Η πιθανή επαναπροσέγγιση Βερολίνου – Μόσχας, ακόμη και σε επίπεδο ρητορικής, μπορεί να αποτελέσει το προοίμιο μιας ευρύτερης αλλαγής στην ευρωπαϊκή πολιτική υποστηρίζουν οι Κινέζοι
Η δήλωση του Γερμανού καγκελαρίου Friedrich Merz σχετικά με την ελπίδα αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας προκάλεσε έντονη ανησυχία και αμηχανία στους πολιτικούς κύκλους της Ευρώπης.
H αλλαγή αυτή στη ρητορική του Βερολίνου δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική παρασπονδία, αλλά ενδέχεται να σηματοδοτεί κάτι πολύ βαθύτερο: την αρχή μιας αναπόφευκτης μετάβασης της Ευρώπης από τον ιδεολογικό δογματισμό στον ψυχρό γεωπολιτικό ρεαλισμό, επισημαίνει ο κινεζικός ειδησεογραφικός ιστότοπος Sohu.
Η Κίνα υπενθυμίζει ότι μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, ο ίδιος ο Merz είχε υιοθετήσει μια έντονα επιθετική στάση απέναντι στη Ρωσία, ζητώντας τη μετατροπή της Bundeswehr (Γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις) στη «ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη της Ευρώπης», με ξεκάθαρο στόχο τη σύγκρουση με τη Μόσχα.
Παράλληλα, είχε ταχθεί υπέρ της άρσης των περιορισμών στο βεληνεκές των όπλων που προμηθεύεται η Ουκρανία, υιοθετώντας πλήρως τη γραμμή της στρατιωτικής κλιμάκωσης που επιβάλλεται από την Ουάσιγκτον και τις πιο σκληρές φωνές του ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε ότι διαθέτει πολύ περισσότερο πείσμα από τα συνθήματα.

Η οικονομία ως αδυσώπητος καταλύτης
Η Γερμανία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή εσωτερική κρίση.
Οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, αποτέλεσμα της αποκοπής από τους φθηνούς ρωσικούς ενεργειακούς πόρους.
Το βιομηχανικό μοντέλο της χώρας –βασισμένο σε σταθερή, φθηνή ενέργεια και εξαγωγικό προσανατολισμό– έχει δεχθεί σοβαρό πλήγμα.
Εμβληματικές γερμανικές επιχειρήσεις μεταφέρουν δραστηριότητες εκτός Ευρώπης, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια αυξάνεται.
Το δημοσιονομικό έλλειμμα διογκώνεται, τα κοινωνικά προγράμματα πιέζονται, και η γερμανική κοινωνία αρχίζει να αμφισβητεί ανοιχτά το κατά πόσο η σύγκρουση με τη Ρωσία εξυπηρετεί πραγματικά τα εθνικά της συμφέροντα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ρητορική της «ηθικής υπεροχής» και της «στρατηγικής ήττας της Ρωσίας» χάνει τη δύναμή της μπροστά στο ένστικτο της πολιτικής και κοινωνικής αυτοσυντήρησης.
Όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν οι Κινέζοι αναλυτές, «η αλλαγή της στάσης του Merz δεν σημαίνει αλλαγή των απόψεών του, αλλά μια ορθολογική προσαρμογή στις συνθήκες».
Όταν οι τιμές του ρεύματος, το δημοσιονομικό χάσμα, η λαϊκή δυσαρέσκεια και ο πυρηνικός κίνδυνος συνυφαίνονται σε έναν εκρηκτικό συνδυασμό, ακόμη και τα πιο ηχηρά συνθήματα οφείλουν να υποχωρήσουν.

Η Ρωσία ως αναπόφευκτη ευρωπαϊκή πραγματικότητα
Η παραδοχή του Merz ότι «η Ρωσία είναι η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή χώρα» δεν είναι απλώς γεωγραφική διαπίστωση.
Είναι μια έμμεση αναγνώριση ενός στρατηγικού δεδομένου που η Ευρώπη προσπάθησε –μάταια– να αγνοήσει: η ήπειρος δεν μπορεί να οικοδομήσει μακροπρόθεσμη ασφάλεια, ενεργειακή σταθερότητα και οικονομική ανάπτυξη χωρίς τη Ρωσία.
Η πολιτική της απομόνωσης, των κυρώσεων και της στρατιωτικής πίεσης όχι μόνο δεν κατάφερε να «λυγίσει» τη Μόσχα, αλλά αντιθέτως επιτάχυνε τη στροφή της προς την Ανατολή.
Η Ρωσία αναδιάρθρωσε την οικονομία της, ενίσχυσε τη βιομηχανική της αυτάρκεια και εμβάθυνε τις σχέσεις της με μη δυτικά κέντρα ισχύος, κυρίως με την Κίνα.
Οι ενεργειακές ροές ανακατευθύνθηκαν, το ρούβλι σταθεροποιήθηκε, η εγχώρια παραγωγή ενισχύθηκε και νέες αγορές άνοιξαν στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη –και ειδικά η Γερμανία– βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες των ίδιων της των αποφάσεων.
Το Sohu δεν διστάζει να χαρακτηρίσει την ευρωπαϊκή στάση ως «στρατηγική αυτοτραυματισμού», καθώς η ήπειρος επέλεξε να θυσιάσει την οικονομική της σταθερότητα στο όνομα μιας γεωπολιτικής σύγκρουσης που δεν μπορούσε να ελέγξει.
Η Γερμανία, ως η ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας, υπέστη το μεγαλύτερο πλήγμα.
Η απώλεια της φθηνής ρωσικής ενέργειας αποδιάρθρωσε ολόκληρες βιομηχανικές αλυσίδες, ενώ η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται από την ακρίβεια, την ανασφάλεια και την αίσθηση ότι η χώρα σύρεται σε μια αντιπαράθεση που δεν εξυπηρετεί τα εθνικά της συμφέροντα.

Ο φόβος της ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης
Ένα ακόμη σημείο που τονίζει ιδιαίτερα το Sohu είναι ο παράγοντας του πυρηνικού κινδύνου.
Σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή ρητορική, που συχνά αντιμετωπίζει το ζήτημα επιφανειακά, η κινεζική ανάλυση υπογραμμίζει ότι καμία μεγάλη δύναμη δεν μπορεί να αγνοήσει το ενδεχόμενο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης όταν εμπλέκεται άμεσα ή έμμεσα μια πυρηνική υπερδύναμη όπως η Ρωσία.
Η αρχική σκληρή ρητορική του Merz, με τις εκκλήσεις για άρση περιορισμών στη χρήση όπλων και για ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος, έθετε τη Γερμανία σε μια τροχιά αυξανόμενου ρίσκου.
Η μετέπειτα αλλαγή τόνου αντανακλά την κατανόηση ότι η στρατιωτική κλιμάκωση δεν προσφέρει καμία εγγύηση ασφάλειας – αντιθέτως, αυξάνει την αβεβαιότητα.

Ο καθοριστικός ρόλος της Κίνας
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και ο λόγος για τον οποίο το κινεζικό ενδιαφέρον για τις δηλώσεις Merz είναι τόσο έντονο.
Το Πεκίνο αντιλαμβάνεται ότι η ευρωπαϊκή πολιτική βρίσκεται σε καμπή.
Η Κίνα, ως βασικός στρατηγικός εταίρος της Ρωσίας, έχει επενδύσει σε έναν πολυπολικό κόσμο, όπου η Δύση δεν θα μπορεί πλέον να επιβάλλει μονομερώς τη βούλησή της.
Η σινορωσική συνεργασία στον τομέα της ενέργειας, των υποδομών, της τεχνολογίας και των διεθνών θεσμών (BRICS, Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης) δημιουργεί ένα εναλλακτικό σύστημα διεθνών σχέσεων.
Για την Ευρώπη, και ειδικά για τη Γερμανία, η πλήρης ευθυγράμμιση με τις αμερικανικές επιδιώξεις συνεπάγεται τον κίνδυνο περιθωριοποίησης σε έναν κόσμο όπου το οικονομικό και δημογραφικό κέντρο βάρους μετατοπίζεται προς την Ασία.
Η Κίνα βλέπει στη στροφή της γερμανικής ρητορικής ένα πρώτο, δειλό βήμα αποδοχής αυτής της νέας πραγματικότητας.
Δεν πρόκειται για φιλορωσική «στροφή αξιών», αλλά για την αναγνώριση ότι η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να βρίσκεται σε μόνιμη αντιπαράθεση με δύο υπερδυνάμεις ταυτόχρονα: τη Ρωσία στρατιωτικά και την Κίνα οικονομικά.
Για την Κίνα, η Ρωσία αποτελεί έναν κρίσιμο εταίρο στη διαμόρφωση ενός πολυπολικού κόσμου, όπου καμία δύναμη δεν μπορεί να επιβάλλει μονομερώς τη θέλησή της.
Η αντοχή της Ρωσίας ενισχύει τη θέση της Κίνας, ενώ η ευρωπαϊκή αδυναμία λειτουργεί ως προειδοποίηση για το τι μπορεί να συμβεί σε όποιον θυσιάζει την αυτονομία του στο όνομα συμμαχιών που δεν βασίζονται σε αμοιβαίο όφελος.
Οι Κινέζοι υπογραμμίζουν ότι, αν η Ευρώπη συνεχίσει να αγνοεί αυτή την πραγματικότητα, κινδυνεύει να βρεθεί εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο πόλους ισχύος – τις ΗΠΑ και την ανερχόμενη Ασία – χωρίς δική της στρατηγική φωνή.

Η Ευρώπη υπό την πίεση του Trump
H μεταστροφή της γερμανικής ρητορικής δεν μπορεί να αποκοπεί από έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα: την επανεμφάνιση της ωμής αμερικανικής πίεσης προς την Ευρώπη, αυτή τη φορά μέσω της πολιτικής Trump και της χρήσης των δασμών ως εργαλείου γεωπολιτικού εξαναγκασμού.
Για το Πεκίνο, το μήνυμα είναι σαφές: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιμετωπίζουν την Ευρώπη ως ισότιμο εταίρο, αλλά ως χώρο προς πειθάρχηση.
Η συζήτηση γύρω από τη Γροιλανδία –μια περιοχή τεράστιας στρατηγικής σημασίας λόγω σπάνιων γαιών, ενεργειακών πόρων και ελέγχου της Αρκτικής– επανέφερε στο προσκήνιο τον πραγματικό χαρακτήρα της αμερικανικής στρατηγικής.
Οι έμμεσες ή άμεσες απειλές για εμπορικούς δασμούς και οικονομικά αντίποινα, σε περίπτωση που η Ευρώπη δεν ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις αμερικανικές επιδιώξεις, λειτούργησαν ως σοκ για πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Το Sohu επισημαίνει ότι, από κινεζική σκοπιά, η στάση Trump δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά αποκάλυψη.
Αποκαλύπτει ότι η Ευρώπη καλείται να πληρώσει διπλό τίμημα: αφενός να θυσιάσει τις σχέσεις της με τη Ρωσία στο όνομα της «συλλογικής ασφάλειας» και αφετέρου να δεχθεί οικονομικά πλήγματα από τον ίδιο της τον σύμμαχο, όταν τα αμερικανικά συμφέροντα το απαιτούν.

Καταλύτης η Γροιλανδία
Η υπόθεση της Γροιλανδίας λειτούργησε, σύμφωνα με τους Κινέζους αναλυτές, ως καταλύτης αφύπνισης.
Η Ευρώπη συνειδητοποιεί ότι, ενώ αποκόπτεται από τη ρωσική ενέργεια και αγορά, δεν της προσφέρεται καμία πραγματική οικονομική ασφάλεια από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Οι δασμοί, οι απειλές και η εργαλειοποίηση του εμπορίου δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την οικονομική ισχύ της ακόμη και εναντίον των στενότερων συμμάχων της.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αλλαγή τόνου του Merz αποκτά νέα διάσταση.
Δεν αφορά μόνο τη Ρωσία, αλλά και τη σταδιακή συνειδητοποίηση ότι η Γερμανία –και συνολικά η Ευρώπη– δεν μπορεί να βασίζεται σε μια μονοδιάστατη εξωτερική πολιτική πλήρους υποταγής στις αμερικανικές επιδιώξεις.
Όπως σημειώνει εμμέσως το Sohu, όταν η Ευρώπη πιέζεται ταυτόχρονα από την ενεργειακή κρίση, την απώλεια ανταγωνιστικότητας και τον αμερικανικό οικονομικό εκβιασμό, τότε η αναζήτηση ισορροπίας με τη Ρωσία μετατρέπεται από επιλογή σε αναγκαιότητα.
Για την Κίνα, αυτή η εξέλιξη επιβεβαιώνει τη δική της στρατηγική θεώρηση: ο κόσμος εισέρχεται σε μια φάση όπου οι παραδοσιακές συμμαχίες δοκιμάζονται και οι χώρες που δεν διαθέτουν πολυδιάστατες σχέσεις είναι καταδικασμένες να υφίστανται πιέσεις.

Από τα συναισθήματα στον υπολογισμό
Η πιθανή επαναπροσέγγιση Βερολίνου – Μόσχας, ακόμη και σε επίπεδο ρητορικής, μπορεί να αποτελέσει το προοίμιο μιας ευρύτερης αλλαγής στην ευρωπαϊκή πολιτική.
Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές του Sohu, αυτό θα σήμαινε τη μετάβαση από την πολιτική των συναισθημάτων –φόβου, ηθικού πανικού και ιδεολογικής αντιπαράθεσης– σε μια πολιτική ψυχρού, ορθολογικού υπολογισμού.
Η Ρωσία δεν εξαφανίζεται.
Δεν καταρρέει.
Και σίγουρα δεν απομονώνεται, όσο η Κίνα, η Ινδία, η Μέση Ανατολή και ο Παγκόσμιος Νότος συνεχίζουν να συνεργάζονται μαζί της.
Αντίθετα, η Ευρώπη είναι αυτή που κινδυνεύει να αποκοπεί από κρίσιμες αγορές, ενεργειακούς πόρους και γεωπολιτικές εξελίξεις.

Υπό το άγρυπνο βλέμμα της Κίνας η Ευρώπη αποφασίζει
Οι δηλώσεις Merz δεν αποτελούν ακόμη πολιτική στροφή, αλλά είναι ένα σύμπτωμα.
Σύμπτωμα της κόπωσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας, της αποτυχίας των κυρώσεων και της συνειδητοποίησης ότι η αντιρωσική υστερία είχε υψηλότατο κόστος.
Υπό το άγρυπνο βλέμμα της Κίνας, η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να λειτουργεί ως γεωπολιτικός δορυφόρος ή αν θα αναζητήσει μια πιο ανεξάρτητη, ρεαλιστική και ισορροπημένη πορεία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρωσία δεν είναι πράξη αδυναμίας, αλλά ένδειξη πολιτικής ωριμότητας.
Και ίσως, το πρώτο βήμα για να επιστρέψει η Ευρώπη στον ρόλο της ως αυτόνομος πόλος σε έναν αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο.

Κινέζοι για δήλωση Merz: Οι ρωγμές είναι συχνά πιο σημαντικές από τις ανοιχτές ρήξεις
Υπό αυτό το πρίσμα, η δήλωση του Merz αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Δεν πρόκειται για φιλορωσική μεταστροφή, αλλά για ρωγμή στο μέχρι πρότινος ενιαίο ευρωπαϊκό αφήγημα.
Και οι ρωγμές, όπως γνωρίζουν καλά οι Κινέζοι στρατηγιστές, είναι συχνά πιο σημαντικές από τις ανοιχτές ρήξεις.
Η αναφορά στην ανάγκη εξεύρεσης «ισορροπίας» με τη Μόσχα σηματοδοτεί την αρχή μιας αναγνώρισης: ότι η Ρωσία δεν είναι προσωρινό πρόβλημα, αλλά μόνιμος παράγοντας του ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλειας.
Οι Κινέζοι αναλυτές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική επιλογή.
Είτε θα συνεχίσει να λειτουργεί με βάση συναισθηματικές αντιδράσεις και εξωτερικές πιέσεις, είτε θα επανέλθει σε μια πολιτική ρεαλισμού, διαλόγου και ισορροπίας δυνάμεων.
Η Ρωσία, με την υποστήριξη και τη στρατηγική σύμπλευση της Κίνας, έχει ήδη προσαρμοστεί στη νέα εποχή.
Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη –και ειδικά η Γερμανία– θα προλάβει να το κάνει πριν το κόστος γίνει μη αναστρέψιμο.

www.bankingnews.gr
H αλλαγή αυτή στη ρητορική του Βερολίνου δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική παρασπονδία, αλλά ενδέχεται να σηματοδοτεί κάτι πολύ βαθύτερο: την αρχή μιας αναπόφευκτης μετάβασης της Ευρώπης από τον ιδεολογικό δογματισμό στον ψυχρό γεωπολιτικό ρεαλισμό, επισημαίνει ο κινεζικός ειδησεογραφικός ιστότοπος Sohu.
Η Κίνα υπενθυμίζει ότι μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, ο ίδιος ο Merz είχε υιοθετήσει μια έντονα επιθετική στάση απέναντι στη Ρωσία, ζητώντας τη μετατροπή της Bundeswehr (Γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις) στη «ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη της Ευρώπης», με ξεκάθαρο στόχο τη σύγκρουση με τη Μόσχα.
Παράλληλα, είχε ταχθεί υπέρ της άρσης των περιορισμών στο βεληνεκές των όπλων που προμηθεύεται η Ουκρανία, υιοθετώντας πλήρως τη γραμμή της στρατιωτικής κλιμάκωσης που επιβάλλεται από την Ουάσιγκτον και τις πιο σκληρές φωνές του ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε ότι διαθέτει πολύ περισσότερο πείσμα από τα συνθήματα.
Η οικονομία ως αδυσώπητος καταλύτης
Η Γερμανία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή εσωτερική κρίση.
Οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, αποτέλεσμα της αποκοπής από τους φθηνούς ρωσικούς ενεργειακούς πόρους.
Το βιομηχανικό μοντέλο της χώρας –βασισμένο σε σταθερή, φθηνή ενέργεια και εξαγωγικό προσανατολισμό– έχει δεχθεί σοβαρό πλήγμα.
Εμβληματικές γερμανικές επιχειρήσεις μεταφέρουν δραστηριότητες εκτός Ευρώπης, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια αυξάνεται.
Το δημοσιονομικό έλλειμμα διογκώνεται, τα κοινωνικά προγράμματα πιέζονται, και η γερμανική κοινωνία αρχίζει να αμφισβητεί ανοιχτά το κατά πόσο η σύγκρουση με τη Ρωσία εξυπηρετεί πραγματικά τα εθνικά της συμφέροντα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ρητορική της «ηθικής υπεροχής» και της «στρατηγικής ήττας της Ρωσίας» χάνει τη δύναμή της μπροστά στο ένστικτο της πολιτικής και κοινωνικής αυτοσυντήρησης.
Όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν οι Κινέζοι αναλυτές, «η αλλαγή της στάσης του Merz δεν σημαίνει αλλαγή των απόψεών του, αλλά μια ορθολογική προσαρμογή στις συνθήκες».
Όταν οι τιμές του ρεύματος, το δημοσιονομικό χάσμα, η λαϊκή δυσαρέσκεια και ο πυρηνικός κίνδυνος συνυφαίνονται σε έναν εκρηκτικό συνδυασμό, ακόμη και τα πιο ηχηρά συνθήματα οφείλουν να υποχωρήσουν.

Η Ρωσία ως αναπόφευκτη ευρωπαϊκή πραγματικότητα
Η παραδοχή του Merz ότι «η Ρωσία είναι η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή χώρα» δεν είναι απλώς γεωγραφική διαπίστωση.
Είναι μια έμμεση αναγνώριση ενός στρατηγικού δεδομένου που η Ευρώπη προσπάθησε –μάταια– να αγνοήσει: η ήπειρος δεν μπορεί να οικοδομήσει μακροπρόθεσμη ασφάλεια, ενεργειακή σταθερότητα και οικονομική ανάπτυξη χωρίς τη Ρωσία.
Η πολιτική της απομόνωσης, των κυρώσεων και της στρατιωτικής πίεσης όχι μόνο δεν κατάφερε να «λυγίσει» τη Μόσχα, αλλά αντιθέτως επιτάχυνε τη στροφή της προς την Ανατολή.
Η Ρωσία αναδιάρθρωσε την οικονομία της, ενίσχυσε τη βιομηχανική της αυτάρκεια και εμβάθυνε τις σχέσεις της με μη δυτικά κέντρα ισχύος, κυρίως με την Κίνα.
Οι ενεργειακές ροές ανακατευθύνθηκαν, το ρούβλι σταθεροποιήθηκε, η εγχώρια παραγωγή ενισχύθηκε και νέες αγορές άνοιξαν στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη –και ειδικά η Γερμανία– βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες των ίδιων της των αποφάσεων.
Το Sohu δεν διστάζει να χαρακτηρίσει την ευρωπαϊκή στάση ως «στρατηγική αυτοτραυματισμού», καθώς η ήπειρος επέλεξε να θυσιάσει την οικονομική της σταθερότητα στο όνομα μιας γεωπολιτικής σύγκρουσης που δεν μπορούσε να ελέγξει.
Η Γερμανία, ως η ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας, υπέστη το μεγαλύτερο πλήγμα.
Η απώλεια της φθηνής ρωσικής ενέργειας αποδιάρθρωσε ολόκληρες βιομηχανικές αλυσίδες, ενώ η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται από την ακρίβεια, την ανασφάλεια και την αίσθηση ότι η χώρα σύρεται σε μια αντιπαράθεση που δεν εξυπηρετεί τα εθνικά της συμφέροντα.

Ο φόβος της ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης
Ένα ακόμη σημείο που τονίζει ιδιαίτερα το Sohu είναι ο παράγοντας του πυρηνικού κινδύνου.
Σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή ρητορική, που συχνά αντιμετωπίζει το ζήτημα επιφανειακά, η κινεζική ανάλυση υπογραμμίζει ότι καμία μεγάλη δύναμη δεν μπορεί να αγνοήσει το ενδεχόμενο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης όταν εμπλέκεται άμεσα ή έμμεσα μια πυρηνική υπερδύναμη όπως η Ρωσία.
Η αρχική σκληρή ρητορική του Merz, με τις εκκλήσεις για άρση περιορισμών στη χρήση όπλων και για ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος, έθετε τη Γερμανία σε μια τροχιά αυξανόμενου ρίσκου.
Η μετέπειτα αλλαγή τόνου αντανακλά την κατανόηση ότι η στρατιωτική κλιμάκωση δεν προσφέρει καμία εγγύηση ασφάλειας – αντιθέτως, αυξάνει την αβεβαιότητα.

Ο καθοριστικός ρόλος της Κίνας
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και ο λόγος για τον οποίο το κινεζικό ενδιαφέρον για τις δηλώσεις Merz είναι τόσο έντονο.
Το Πεκίνο αντιλαμβάνεται ότι η ευρωπαϊκή πολιτική βρίσκεται σε καμπή.
Η Κίνα, ως βασικός στρατηγικός εταίρος της Ρωσίας, έχει επενδύσει σε έναν πολυπολικό κόσμο, όπου η Δύση δεν θα μπορεί πλέον να επιβάλλει μονομερώς τη βούλησή της.
Η σινορωσική συνεργασία στον τομέα της ενέργειας, των υποδομών, της τεχνολογίας και των διεθνών θεσμών (BRICS, Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης) δημιουργεί ένα εναλλακτικό σύστημα διεθνών σχέσεων.
Για την Ευρώπη, και ειδικά για τη Γερμανία, η πλήρης ευθυγράμμιση με τις αμερικανικές επιδιώξεις συνεπάγεται τον κίνδυνο περιθωριοποίησης σε έναν κόσμο όπου το οικονομικό και δημογραφικό κέντρο βάρους μετατοπίζεται προς την Ασία.
Η Κίνα βλέπει στη στροφή της γερμανικής ρητορικής ένα πρώτο, δειλό βήμα αποδοχής αυτής της νέας πραγματικότητας.
Δεν πρόκειται για φιλορωσική «στροφή αξιών», αλλά για την αναγνώριση ότι η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να βρίσκεται σε μόνιμη αντιπαράθεση με δύο υπερδυνάμεις ταυτόχρονα: τη Ρωσία στρατιωτικά και την Κίνα οικονομικά.
Για την Κίνα, η Ρωσία αποτελεί έναν κρίσιμο εταίρο στη διαμόρφωση ενός πολυπολικού κόσμου, όπου καμία δύναμη δεν μπορεί να επιβάλλει μονομερώς τη θέλησή της.
Η αντοχή της Ρωσίας ενισχύει τη θέση της Κίνας, ενώ η ευρωπαϊκή αδυναμία λειτουργεί ως προειδοποίηση για το τι μπορεί να συμβεί σε όποιον θυσιάζει την αυτονομία του στο όνομα συμμαχιών που δεν βασίζονται σε αμοιβαίο όφελος.
Οι Κινέζοι υπογραμμίζουν ότι, αν η Ευρώπη συνεχίσει να αγνοεί αυτή την πραγματικότητα, κινδυνεύει να βρεθεί εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο πόλους ισχύος – τις ΗΠΑ και την ανερχόμενη Ασία – χωρίς δική της στρατηγική φωνή.

Η Ευρώπη υπό την πίεση του Trump
H μεταστροφή της γερμανικής ρητορικής δεν μπορεί να αποκοπεί από έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα: την επανεμφάνιση της ωμής αμερικανικής πίεσης προς την Ευρώπη, αυτή τη φορά μέσω της πολιτικής Trump και της χρήσης των δασμών ως εργαλείου γεωπολιτικού εξαναγκασμού.
Για το Πεκίνο, το μήνυμα είναι σαφές: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιμετωπίζουν την Ευρώπη ως ισότιμο εταίρο, αλλά ως χώρο προς πειθάρχηση.
Η συζήτηση γύρω από τη Γροιλανδία –μια περιοχή τεράστιας στρατηγικής σημασίας λόγω σπάνιων γαιών, ενεργειακών πόρων και ελέγχου της Αρκτικής– επανέφερε στο προσκήνιο τον πραγματικό χαρακτήρα της αμερικανικής στρατηγικής.
Οι έμμεσες ή άμεσες απειλές για εμπορικούς δασμούς και οικονομικά αντίποινα, σε περίπτωση που η Ευρώπη δεν ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις αμερικανικές επιδιώξεις, λειτούργησαν ως σοκ για πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Το Sohu επισημαίνει ότι, από κινεζική σκοπιά, η στάση Trump δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά αποκάλυψη.
Αποκαλύπτει ότι η Ευρώπη καλείται να πληρώσει διπλό τίμημα: αφενός να θυσιάσει τις σχέσεις της με τη Ρωσία στο όνομα της «συλλογικής ασφάλειας» και αφετέρου να δεχθεί οικονομικά πλήγματα από τον ίδιο της τον σύμμαχο, όταν τα αμερικανικά συμφέροντα το απαιτούν.

Καταλύτης η Γροιλανδία
Η υπόθεση της Γροιλανδίας λειτούργησε, σύμφωνα με τους Κινέζους αναλυτές, ως καταλύτης αφύπνισης.
Η Ευρώπη συνειδητοποιεί ότι, ενώ αποκόπτεται από τη ρωσική ενέργεια και αγορά, δεν της προσφέρεται καμία πραγματική οικονομική ασφάλεια από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Οι δασμοί, οι απειλές και η εργαλειοποίηση του εμπορίου δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την οικονομική ισχύ της ακόμη και εναντίον των στενότερων συμμάχων της.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αλλαγή τόνου του Merz αποκτά νέα διάσταση.
Δεν αφορά μόνο τη Ρωσία, αλλά και τη σταδιακή συνειδητοποίηση ότι η Γερμανία –και συνολικά η Ευρώπη– δεν μπορεί να βασίζεται σε μια μονοδιάστατη εξωτερική πολιτική πλήρους υποταγής στις αμερικανικές επιδιώξεις.
Όπως σημειώνει εμμέσως το Sohu, όταν η Ευρώπη πιέζεται ταυτόχρονα από την ενεργειακή κρίση, την απώλεια ανταγωνιστικότητας και τον αμερικανικό οικονομικό εκβιασμό, τότε η αναζήτηση ισορροπίας με τη Ρωσία μετατρέπεται από επιλογή σε αναγκαιότητα.
Για την Κίνα, αυτή η εξέλιξη επιβεβαιώνει τη δική της στρατηγική θεώρηση: ο κόσμος εισέρχεται σε μια φάση όπου οι παραδοσιακές συμμαχίες δοκιμάζονται και οι χώρες που δεν διαθέτουν πολυδιάστατες σχέσεις είναι καταδικασμένες να υφίστανται πιέσεις.

Από τα συναισθήματα στον υπολογισμό
Η πιθανή επαναπροσέγγιση Βερολίνου – Μόσχας, ακόμη και σε επίπεδο ρητορικής, μπορεί να αποτελέσει το προοίμιο μιας ευρύτερης αλλαγής στην ευρωπαϊκή πολιτική.
Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές του Sohu, αυτό θα σήμαινε τη μετάβαση από την πολιτική των συναισθημάτων –φόβου, ηθικού πανικού και ιδεολογικής αντιπαράθεσης– σε μια πολιτική ψυχρού, ορθολογικού υπολογισμού.
Η Ρωσία δεν εξαφανίζεται.
Δεν καταρρέει.
Και σίγουρα δεν απομονώνεται, όσο η Κίνα, η Ινδία, η Μέση Ανατολή και ο Παγκόσμιος Νότος συνεχίζουν να συνεργάζονται μαζί της.
Αντίθετα, η Ευρώπη είναι αυτή που κινδυνεύει να αποκοπεί από κρίσιμες αγορές, ενεργειακούς πόρους και γεωπολιτικές εξελίξεις.

Υπό το άγρυπνο βλέμμα της Κίνας η Ευρώπη αποφασίζει
Οι δηλώσεις Merz δεν αποτελούν ακόμη πολιτική στροφή, αλλά είναι ένα σύμπτωμα.
Σύμπτωμα της κόπωσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας, της αποτυχίας των κυρώσεων και της συνειδητοποίησης ότι η αντιρωσική υστερία είχε υψηλότατο κόστος.
Υπό το άγρυπνο βλέμμα της Κίνας, η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να λειτουργεί ως γεωπολιτικός δορυφόρος ή αν θα αναζητήσει μια πιο ανεξάρτητη, ρεαλιστική και ισορροπημένη πορεία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρωσία δεν είναι πράξη αδυναμίας, αλλά ένδειξη πολιτικής ωριμότητας.
Και ίσως, το πρώτο βήμα για να επιστρέψει η Ευρώπη στον ρόλο της ως αυτόνομος πόλος σε έναν αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο.

Κινέζοι για δήλωση Merz: Οι ρωγμές είναι συχνά πιο σημαντικές από τις ανοιχτές ρήξεις
Υπό αυτό το πρίσμα, η δήλωση του Merz αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Δεν πρόκειται για φιλορωσική μεταστροφή, αλλά για ρωγμή στο μέχρι πρότινος ενιαίο ευρωπαϊκό αφήγημα.
Και οι ρωγμές, όπως γνωρίζουν καλά οι Κινέζοι στρατηγιστές, είναι συχνά πιο σημαντικές από τις ανοιχτές ρήξεις.
Η αναφορά στην ανάγκη εξεύρεσης «ισορροπίας» με τη Μόσχα σηματοδοτεί την αρχή μιας αναγνώρισης: ότι η Ρωσία δεν είναι προσωρινό πρόβλημα, αλλά μόνιμος παράγοντας του ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλειας.
Οι Κινέζοι αναλυτές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική επιλογή.
Είτε θα συνεχίσει να λειτουργεί με βάση συναισθηματικές αντιδράσεις και εξωτερικές πιέσεις, είτε θα επανέλθει σε μια πολιτική ρεαλισμού, διαλόγου και ισορροπίας δυνάμεων.
Η Ρωσία, με την υποστήριξη και τη στρατηγική σύμπλευση της Κίνας, έχει ήδη προσαρμοστεί στη νέα εποχή.
Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη –και ειδικά η Γερμανία– θα προλάβει να το κάνει πριν το κόστος γίνει μη αναστρέψιμο.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών