Τελευταία Νέα
Διεθνή

Από την «ένοπλη ειρήνη» στην απειλή ολοκληρωτικού πολέμου – Η Τεχεράνη προειδοποιεί Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ

Από την «ένοπλη ειρήνη» στην απειλή ολοκληρωτικού πολέμου – Η Τεχεράνη προειδοποιεί Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ
Η Τεχεράνη εγκαταλείπει τις αυταπάτες της ειρήνης
Στις 22 Οκτωβρίου 2026, η Τεχεράνη προειδοποίησε ΗΠΑ και Ισραήλ ότι ένα νέο πλήγμα θα μπορούσε να πυροδοτήσει σαρωτικά αντίποινα, από στρατηγικές υποδομές έως πυρηνικούς στόχους. Το μήνυμα είναι σαφές: η επόμενη σύγκρουση μπορεί να ξεφύγει από κάθε έλεγχο
 
Ένα δόγμα πολέμου χωρίς επίσημη σφραγίδα
 
Υπάρχει, άραγε, επίσημο στρατιωτικό δόγμα του Ιράν; Μέχρι στιγμής, δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια από την ιρανική ηγεσία κάποιο ενιαίο έγγραφο που να περιγράφει με σαφήνεια τις αρχές και τα όρια αυτής της στρατηγικής. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι απουσιάζει η στρατηγική σκέψη. Οι επαναλαμβανόμενες δηλώσεις Ιρανών αξιωματούχων αποκαλύπτουν μια συνεκτική αντίληψη: διαρκής στρατιωτική ετοιμότητα, προληπτική δράση και αντίποινα που θα επιβάλλουν στον αντίπαλο κόστος πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που υπολόγιζε.
 
Rahim Safavi: «Θα χτυπήσουμε εκεί όπου πονάει η Αμερική»
 
Ο Rahim Safavi, σύμβουλος του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν για στρατιωτικά ζητήματα, προειδοποίησε ότι η χώρα του είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει νέα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα. Σύμφωνα με τις δηλώσεις που του αποδίδονται, η απάντηση της Τεχεράνης θα μπορούσε να περιλαμβάνει επιθέσεις σε διαδικτυακές και τηλεπικοινωνιακές υποδομές, σε κρίσιμους διακομιστές και σε κέντρα δεδομένων που εξυπηρετούν τον αμερικανικό στρατό και έχουν στρατηγική σημασία για την παγκόσμια οικονομία.
Το μήνυμα γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνο όταν η προειδοποίηση επεκτείνεται στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του αντιπάλου, σε περίπτωση επίθεσης κατά των αντίστοιχων ιρανικών εγκαταστάσεων, καθώς και σε αμερικανικούς πολιτικούς στόχους, εάν επιχειρηθεί η δολοφονία Ιρανών ηγετών. Η Τεχεράνη αφήνει, επιπλέον, να εννοηθεί ότι διαθέτει επιλογές κλιμάκωσης στις οποίες δεν έχει καταφύγει μέχρι σήμερα.
 
Η αποτροπή μετατρέπεται σε απειλή γενικευμένων αντιποίνων
 
Οι δηλώσεις του Safavi δεν αφήνουν πολλά περιθώρια παρερμηνείας ως προς την πρόθεση της ιρανικής ηγεσίας: σε περίπτωση νέας επίθεσης, η απάντηση δεν θα περιοριστεί κατ’ ανάγκην στο πεδίο όπου εκδηλώθηκε το αρχικό πλήγμα. Η στόχευση κρίσιμων υποδομών, στρατηγικών εγκαταστάσεων και πολιτικών κέντρων εξουσίας θα μπορούσε να διευρύνει δραματικά το μέτωπο της σύγκρουσης.
Εάν η Τεχεράνη επιδιώκει να πείσει ότι κάθε επίθεση εναντίον της θα προκαλεί πολλαπλάσια ζημιά, τότε η αποτροπή παύει να είναι απλώς αμυντική προετοιμασία. Μετατρέπεται σε απειλή για μια σύγκρουση χωρίς σαφή γεωγραφικά ή επιχειρησιακά όρια.
 
Mohammad-Bagher Ghalibaf: Η ειρήνη ως διάλειμμα πριν από τον επόμενο πόλεμο
 
Μία εβδομάδα νωρίτερα, ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Mohammad-Bagher Ghalibaf, είχε διατυπώσει θέσεις που κινούνται στην ίδια κατεύθυνση, αν και σε περισσότερο πολιτικό και στρατηγικό επίπεδο.
Από τη συλλογιστική του προκύπτει μια αντίληψη της ειρήνης ριζικά διαφορετική από την κλασική διπλωματική προσέγγιση. Η ειρηνευτική συμφωνία δεν εμφανίζεται ως οριστικό τέλος της σύγκρουσης, αλλά ως μέσο κατοχύρωσης των κερδών στο πεδίο της μάχης και εξασφάλισης χρόνου μέχρι την επόμενη αναμέτρηση.
Με άλλα λόγια, η ειρήνη κινδυνεύει να μετατραπεί από στρατηγικό στόχο σε προσωρινό εργαλείο ανασύνταξης.
 
Από το «πόλεμος – διαπραγματεύσεις – ειρήνη» στο «πόλεμος – διαπραγματεύσεις – αποτροπή»
 
Η παραδοσιακή ακολουθία «πόλεμος – διαπραγματεύσεις – ειρήνη» φαίνεται να δίνει τη θέση της σε μια διαφορετική φόρμουλα: «πόλεμος – διαπραγματεύσεις – αποτροπή». Η διαφορά δεν είναι απλώς λεκτική. Αφορά τον ίδιο τον σκοπό της διπλωματίας.
Στη νέα αυτή αντίληψη, οι διαπραγματεύσεις δεν εγγυώνται την οριστική διευθέτηση της σύγκρουσης. Χρησιμοποιούνται για να διαμορφωθούν ευνοϊκότεροι όροι, να κερδηθεί χρόνος και να ενισχυθεί η στρατιωτική θέση της χώρας. Η ειρήνη, επομένως, δεν αποτελεί απαραίτητα το τέλος του πολέμου, αλλά ενδέχεται να λειτουργεί ως προετοιμασία για την επόμενη φάση του.
 
Διπλωματία υπό στρατιωτική διοίκηση
 
Όταν η διπλωματία υποτάσσεται ολοκληρωτικά στη στρατιωτική στρατηγική, χάνει την αυτονομία της ως εργαλείο πολιτικής επίλυσης διαφορών. Οι εμπορικές σχέσεις, οι ανθρωπιστικές παράμετροι και οι διεθνείς συμβιβασμοί περνούν σε δεύτερη μοίρα, εφόσον δεν εξυπηρετούν άμεσα την ασφάλεια και τη στρατιωτική θέση του κράτους.
Αυτό είναι το νόημα της λεγόμενης «ένοπλης ειρήνης»: όχι απλώς η διατήρηση ισχυρών ενόπλων δυνάμεων για την αποτροπή μιας επίθεσης, αλλά η ανάπτυξη δυνατοτήτων που θα επιτρέπουν στην Τεχεράνη να απαντά με δυσανάλογη ισχύ. Το μήνυμα προς τους αντιπάλους είναι σαφές: οποιαδήποτε επίθεση μπορεί να αποδειχθεί πολύ ακριβότερη από όσο είχαν υπολογίσει.
 
Προληπτικό πλήγμα: Η πιο επικίνδυνη μετατόπιση
 
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής είναι η έμφαση στην προληπτική δράση. Σύμφωνα με την αντίληψη που περιγράφεται, το Ιράν δεν θα χρειάζεται να περιμένει την εκδήλωση μιας επίθεσης. Εάν η ηγεσία του εκτιμήσει ότι διαμορφώνεται μια σοβαρή απειλή, θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο πλήγματος πριν ο αντίπαλος προχωρήσει στην υλοποίηση των σχεδίων του.
Εδώ βρίσκεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος: ποιος αποφασίζει πότε μια πρόθεση μετατρέπεται σε άμεση απειλή; Και με ποια αποδεικτικά στοιχεία; Όταν οι εκτιμήσεις περί επικείμενης επίθεσης αρκούν για να δικαιολογήσουν στρατιωτική δράση, τα περιθώρια διπλωματικής αποκλιμάκωσης στενεύουν δραματικά. Ένα λάθος συμπέρασμα ή μια λανθασμένη εκτίμηση μπορεί να πυροδοτήσει μια σύγκρουση που καμία πλευρά δεν θα μπορέσει εύκολα να ελέγξει.
 
Η Τεχεράνη αντιγράφει τη στρατηγική των αντιπάλων της
 
Η προσέγγιση αυτή θυμίζει έντονα τη στρατηγική του Ισραήλ, το οποίο έχει επανειλημμένα επικαλεστεί λόγους ασφαλείας για στρατιωτικές επιχειρήσεις πέρα από τα σύνορά του και για πλήγματα εναντίον απειλών που θεωρεί επικείμενες.
Αντίστοιχα, οι ΗΠΑ έχουν χρησιμοποιήσει την προστασία των εθνικών τους συμφερόντων και την αντιμετώπιση απειλών για την ασφάλειά τους ως βασικά επιχειρήματα για στρατιωτικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό. Ωστόσο, η επίκληση της εθνικής ασφάλειας δεν αρκεί από μόνη της για να νομιμοποιήσει κάθε χρήση βίας. Η νομιμότητα κάθε επιχείρησης εξαρτάται από τις συγκεκριμένες περιστάσεις και από τους κανόνες του διεθνούς δικαίου.
Το Ιράν, επομένως, δεν επινοεί απαραίτητα μια εντελώς νέα στρατηγική. Σε σημαντικό βαθμό, υιοθετεί μια λογική που αποδίδει στους ίδιους τους αντιπάλους του: εάν εκείνοι επικαλούνται προληπτική δράση και αποτροπή, η Τεχεράνη δηλώνει ότι διατηρεί το ίδιο δικαίωμα. Πρόκειται για έναν επικίνδυνο καθρέφτη, στον οποίο κάθε πλευρά παρουσιάζει τις δικές της ενέργειες ως αμυντικές και τις ενέργειες του αντιπάλου ως επιθετικές.
 
Ενότητα εξουσίας ή προετοιμασία για ολοκληρωτικό πόλεμο;
 
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι τόσο σκληρές θέσεις διατυπώνονται από τον Mohammad-Bagher Ghalibaf, επικεφαλής του κοινοβουλίου και όχι αποκλειστικά από στρατιωτικούς ή εκπροσώπους των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης. Αυτό μπορεί να υποδηλώνει προσπάθεια συντονισμού μεταξύ των πολιτικών θεσμών και του συντηρητικού θρησκευτικού και στρατιωτικού κατεστημένου.
Ο Ghalibaf υπογραμμίζει ότι οι διαφορετικοί πυλώνες της εξουσίας πρέπει να λειτουργούν ως «ενιαία γραμμή παραγωγής». Η διατύπωση είναι αποκαλυπτική: η πολιτική ηγεσία, η κυβέρνηση και οι στρατιωτικοί μηχανισμοί καλούνται να λειτουργούν με κοινό σχεδιασμό και ενιαίο στρατηγικό προσανατολισμό.
Ωστόσο, η λέξη «πρέπει» έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Υποδηλώνει ότι η πλήρης ενότητα δεν είναι κατ’ ανάγκην δεδομένη. Η δημόσια έκκληση για συντονισμό μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι οι εσωτερικές διαφορές εξακολουθούν να υπάρχουν, ακόμη κι αν η ηγεσία αντιλαμβάνεται πλέον ότι η επιβίωση του συστήματος εξαρτάται από τον περιορισμό τους.
 
Το διπλό κέντρο εξουσίας του Ιράν και το παιχνίδι των αντιπάλων
 
Από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, το Ιράν λειτουργεί μέσα από ένα σύνθετο σύστημα εξουσίας, στο οποίο οι εκλεγμένοι θεσμοί συνυπάρχουν με τους θεσμούς της ανώτατης θρησκευτικής ηγεσίας και τους ισχυρούς μηχανισμούς ασφαλείας. Η σχέση μεταξύ αυτών των κέντρων δεν είναι πάντοτε αρμονική.
Για τους αντιπάλους της Τεχεράνης, οι εσωτερικές αντιθέσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν ευκαιρία πολιτικής και στρατηγικής πίεσης. Η αποδυνάμωση των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και της ανώτατης θρησκευτικής ηγεσίας, μέσω στοχευμένων επιχειρήσεων, εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογική αποδόμησης των μηχανισμών που στηρίζουν το ιρανικό σύστημα εξουσίας.
Ωστόσο, η προσπάθεια ενοποίησης αυτών των μηχανισμών ενδέχεται να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που επιδιώκουν οι αντίπαλοι του Ιράν. Εάν οι πολιτικοί και στρατιωτικοί θεσμοί αρχίσουν να λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύνολο, η διάκριση μεταξύ των επιμέρους κέντρων εξουσίας θα γίνει λιγότερο χρήσιμη ως μέσο άσκησης πίεσης.
 
Pezeshkian και Araghchi: Από συνομιλητές σε πιθανούς στόχους;
 
Εδώ ανακύπτει ένα κρίσιμο και ιδιαίτερα επικίνδυνο ερώτημα. Εάν η πολιτική ηγεσία του Ιράν ταυτιστεί πλήρως με τη στρατιωτική και ιδεολογική στρατηγική του καθεστώτος, θα εξακολουθήσουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ να αντιμετωπίζουν τον πρόεδρο Masoud Pezeshkian και τον υπουργό Εξωτερικών Abbas Araghchi ως πιθανούς συνομιλητές για μια διπλωματική διευθέτηση;
Ή θα θεωρήσουν ότι η ενοποίηση της εξουσίας τούς καθιστά μέρος του ίδιου στρατηγικού μηχανισμού με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης;
Η πιθανότητα διεύρυνσης του κύκλου των προσώπων που θεωρούνται στρατιωτικοί στόχοι θα μπορούσε να περιορίσει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια διαπραγμάτευσης. Ωστόσο, η πολιτική σύγκλιση στο εσωτερικό του Ιράν δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν αποφασίσει να στοχοποιήσουν τον πρόεδρο ή τον υπουργό Εξωτερικών. Μια τέτοια εξέλιξη δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη χωρίς συγκεκριμένες ενδείξεις.
Το στρατηγικό πρόβλημα, πάντως, παραμένει: όσο λιγότερο διακριτοί εμφανίζονται οι πολιτικοί συνομιλητές από τους στρατιωτικούς μηχανισμούς, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διατηρηθούν ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας σε μια περίοδο κρίσης.
 
Η Τεχεράνη δεν θέλει να πολεμήσει μέχρι τον τελευταίο άνθρωπο — θέλει να επιβάλει το κόστος
 
Η σκληρή ρητορική του Ιράν δεν πρέπει να ερμηνεύεται αποκλειστικά ως ένδειξη επιθυμίας για ολοκληρωτικό πόλεμο. Μπορεί να αποτελεί προσπάθεια να πειστούν οι αντίπαλοι ότι το κόστος μιας νέας επίθεσης θα είναι τόσο υψηλό, ώστε να αποθαρρυνθούν από το να την επιχειρήσουν.
Ο στόχος, υπό αυτή την έννοια, δεν είναι απαραίτητα η αυτοκαταστροφή ή ένας πόλεμος μέχρι τον τελευταίο άνθρωπο. Είναι η επιβολή μιας ισορροπίας φόβου, στην οποία κανένας αντίπαλος δεν θα μπορεί να υπολογίζει ότι θα επιτεθεί χωρίς να υποστεί σοβαρές συνέπειες.
Αλλά αυτή η στρατηγική έχει ένα εγγενές μειονέκτημα: η αποτροπή λειτουργεί μόνο όταν ο αντίπαλος αντιλαμβάνεται με σαφήνεια τα όρια και τις προθέσεις της άλλης πλευράς. Όταν οι απειλές γίνονται ολοένα ευρύτερες και οι κόκκινες γραμμές δυσδιάκριτες, ο κίνδυνος λανθασμένων υπολογισμών αυξάνεται.
 
Θα ακούσουν Washington και Tel Aviv ή θα απαιτηθεί νέο αιματηρό μήνυμα;
 
Το ερώτημα είναι εάν οι προειδοποιήσεις της Τεχεράνης θα ληφθούν σοβαρά υπόψη στην Washington και στο Tel Aviv ή εάν η αντιπαράθεση θα συνεχιστεί μέχρι να υπάρξει ένα νέο, πολύ πιο καταστροφικό επεισόδιο.
Η ιρανική ηγεσία επιχειρεί να καταστήσει σαφές ότι δεν αντιμετωπίζει την ειρήνη ως άνευ όρων επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση. Τη συνδέει με την αποτροπή, την ισχύ και την ικανότητα ανταπόδοσης. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, από την πλευρά τους, καλούνται να σταθμίσουν εάν η στρατιωτική πίεση αποδυναμώνει πράγματι την Τεχεράνη ή αν συμβάλλει στη συσπείρωση του ιρανικού συστήματος εξουσίας.
 
Οι προειδοποιήσεις δεν αρκούν όταν κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν
 
Η εικόνα του Ιρανού σκοπού που φωνάζει «Αλτ\! Θα πυροβολήσω\!» αποδίδει με γλαφυρό τρόπο το αδιέξοδο. Η προειδοποίηση έχει νόημα μόνο όταν ο αντίπαλος πιστεύει ότι υπάρχει πραγματική βούληση και δυνατότητα υλοποίησής της. Όμως, όταν κάθε πλευρά θεωρεί ότι η άλλη καταλαβαίνει μόνο τη γλώσσα της ισχύος, η απειλή μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε πραγματικό πλήγμα.
Και τότε η αλυσίδα της κλιμάκωσης γίνεται δύσκολο να ανακοπεί: η μία επίθεση δικαιολογεί την επόμενη, τα αντίποινα βαφτίζονται αποτροπή και η διπλωματία περιορίζεται σε έναν αγώνα για καλύτερη θέση πριν από τον επόμενο γύρο.
Το πραγματικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι ποιος θα εκφωνήσει την πιο σκληρή προειδοποίηση. Είναι εάν υπάρχει ακόμη περιθώριο να μετατραπεί η απειλή σε διαπραγματευτικό μοχλό, αντί να γίνει η αφορμή για μια σύγκρουση με απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης