Οι ελληνικές εξαγωγές προς τη χώρα κατέγραψαν αύξηση 1,85% το 2025
Ο Καναδάς μπορεί να μην αποτελεί ακόμη μία από τις μεγαλύτερες αγορές για τα ελληνικά προϊόντα, ωστόσο εξελίσσεται σταθερά σε έναν ιδιαίτερα σημαντικό προορισμό για τρόφιμα υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας.
Οι ελληνικές εξαγωγές προς τη χώρα κατέγραψαν αύξηση 1,85% το 2025, επιβεβαιώνοντας ότι η στροφή των Καναδών καταναλωτών προς τη μεσογειακή διατροφή και τα προϊόντα «clean label» δημιουργεί νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες για την ελληνική αγροδιατροφική βιομηχανία.
Η ελληνική παρουσία ενισχύεται κυρίως σε προϊόντα που συνδυάζουν ποιότητα, αυθεντικότητα και πιστοποιημένη προέλευση.
Ελιές, ελαιόλαδο, φέτα, μέλι και ιχθυηρά διαμορφώνουν πλέον ένα ισχυρό εξαγωγικό χαρτοφυλάκιο, επιτρέποντας στις ελληνικές επιχειρήσεις να διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο σε μία από τις πλέον απαιτητικές αγορές παγκοσμίως.
Σύμφωνα με το ομογενειακό greek vision παρά το σχετικά περιορισμένο μέγεθος των εμπορικών ροών, ο Καναδάς αποκτά ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς λειτουργεί περισσότερο ως αγορά υπεραξίας και λιγότερο ως αγορά μεγάλου όγκου, προσφέροντας σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης σε επώνυμα ελληνικά προϊόντα.
Ελιές, ελαιόλαδο και ψάρια στην πρώτη γραμμή των εξαγωγών
Οι ελιές εξακολουθούν να αποτελούν το ισχυρότερο ελληνικό εξαγωγικό προϊόν στον Καναδά. Η αξία των εξαγωγών ελιάς και λαχανικών ανήλθε στα 28,1 εκατ. ευρώ το 2025, σημειώνοντας αύξηση 1,8%, με την Ελλάδα να διατηρεί τη δεύτερη θέση μεταξύ των προμηθευτών της καναδικής αγοράς, πίσω μόνο από την Ισπανία.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν η πορεία των ελιών σε άλμη, των οποίων οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 40,6%, φθάνοντας τα 18,1 εκατ. ευρώ.
Αντίθετα, σημαντική υποχώρηση καταγράφηκε στις παρασκευασμένες και συντηρημένες ελιές, εξέλιξη που αντανακλά τη μετατόπιση της ζήτησης προς πιο φυσικά και λιγότερο επεξεργασμένα προϊόντα.
Ισχυρή δυναμική εμφανίζουν και τα ελληνικά λαχανικά, ιδιαίτερα τα παρασκευασμένα και μη κατεψυγμένα προϊόντα, τα οποία σημείωσαν εντυπωσιακή αύξηση 116,5%, αποδεικνύοντας ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις διευρύνουν σταδιακά την παρουσία τους σε νέες κατηγορίες τροφίμων.
Το ελαιόλαδο παραμένει μία ακόμη αγορά με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης.
Αν και η κατά κεφαλήν κατανάλωση στον Καναδά εξακολουθεί να βρίσκεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, η υιοθέτηση της μεσογειακής διατροφής ενισχύει σταθερά τη ζήτηση.
Το ελληνικό παρθένο ελαιόλαδο κατέχει σήμερα μερίδιο αγοράς 3,75%, υπερβαίνοντας ανταγωνιστές όπως η Ιταλία και η Τουρκία, με την Ισπανία να διατηρεί κυρίαρχη θέση.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στα ιχθυηρά.
Η Ελλάδα έχει πλέον εδραιωθεί ως βασικός προμηθευτής τσιπούρας και λαβρακιού στην καναδική αγορά, καλύπτοντας το 65,4% των εισαγωγών λαβρακιού και το 44% των εισαγωγών τσιπούρας.
Η υψηλή κατανάλωση ψαριού στον Καναδά δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω ανάπτυξη των ελληνικών εξαγωγών, ιδιαίτερα σε προϊόντα που έχουν ήδη καθιερωθεί στην εστίαση.
Φέτα, μέλι και νέα προϊόντα διευρύνουν το ελληνικό αποτύπωμα
Η ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας δεν περιορίζεται στα παραδοσιακά προϊόντα. Σημαντικές επιδόσεις καταγράφουν και οι εξαγωγές παρασκευασμάτων διατροφής, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 39%, ενώ ιδιαίτερα υψηλή ήταν η άνοδος στα σιρόπια από ζαχαροκάλαμο ή ζαχαρότευτλα, με αύξηση που ξεπέρασε το 228%.
Το ελληνικό μέλι συνεχίζει επίσης να ενισχύει τη θέση του, με τις εξαγωγές να αυξάνονται κατά 15,76%, φτάνοντας τα 2,4 εκατ. ευρώ.
Η Ελλάδα καταλαμβάνει πλέον την τέταρτη θέση μεταξύ των προμηθευτών συσκευασμένου μελιού στον Καναδά, σε μια αγορά όπου κυριαρχούν παραδοσιακά η Νέα Ζηλανδία και η Αυστραλία.
Θετική πορεία παρουσιάζουν ακόμη και μικρότερες κατηγορίες προϊόντων, όπως το αλάτι και το εμφιαλωμένο νερό, επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική παραγωγή αποκτά ολοένα μεγαλύτερη διείσδυση σε εξειδικευμένα τμήματα της αγοράς.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πορεία της φέτας.
Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου CETA κατοχύρωσε τη «Φέτα» ως Γεωγραφική Ένδειξη στον Καναδά, ενισχύοντας την προστασία του ελληνικού προϊόντος απέναντι στις απομιμήσεις.
Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε σε αύξηση άνω του 110% στην αξία των εξαγωγών, με τις ετήσιες ποσότητες να προσεγγίζουν πλέον τους 1.000 τόνους.
Μικρή αγορά, μεγάλη στρατηγική αξία
Παρότι οι εξαγωγές προς τον Καναδά αντιπροσωπεύουν ακόμη λιγότερο από το 1% του συνολικού ελληνικού εξωτερικού εμπορίου, η σημασία τους υπερβαίνει τα απόλυτα μεγέθη.
Η χώρα αποτελεί μία ώριμη και απαιτητική αγορά, όπου η επιτυχία βασίζεται στην ποιότητα, την πιστοποίηση και την ισχυρή ταυτότητα του προϊόντος και όχι στις χαμηλές τιμές.
Το συνολικό διμερές εμπόριο Ελλάδας - Καναδά αυξήθηκε κατά 9,5% το 2025, ενώ το ελληνικό εμπορικό ισοζύγιο παρέμεινε πλεονασματικό, παρά τη μείωση του πλεονάσματος λόγω της σημαντικής αύξησης των εισαγωγών από τον Καναδά.
Για την ελληνική οικονομία, η ενίσχυση των εξαγωγών τροφίμων σημαίνει περισσότερη προστιθέμενη αξία, μεγαλύτερη στήριξη της πρωτογενούς παραγωγής και των περιφερειακών οικονομιών, αλλά και ενδυνάμωση της διεθνούς εικόνας των ελληνικών προϊόντων.
Για τις επιχειρήσεις, ο Καναδάς λειτουργεί ως μια απαιτητική «βιτρίνα», όπου η επιτυχία μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για περαιτέρω διείσδυση σε άλλες αγορές της Βόρειας Αμερικής.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφής: τα ελληνικά τρόφιμα δεν εξάγουν μόνο προϊόντα, αλλά ένα ολοκληρωμένο αφήγημα ποιότητας, αυθεντικότητας και μεσογειακού τρόπου ζωής, στοιχεία που αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη αξία στις διεθνείς αγορές.
www.bankingnews.gr
Οι ελληνικές εξαγωγές προς τη χώρα κατέγραψαν αύξηση 1,85% το 2025, επιβεβαιώνοντας ότι η στροφή των Καναδών καταναλωτών προς τη μεσογειακή διατροφή και τα προϊόντα «clean label» δημιουργεί νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες για την ελληνική αγροδιατροφική βιομηχανία.
Η ελληνική παρουσία ενισχύεται κυρίως σε προϊόντα που συνδυάζουν ποιότητα, αυθεντικότητα και πιστοποιημένη προέλευση.
Ελιές, ελαιόλαδο, φέτα, μέλι και ιχθυηρά διαμορφώνουν πλέον ένα ισχυρό εξαγωγικό χαρτοφυλάκιο, επιτρέποντας στις ελληνικές επιχειρήσεις να διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο σε μία από τις πλέον απαιτητικές αγορές παγκοσμίως.
Σύμφωνα με το ομογενειακό greek vision παρά το σχετικά περιορισμένο μέγεθος των εμπορικών ροών, ο Καναδάς αποκτά ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς λειτουργεί περισσότερο ως αγορά υπεραξίας και λιγότερο ως αγορά μεγάλου όγκου, προσφέροντας σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης σε επώνυμα ελληνικά προϊόντα.
Ελιές, ελαιόλαδο και ψάρια στην πρώτη γραμμή των εξαγωγών
Οι ελιές εξακολουθούν να αποτελούν το ισχυρότερο ελληνικό εξαγωγικό προϊόν στον Καναδά. Η αξία των εξαγωγών ελιάς και λαχανικών ανήλθε στα 28,1 εκατ. ευρώ το 2025, σημειώνοντας αύξηση 1,8%, με την Ελλάδα να διατηρεί τη δεύτερη θέση μεταξύ των προμηθευτών της καναδικής αγοράς, πίσω μόνο από την Ισπανία.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν η πορεία των ελιών σε άλμη, των οποίων οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 40,6%, φθάνοντας τα 18,1 εκατ. ευρώ.
Αντίθετα, σημαντική υποχώρηση καταγράφηκε στις παρασκευασμένες και συντηρημένες ελιές, εξέλιξη που αντανακλά τη μετατόπιση της ζήτησης προς πιο φυσικά και λιγότερο επεξεργασμένα προϊόντα.
Ισχυρή δυναμική εμφανίζουν και τα ελληνικά λαχανικά, ιδιαίτερα τα παρασκευασμένα και μη κατεψυγμένα προϊόντα, τα οποία σημείωσαν εντυπωσιακή αύξηση 116,5%, αποδεικνύοντας ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις διευρύνουν σταδιακά την παρουσία τους σε νέες κατηγορίες τροφίμων.
Το ελαιόλαδο παραμένει μία ακόμη αγορά με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης.
Αν και η κατά κεφαλήν κατανάλωση στον Καναδά εξακολουθεί να βρίσκεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, η υιοθέτηση της μεσογειακής διατροφής ενισχύει σταθερά τη ζήτηση.
Το ελληνικό παρθένο ελαιόλαδο κατέχει σήμερα μερίδιο αγοράς 3,75%, υπερβαίνοντας ανταγωνιστές όπως η Ιταλία και η Τουρκία, με την Ισπανία να διατηρεί κυρίαρχη θέση.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στα ιχθυηρά.
Η Ελλάδα έχει πλέον εδραιωθεί ως βασικός προμηθευτής τσιπούρας και λαβρακιού στην καναδική αγορά, καλύπτοντας το 65,4% των εισαγωγών λαβρακιού και το 44% των εισαγωγών τσιπούρας.
Η υψηλή κατανάλωση ψαριού στον Καναδά δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω ανάπτυξη των ελληνικών εξαγωγών, ιδιαίτερα σε προϊόντα που έχουν ήδη καθιερωθεί στην εστίαση.
Φέτα, μέλι και νέα προϊόντα διευρύνουν το ελληνικό αποτύπωμα
Η ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας δεν περιορίζεται στα παραδοσιακά προϊόντα. Σημαντικές επιδόσεις καταγράφουν και οι εξαγωγές παρασκευασμάτων διατροφής, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 39%, ενώ ιδιαίτερα υψηλή ήταν η άνοδος στα σιρόπια από ζαχαροκάλαμο ή ζαχαρότευτλα, με αύξηση που ξεπέρασε το 228%.
Το ελληνικό μέλι συνεχίζει επίσης να ενισχύει τη θέση του, με τις εξαγωγές να αυξάνονται κατά 15,76%, φτάνοντας τα 2,4 εκατ. ευρώ.
Η Ελλάδα καταλαμβάνει πλέον την τέταρτη θέση μεταξύ των προμηθευτών συσκευασμένου μελιού στον Καναδά, σε μια αγορά όπου κυριαρχούν παραδοσιακά η Νέα Ζηλανδία και η Αυστραλία.
Θετική πορεία παρουσιάζουν ακόμη και μικρότερες κατηγορίες προϊόντων, όπως το αλάτι και το εμφιαλωμένο νερό, επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική παραγωγή αποκτά ολοένα μεγαλύτερη διείσδυση σε εξειδικευμένα τμήματα της αγοράς.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πορεία της φέτας.
Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου CETA κατοχύρωσε τη «Φέτα» ως Γεωγραφική Ένδειξη στον Καναδά, ενισχύοντας την προστασία του ελληνικού προϊόντος απέναντι στις απομιμήσεις.
Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε σε αύξηση άνω του 110% στην αξία των εξαγωγών, με τις ετήσιες ποσότητες να προσεγγίζουν πλέον τους 1.000 τόνους.
Μικρή αγορά, μεγάλη στρατηγική αξία
Παρότι οι εξαγωγές προς τον Καναδά αντιπροσωπεύουν ακόμη λιγότερο από το 1% του συνολικού ελληνικού εξωτερικού εμπορίου, η σημασία τους υπερβαίνει τα απόλυτα μεγέθη.
Η χώρα αποτελεί μία ώριμη και απαιτητική αγορά, όπου η επιτυχία βασίζεται στην ποιότητα, την πιστοποίηση και την ισχυρή ταυτότητα του προϊόντος και όχι στις χαμηλές τιμές.
Το συνολικό διμερές εμπόριο Ελλάδας - Καναδά αυξήθηκε κατά 9,5% το 2025, ενώ το ελληνικό εμπορικό ισοζύγιο παρέμεινε πλεονασματικό, παρά τη μείωση του πλεονάσματος λόγω της σημαντικής αύξησης των εισαγωγών από τον Καναδά.
Για την ελληνική οικονομία, η ενίσχυση των εξαγωγών τροφίμων σημαίνει περισσότερη προστιθέμενη αξία, μεγαλύτερη στήριξη της πρωτογενούς παραγωγής και των περιφερειακών οικονομιών, αλλά και ενδυνάμωση της διεθνούς εικόνας των ελληνικών προϊόντων.
Για τις επιχειρήσεις, ο Καναδάς λειτουργεί ως μια απαιτητική «βιτρίνα», όπου η επιτυχία μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για περαιτέρω διείσδυση σε άλλες αγορές της Βόρειας Αμερικής.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφής: τα ελληνικά τρόφιμα δεν εξάγουν μόνο προϊόντα, αλλά ένα ολοκληρωμένο αφήγημα ποιότητας, αυθεντικότητας και μεσογειακού τρόπου ζωής, στοιχεία που αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη αξία στις διεθνείς αγορές.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών