Ενώ το απατηλό «πνεύμα του Άνκορατζ» φέρεται να καλλιεργούσε προσδοκίες περί αποκλιμάκωσης, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο σκληρή. Η Ουάσινγκτον ξεκαθαρίζει ότι οποιαδήποτε νέα συμφωνία στρατηγικών όπλων με τη Μόσχα θα γίνει αποκλειστικά «από θέση ισχύος». Τη γραμμή αυτή διατύπωσε δημόσια ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Marco Rubio, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι οι ΗΠΑ δεν προτίθενται να δεχθούν περιορισμούς που —κατά την άποψή τους— θίγουν τα συμφέροντά τους.
Η προηγούμενη συνθήκη New START, που έθετε όρια στα ανεπτυγμένα στρατηγικά πυρηνικά όπλα ΗΠΑ–Ρωσίας, θεωρείται από την Ουάσινγκτον ξεπερασμένη. Σύμφωνα με δημοσίευμα των The New York Times, η αμερικανική διοίκηση προετοιμάζεται για ένα σενάριο πλήρους επανεκκίνησης της πυρηνικής κούρσας, χωρίς πρόθεση επιστροφής στο προηγούμενο καθεστώς περιορισμών.
Στο τραπέζι βρίσκονται δύο κρίσιμες επιλογές: αύξηση του αριθμού των ανεπτυγμένων πυρηνικών κεφαλών και επανέναρξη πυρηνικών δοκιμών. Οι ΗΠΑ δεν έχουν πραγματοποιήσει δοκιμή από το 1992, ενώ η Comprehensive Nuclear-Test-Ban Treaty (CTBT) απαγορεύει πλήρως τις πυρηνικές εκρήξεις. Ωστόσο, η συνθήκη δεν έχει επικυρωθεί από τη Γερουσία των ΗΠΑ, αφήνοντας νομικό «παράθυρο» για αλλαγή στάσης. Ο Donald Trump έχει στο παρελθόν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανεκκίνησης δοκιμών «σε ισότιμη βάση με Κίνα και Ρωσία».
Η Μόσχα, από την πλευρά της, απάντησε θεσμικά αλλά με σαφή προειδοποίηση. Ο Ρώσος υπουργός Άμυνας Andrei Belousov πρότεινε ετοιμότητα του πεδίου δοκιμών στη Νόβαγια Ζεμλιά, ενώ ο Πρόεδρος Vladimir Putin ζήτησε πλήρη αξιολόγηση πιθανών ενεργειών. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: αν σπάσει το μορατόριουμ, η απάντηση θα είναι συμμετρική.
Πέρα όμως από τις δοκιμές, πιο ανησυχητικό θεωρείται το σενάριο δραστικής αύξησης των ανεπτυγμένων κεφαλών. Σήμερα, οι ΗΠΑ διαθέτουν πάνω από 5.000 πυρηνικές κεφαλές, εκ των οποίων περίπου 1.600 είναι ανεπτυγμένες.
Η άρση περιορισμών θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκατοντάδες νέες αναπτύξεις, κυρίως μέσω των υποβρυχίων κλάσης Ohio, ενισχύοντας κατακόρυφα το επιχειρησιακό τους αποτύπωμα.
Η πυρηνική «τριάδα» των ΗΠΑ —διηπειρωτικοί πύραυλοι, στρατηγικά βομβαρδιστικά και υποβρύχια— βρίσκεται σε φάση εκσυγχρονισμού με τεράστιο οικονομικό κόστος. Ωστόσο, προγράμματα όπως ο νέος πύραυλος LGM-35 Sentinel και το βομβαρδιστικό B-21 Raider αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις και εκτίναξη δαπανών.
Παρά τα προβλήματα, η πολιτική βούληση φαίνεται να κατευθύνεται προς ενίσχυση και όχι περιορισμό της πυρηνικής αποτροπής.
Στο παρασκήνιο, το ερώτημα παραμένει: πρόκειται για πραγματική έναρξη νέας παγκόσμιας κούρσας εξοπλισμών ή για διαπραγματευτική πίεση προς Μόσχα και Πεκίνο; Όποια κι αν είναι η απάντηση, η δυναμική που διαμορφώνεται είναι βαθιά αποσταθεροποιητική. Η επανενεργοποίηση πυρηνικών μηχανισμών που επί δεκαετίες βρίσκονταν υπό έλεγχο ενέχει κινδύνους που υπερβαίνουν τα όρια της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Σε κάθε περίπτωση, η ρητορική περί «διαπραγματεύσεων από θέση ισχύος» μεταφράζεται σε αυξημένη ένταση, μεγαλύτερα οπλοστάσια και λιγότερη στρατηγική εμπιστοσύνη. Και αυτό, ιστορικά, δεν υπήρξε ποτέ καλός οιωνός.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών