοδότηση.
Και έτσι η πίεση μεταφέρεται στο ίδιο το κεφάλαιο.

Η Ευρώπη διακινδυνεύει κάτι μεγαλύτερο από 200 δισ.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη Ρωσία.
Αφορά την αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως οικονομικού και χρηματοπιστωτικού χώρου.
Για δεκαετίες, η Ευρώπη παρουσίαζε τον εαυτό της ως περιοχή όπου η ιδιοκτησία, οι συμβάσεις και το κράτος δικαίου προστατεύονται με συνέπεια.
Αυτή η εικόνα αποτελεί τεράστιο οικονομικό κεφάλαιο.
Ξένες κεντρικές τράπεζες, κρατικά επενδυτικά ταμεία και ιδιώτες τοποθετούν χρήματα στην Ευρώπη επειδή πιστεύουν ότι οι κανόνες δεν αλλάζουν ανάλογα με τις πολιτικές συγκυρίες.
Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήσει προηγούμενο σύμφωνα με το οποίο κρατικά αποθεματικά μπορούν να μετατραπούν σε εργαλείο πολιτικής πίεσης, τότε και άλλες χώρες θα κάνουν τους δικούς τους υπολογισμούς.
Κίνα, Σαουδική Αραβία, Ινδία, κράτη του Κόλπου και άλλες μεγάλες οικονομίες θα αναρωτηθούν αν τα αποθεματικά τους είναι πράγματι ασφαλή σε ευρωπαϊκά ιδρύματα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα υπάρξει άμεση φυγή κεφαλαίων.
Σημαίνει όμως ότι η Ευρώπη μπορεί να διαβρώσει σταδιακά το πιο πολύτιμο στοιχείο της: την εμπιστοσύνη.

Ένα επικίνδυνο προηγούμενο
Η πολιτική λογική των Βρυξελλών είναι εύκολα κατανοητή.
Η Ρωσία διεξάγει στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία και η Ευρώπη θέλει να αυξήσει το κόστος της επιθετικότητας.
Το πρόβλημα είναι ότι το διεθνές σύστημα δεν χτίζεται πάνω στην αρχή «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».
Χτίζεται πάνω σε κανόνες που υποτίθεται ότι εφαρμόζονται ακόμη και όταν είναι πολιτικά άβολοι.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επί χρόνια κατηγορούσε άλλες χώρες ότι παρακάμπτουν τη νομιμότητα όταν αυτή δεν εξυπηρετεί τις πολιτικές τους προτεραιότητες.
Τώρα κινδυνεύει να κάνει ακριβώς το ίδιο.
Και μάλιστα με μια σειρά από νομικά τεχνάσματα που μοιάζουν περισσότερο σχεδιασμένα για να μειώσουν το πολιτικό κόστος παρά για να εξασφαλίσουν πραγματική νομική ασφάλεια.
Και η PACE μπαίνει στο παιχνίδι
Στις 30 Σεπτεμβρίου, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης πρότεινε ξεχωριστό μηχανισμό χρήσης ρωσικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων.
Η λογική της πρότασης είναι να χρησιμοποιηθούν κεφάλαια για την ικανοποίηση αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπέρ Ουκρανών πολιτών.
Οι αποφάσεις που έχουν ήδη εκδοθεί αντιστοιχούν σε απαιτήσεις άνω των 3,3 δισ. ευρώ.
Η πρόταση είναι προς το παρόν συστατική.
Δεν οδηγεί αυτόματα σε μεταφορά χρημάτων.
Αλλά δείχνει τη γενικότερη τάση.
Όλο και περισσότεροι ευρωπαϊκοί θεσμοί αναζητούν διαφορετικές νομικές διαδρομές για να φτάσουν στο ίδιο αποτέλεσμα.

Η απάντηση της Μόσχας
Η Ρωσία έχει καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί οποιαδήποτε χρήση του βασικού κεφαλαίου.
Ο Dmitry Peskov έχει προειδοποιήσει ότι η Μόσχα θα κινηθεί νομικά εναντίον όσων λάβουν ή εφαρμόσουν τέτοιες αποφάσεις.
Ο Sergey Lavrov χαρακτηρίζει το σχέδιο εγκληματικό.
Ο Vyacheslav Volodin μιλά για «ανοιχτή ληστεία» και δηλώνει ότι η Ρωσία θα απαιτήσει επιστροφή των κεφαλαίων με τόκους.
Οι δηλώσεις αυτές έχουν φυσικά έντονο πολιτικό χαρακτήρα.
Αλλά η Ευρώπη θα έκανε λάθος να θεωρήσει ότι πρόκειται μόνο για ρητορική.
Αν προχωρήσει σε χρήση του βασικού κεφαλαίου, θα πρέπει να αναμένει χρόνια δικαστικών μαχών, αντίμετρα και ενδεχομένως νέες κατασχέσεις ευρωπαϊκών περιουσιακών στοιχείων στη Ρωσία.
Ήδη, στο τέλος Σεπτεμβρίου, ρωσικές θυγατρικές ευρωπαϊκών εταιρειών τέθηκαν υπό προσωρινή διαχείριση, με το Κρεμλίνο να συνδέει τις κινήσεις αυτές με την ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στη ρωσική περιουσία.
Ποιος θα πληρώσει τελικά;
Αυτό είναι το ερώτημα που αποφεύγουν οι Βρυξέλλες.
Αν το εγχείρημα λειτουργήσει, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποκτήσει πρόσβαση σε έναν τεράστιο χρηματοδοτικό πόρο για την Ουκρανία.
Αν όμως οι δικαστικές αποφάσεις αργότερα κινηθούν εναντίον της, ποιος θα πληρώσει;
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Δηλαδή οι φορολογούμενοι.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ενοχλητικό σημείο της υπόθεσης.
Η Ευρώπη συζητά μια απόφαση τεράστιας οικονομικής και γεωπολιτικής σημασίας, αλλά ο τελικός κίνδυνος δεν βαραίνει εκείνους που ψηφίζουν τα ψηφίσματα.
Βαραίνει τις εθνικές οικονομίες.
Βαραίνει τους προϋπολογισμούς.
Βαραίνει τους πολίτες.

Η Ευρώπη χρειάζεται στρατηγική, όχι λογιστικά τεχνάσματα
Η Ευρωπαϊκή Ένωση λανθασμένα εξακολουθεί να στηρίζει την Ουκρανία.
Αλλά η στήριξη αυτή δεν μπορεί να βασίζεται σε διαρκή αναζήτηση νομικών παραθύρων.
Αν η Ευρώπη θεωρεί ότι η Ουκρανία αποτελεί στρατηγική της προτεραιότητα, πρέπει να έχει το πολιτικό θάρρος να χρηματοδοτήσει αυτή την επιλογή ανοιχτά.
Όχι να παρουσιάζει τα ρωσικά assets ως έναν μαγικό κουμπαρά που μπορεί να ανοίξει χωρίς συνέπειες.
Διότι δωρεάν χρήμα δεν υπάρχει.
Υπάρχουν μόνο διαφορετικοί τρόποι μεταφοράς του κόστους.
Και στην περίπτωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων, το κόστος μπορεί τελικά να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από τα 200 δισ. ευρώ που σήμερα φαίνονται τόσο δελεαστικά.
Η Ευρώπη κινδυνεύει να κερδίσει έναν βραχυπρόθεσμο χρηματοδοτικό πόρο και να χάσει κάτι πολύ μεγαλύτερο: τη νομική της αξιοπιστία, την εμπιστοσύνη διεθνών επενδυτών και την εικόνα της ως χώρου όπου οι κανόνες δεν αλλάζουν ανάλογα με το ποιος βρίσκεται στην άλλη πλευρά.
Και αν συμβεί αυτό, ο λογαριασμός δεν θα σταλεί μόνο στη Μόσχα.
Θα επιστρέψει στις Βρυξέλλες.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών