Το μανιφέστο του κόμματος που έρχεται δημοσίευσε ο Αλέξης Τσίπρας, επιχειρώντας να επανακαθορίσει τον ρόλο της προοδευτικής παράταξης σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων.
Με φόντο τη διεύρυνση των ανισοτήτων, την κλιματική κρίση, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές, η πρόταση εστιάζει στη συγκρότηση μιας νέας «Κυβερνώσας Αριστεράς», μέσα από τη σύγκλιση της σοσιαλδημοκρατίας, της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας.
Αφετηρία του κειμένου είναι η διαπίστωση ότι οι παραδοσιακές βεβαιότητες έχουν καταρρεύσει και η πολιτική έχει απολέσει την αξιοπιστία της. Ωστόσο, αντί να απορρίπτει τη διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς, τη θεωρεί πιο επίκαιρη από ποτέ, καθώς αντανακλά διαφορετικές απαντήσεις στα σύγχρονα προβλήματα. Σε αυτό το πλαίσιο, η σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων δεν παρουσιάζεται ως ιδεολογικός συμβιβασμός, αλλά ως ιστορική αναγκαιότητα για τη διαμόρφωση πλειοψηφιών με κυβερνητική προοπτική.
Το μανιφέστο αναγνωρίζει τις διαφορές μεταξύ των τριών ρευμάτων, αλλά υποστηρίζει ότι αυτές μπορούν να μετατραπούν σε πεδίο δημιουργικής σύνθεσης. Η σοσιαλδημοκρατία καλείται να ξεπεράσει τη λογική της διαχείρισης, η ριζοσπαστική Αριστερά να προτείνει εφαρμόσιμες πολιτικές και η πολιτική οικολογία να ενσωματωθεί στον πυρήνα ενός νέου παραγωγικού μοντέλου. Στόχος είναι μια στρατηγική που θα συνδυάζει μεταρρυθμίσεις και ρήξεις, διευρύνοντας «τα όρια του εφικτού».
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διεθνή συγκυρία, η οποία χαρακτηρίζεται από αστάθεια, πολυπολικότητα και υποχώρηση του διεθνούς δικαίου. Οι εξελίξεις αυτές, σε συνδυασμό με την άνοδο της Ακροδεξιάς και τις ανισότητες στην Ευρώπη, καθιστούν –κατά τον Τσίπρα– επιτακτική την ανασυγκρότηση ενός ισχυρού προοδευτικού πόλου. Παράλληλα, ασκείται κριτική στην ευρωπαϊκή ηγεσία για αδράνεια, ενώ υπογραμμίζεται η ανάγκη για μια νέα στρατηγική ενοποίησης με κοινωνικό πρόσημο.
Σε παρατεταμένη κρίση η κοινωνία - Επίθεση στη ΝΔ
Σε εθνικό επίπεδο, το μανιφέστο περιγράφει μια κοινωνία που βιώνει παρατεταμένη κρίση: χαμηλή παραγωγικότητα, δημογραφική πίεση, φυγή νέων στο εξωτερικό και αυξανόμενη ανασφάλεια. Ειδική και αιχμηρή είναι η κριτική στην επταετή διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, την οποία κατηγορεί για διεύρυνση των ανισοτήτων, αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους και στρεβλό παραγωγικό μοντέλο που βασίζεται υπέρμετρα στον τουρισμό και τα ακίνητα.
Το κείμενο υποστηρίζει ότι οι επενδύσεις κατευθύνονται σε λίγους ισχυρούς, ενώ μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις μένουν εκτός χρηματοδότησης, κάνοντας λόγο για αναπαραγωγή κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας και πελατειακών πρακτικών. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η υποχρηματοδότηση της υγείας και της παιδείας οδηγεί σε ιδιωτικοποίηση βασικών αγαθών, αυξάνοντας το βάρος για τους πολίτες.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η αναφορά στην καθημερινότητα, όπου –όπως σημειώνεται– «δεν βγαίνει ο μήνας», με την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση και τους χαμηλούς μισθούς να συνθέτουν μια ασφυκτική πραγματικότητα. Το μανιφέστο κατηγορεί την κυβέρνηση ότι μεταφέρει το όφελος της ανάπτυξης στους ισχυρούς, αφήνοντας την εργασία υποτιμημένη, ενώ κάνει λόγο για υπονόμευση θεσμών, διαφθορά και ενίσχυση αυταρχικών πρακτικών.
Στο επίκεντρο η εργασία και το κοινωνικό κράτος
Κεντρικός άξονας της πρότασης είναι η εργασία. Το μανιφέστο επισημαίνει ότι πλέον η εργασία δεν εγγυάται αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, με την αύξηση των «εργαζόμενων φτωχών» και την επέκταση της επισφαλούς απασχόλησης. Ως απάντηση προτείνονται πολιτικές όπως η καθιέρωση 35ωρου, η επαναφορά συλλογικών συμβάσεων και η ενίσχυση της κοινωνικής ασφάλισης.
Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους, με έμφαση στην υγεία, την παιδεία και την αναδιανομή του πλούτου. Το κράτος δεν πρέπει να λειτουργεί ως «νυχτοφύλακας», αλλά ως ενεργός εγγυητής κοινωνικής συνοχής και ασφάλειας. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών, όπως η ενέργεια και το νερό.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη νέα γενιά, η οποία αντιμετωπίζει υψηλό κόστος ζωής, επισφάλεια και περιορισμένες προοπτικές. Το μανιφέστο προτείνει μέτρα για τη στήριξη των νέων, την αναβάθμιση της εκπαίδευσης και τη σύνδεσή της με τις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας.
Διασφάλιση της Δημοκρατίας
Στον τομέα της τεχνολογίας, η Τεχνητή Νοημοσύνη αντιμετωπίζεται ως κρίσιμο πεδίο πολιτικής. Η πρόταση τονίζει ότι δεν πρέπει να αποτελεί ανεξέλεγκτο εργαλείο των αγορών, αλλά να υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο, με στόχο τη διασφάλιση της δημοκρατίας και της ισότιμης πρόσβασης.
Τέλος, το μανιφέστο θέτει στο επίκεντρο τη δημοκρατία, υπογραμμίζοντας ότι χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη και ισχυρούς θεσμούς, η δημοκρατία αποδυναμώνεται. Προτείνεται η ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της συμμετοχής των πολιτών, ως προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Συνολικά, το μανιφέστο του Αλέξη Τσίπρα επιχειρεί να διαμορφώσει ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο για την επόμενη ημέρα, απαντώντας στο βασικό ερώτημα της εποχής: πώς μπορούν οι πολίτες να ζουν με ασφάλεια, αξιοπρέπεια και προοπτική σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.
Αναλυτικά, το μανιφέστο για το κόμμα του πρώην πρωθυπουργού:
της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας
«Κανένας δεν θα πρέπει να είναι τόσο πλούσιος ώστε να μπορεί να εξαγοράσει κάποιον άλλο, και κανένας τόσο φτωχός ώστε να αναγκάζεται να πουλήσει τον εαυτό του» ( Ζαν Ζακ Ρουσσώ)
«Μπορούμε να τα καταφέρουμε και εμείς σήμερα- και θα το κάνουμε» (Μπέρνι Σάντερς)
Ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε αλλάζει μπροστά στα μάτια μας. Οι βεβαιότητες των μεταπολεμικών κοινωνιών καταρρέουν. Ζούμε μια εποχή στην οποία οι ανισότητες βαθαίνουν και διευρύνονται, η κλιματική κρίση επεκτείνεται σε όλες τις γωνιές της γης, οι δυσοίωνες γεωπολιτικές εξελίξεις συντείνουν στην κατάρρευση του Διεθνούς Δικαίου, η ψηφιακότητα αλλάζει όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας μας και οι αλόγιστες χρήσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης συχνά έρχονται σε αντίθεση με τις μεταπολεμικές δημοκρατικές κατακτήσεις.
Μέσα σ’ όλα αυτά η πολιτική και οι ιδέες έχουν πάψει να εμπνέουν. Κόντρα στους καιρούς εμείς πιστεύουμε και στην πολιτική και στις ιδέες. Και θέλουμε ν’ αλλάξουμε αυτή την κρίση εμπιστοσύνης προς αυτές. Σε αυτές τις συνθήκες θεωρούμε πως η διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς όχι μόνο δεν είναι ξεπερασμένη όπως διατείνονται ορισμένοι, στρώνοντας ουσιαστικά τον δρόμο για την άκρα δεξιά, αλλά είναι πιο επίκαιρη από ποτέ, καθώς αποτυπώνει τις συγκρουόμενες απαντήσεις στα κρίσιμα προβλήματα της εποχής. Υπό αυτούς τους όρους, η σύγκλιση των τριών ρευμάτων της Αριστεράς του 20ού αιώνα, της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής και Ανανεωτικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας, αναδεικνύεται σε κρίσιμη πολιτική αναγκαιότητα.
Οι τρεις αυτές δυνάμεις διαμορφώθηκαν μέσα από διαφορετικές ιστορικές διαδρομές και συμπυκνώνουν διακριτές προτεραιότητες: η πρώτη την εμπειρία της διακυβέρνησης, του φιλοευρωπαϊσμού και του κοινωνικού κράτους, η δεύτερη τη διεκδίκηση βαθύτερων κοινωνικών μετασχηματισμών και την ώσμωση με τα νέα κοινωνικά κινήματα, η τρίτη την επίγνωση των ορίων του πλανήτη και την ανάγκη ενός βιώσιμου μοντέλου ανάπτυξης. Οι διαφορές τους δεν μπορούν να αποσιωπηθούν ούτε και να εξομαλυνθούν τεχνητά. Αφορούν στη στάση απέναντι στην αγορά, στο εύρος της κρατικής παρέμβασης, στην έννοια της ανάπτυξης και στη μεθοδολογία της πολιτικής αλλαγής. Ωστόσο, οι σημερινές ιστορικές συνθήκες καθιστούν τις διαφορές αυτές όχι πλέον ανυπέρβλητα εμπόδια αλλά πεδία δημιουργικής σύγκλισης.
Η σύγκλιση αυτή υπαγορεύεται από τις νέες πραγματικότητες και συνιστά το νέο σύγχρονο πολιτικό υποκείμενο που θα μπορέσει να προβάλλει πειστικές θέσεις που θα απαντούν στις ανάγκες και τα προβλήματα των πολιτών. Γιατί σήμερα, η ανάγκη για σύγκλιση δεν αφορά μόνο την ανταλλαγή ιδεών ή τον προγραμματικό διάλογο αλλά τη συγκρότηση μιας ενιαίας πολιτικής δύναμης με ικανότητα διακυβέρνησης. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ο προοδευτικός πόλος καταγράφει υποχώρηση ή και περιθωριοποίηση. Η ευρωπαϊκή εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι χωρίς συνεκτικές προοδευτικές πλειοψηφίες, οι κοινωνίες διολισθαίνουν είτε σε νεοφιλελεύθερες είτε σε ακροδεξιές επιλογές. Ακριβώς γι’ αυτό, η ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική επιλογή, αλλά όρο επιβίωσης και προοπτικής για την ίδια την Ευρώπη. Μόνο μέσα από μια νέα ενιαία και αξιόπιστη πολιτική έκφραση μπορεί να ανακτηθεί η κοινωνική επιρροή, να διαμορφωθούν πλειοψηφίες και να διατυπωθεί ένα πειστικό σχέδιο για το μέλλον.
Το ιστορικό δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», που σφράγισε και δίχασε την ευρωπαϊκή Αριστερά στον 20ό αιώνα, δεν μπορεί πλέον να καθοδηγεί τις επιλογές του παρόντος. Οι σύγχρονες προκλήσεις υπερβαίνουν αυτούς τους διαχωρισμούς και απαιτούν νέες ιδεολογικές συνθέσεις αλλά και οργανωτικές αποκρυσταλλώσεις.
Η σύγκλιση των τριών ρευμάτων, λοιπόν, δεν μπορεί να γίνει με όρους του προηγούμενου αιώνα, αλλά με μια νέα πολιτική λογική που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής: δημοκρατική, εφαρμόσιμη και ταυτόχρονα μετασχηματιστική. Σήμερα, η πρόκληση δεν είναι η επιλογή ανάμεσα στη σταδιακή αλλαγή και τη ρήξη, αλλά η σύνθεσή τους σε μια νέα πολιτική στρατηγική. Οι σύγχρονες συνθήκες απαιτούν μεταρρυθμίσεις προς όφελος των πολλών, αλλαγές με βάθος και διάρκεια, που να ανοίγουν δρόμους για ουσιαστικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς, καθώς και ρήξεις όπου οι δομές εξουσίας αναπαράγουν ανισότητες και αδιέξοδα. Γιατί για την σύγχρονη Αριστερά η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού αλλά η διεύρυνση των ορίων του εφικτού.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σοσιαλδημοκρατία οφείλει να απομακρυνθεί από τις λογικές διαχείρισης και να συναντηθεί με το πνεύμα του ριζοσπαστισμού στην αντιμετώπιση των ανισοτήτων και της διαφθοράς· η ριζοσπαστική και ανανεωτική Αριστερά να επεξεργαστεί ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες πολιτικές για την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη θεσμική ανασύνταξη της χώρας· και η πολιτική οικολογία να ενσωματωθεί στον πυρήνα ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης που θα συνδυάζει βιωσιμότητα, ενεργειακή ασφάλεια και κοινωνική δικαιοσύνη.
Σε μια εποχή στην οποία οι κοινωνικές, τεχνολογικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις απαιτούν μια συνεκτική πρόταση προοδευτικής διακυβέρνησης, η σύγκλιση των τριών αυτών δυνάμεων δεν μπορεί να αποτελεί μια τεχνητή συγκόλληση, ένα κολάζ θέσεων ή μια συγκυριακή επιλογή, αλλά μια διαδικασία σύνθεσης εμπειριών και σχεδιασμών για το μέλλον, μία πράξη πολλαπλασιασμού και όχι άθροισης. Απέναντι στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού αλλά και του κοινωνικού αυτοματισμού, ιδιαίτερα στα μεσαία στρώματα, που μεταθέτει την ευθύνη της φτώχειας στους ίδιους τους φτωχούς, χρειάζεται ένα σχέδιο μακράς πνοής που θα συνέχει την Αριστερά της Νέας Εποχής: την Κυβερνώσα Αριστεράπου αναζητούν σήμερα οι προοδευτικοί πολίτες στον τόπο μας.
✓ Αυτή η Κυβερνώσα Αριστερά θέτει ως πρωταρχικό στόχο την εξασφάλιση της ειρήνης και του Διεθνούς Δικαίου σε έναν κόσμο αστάθειας και αυξανόμενων πολέμων.
✓ Αυτή η Κυβερνώσα Αριστερά απευθύνεται σε μια κοινωνία που δοκιμάζεται σκληρά και συνάμα αναζητεί εναλλακτικές ιδέες και κυρίως λύσεις. Ο κοινωνικός αποκλεισμός και η ιδεολογία του κοινωνικού αυτοματισμού είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί της και δεν συναινεί να υπάρχει κανένας και καμία κοινωνικά αποκλεισμένος/αποκλεισμένη.
✓ Αυτή η Κυβερνώσα Αριστερά υπόσχεται την λειτουργία των θεσμών της δικαιοσύνης ώστε να αποκατασταθεί η αίσθηση δικαίου στους πολίτες.
✓ Αυτή η Κυβερνώσα Αριστερά θα οικοδομήσει τις κοινωνικές δομές, και πρώτα απ’ όλα τους θεσμούς υγείας και εκπαίδευσης, στις οποίες όλοι οι πολίτες θα έχουν ισότιμη πρόσβαση.
✓ Αυτή η Κυβερνώσα Αριστερά μάχεται ενάντια στο μισογυνισμό, στα έμφυλα στερεότυπα και στις διακρίσεις.
✓ Αυτή η Κυβερνώσα Αριστερά έχει ως πρότερο μέλημα της την ισότητα. Και μπροστά στην εφαρμογή της ισότητας των ευκαιριών δεν λησμονεί την ανισότητα των αφετηριών, γιατί πιστεύει πως κάθε άνθρωπος αξίζει να ανταμείβεται σύμφωνα με τα προσόντα, τις γνώσεις και τις δεξιότητές του, αλλά συνάμα και πως κάθε άνθρωπος ανεξαρτήτως προσόντων, γνώσεων, ικανοτήτων και δεξιοτήτων δικαιούται να έχει μια θέση στην κοινωνία.
✓ Αυτή η Κυβερνώσα Αριστερά πρεσβεύει το σεβασμό της ζωής και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με έμφαση σε όσες και όσους κινδυνεύουν από τις διεθνείς συγκρούσεις.
✓ Αυτή η Κυβερνώσα Αριστερά καλείται να διαδραματίσει με ευθύνη έναν καίριο ρόλο στο διεθνές πεδίο, όπου ο πόλεμος των αγορών παράγει διαρκώς γεωπολιτικές κρίσεις, όπου οι εθνικές οικονομίες ακολουθούν τις απαιτήσεις του πολέμου αντί να αντιμετωπίζουν τις κοινωνικές ανισότητες και την κλιματική κρίση. Πρωτίστως, όμως,καλείται να διαμορφώσει ένα νέο δίκαιο κοινωνικό συμβόλαιο με τους μη ευνοημένους των αγορών, τους μισθωτούς και τα φθίνοντα μεσαία στρώματα που αγωνιούν για το αύριο, τον αγροτικό κόσμο που δοκιμάζεται σκληρά τα τελευταία χρόνια, τη νέα γενιά της επισφάλειας που ως λύση στα αδιέξοδά της βλέπει είτε τη φυγή στο εξωτερικό είτε την απασχόλησή της σε υποαμοιβόμενες και με προβληματικές συνθήκες εργασίες, τα άτομα που έρχονται καθημερινά αντιμέτωπα με έμφυλες ή φυλετικές διακρίσεις και κοινωνικά στερεότυπα που τα εκτοπίζουν από την κοινωνία.
✓ Αυτή η Κυβερνώσα Αριστερά καλείται να αφουγκραστεί τους νέους και την κοινωνία συνολικά και να διαμορφώσει μια ανανεωμένη συνεκτική αφήγηση που θα δίνει νόημα στις ζωές όλων, θα απαντά στην πρόδηλη ανάγκη μιας ευρείας έντιμης συμμαχίας και θα επιτρέπει στους ανθρώπους κάθε γενιάς, και πρώτα απ’ όλα στους νέους, να εμπνευστούν και πάλι από την πολιτική.
✓ Αυτή η Κυβερνώσα Αριστερά χρειάζεται να διατυπώσει ρεαλιστικές προτάσεις και ένα όραμα για το μέλλον, που δεν παραπέμπει σε ουτοπικούς κόσμους, αλλά που θα διαγράφει ένα πειστικό αύριο στους πολίτες.
Ξέρουμε πολύ καλά πως τα προγράμματα και οι υποσχέσεις από μόνα τους δεν αρκούν, συνάμα πρέπει να μας κινεί ένα όραμα για τον κόσμο του αύριο, μια σαφώς διατυπωμένη πρόταση που να συνδυάζει τον ρεαλισμό με τη ριζοσπαστική ευαισθησία απέναντι στην τεχνοκρατική διαχείριση της πολιτικής κρίσης. Σε αυτή την κατεύθυνση, η Κυβερνώσα Αριστερά διεκδικεί τη συγκρότηση μιας νέας προοδευτικής πλειοψηφίας, η οποία θα αντιμετωπίζει το βασικό ερώτημα της εποχής: τι πρέπει να γίνει για να μπορούν οι πολίτες να ζουν με ασφάλεια, αξιοπρέπεια, ισότητα, δικαιοσύνη και προοπτική;
Αυτή η Κυβερνώσα Αριστερά διεκδικεί μια κοινή πολιτική απάντηση που θα:
➢ Δίνει προτεραιότητα στην ενίσχυση του κόσμου της εργασίας, στη μείωση των ανισοτήτων, στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην αναδιανομή των εισοδημάτων, στην εξάλειψη των έμφυλων, φυλετικών και κοινωνικών διακρίσεων, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στη διασφάλιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας,
➢ υπερασπίζεται τα δημόσια αγαθά – την ενέργεια, το νερό, το περιβάλλον – ως θεμέλια συλλογικής ασφάλειας,
➢ προστατεύει το δημόσιο συμφέρον, την υγεία, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό,
➢ ενισχύει τη δημοκρατία, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία, την ισότιμη εκπροσώπηση και μεταχείριση, ως προϋποθέσεις εμπιστοσύνης,
➢ προωθεί ένα κράτος δίκαιο και ισχυρό, όπου η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών εγγυάται την ασφάλεια ζωής και κοινωνικής προοπτικής με πόρους που θα αντλούνται και από τη φορολογία των υπερκερδών, αλλά κυρίως από την προοδευτική φορολογία,
➢ εγγυάται αξιοπρεπείς μισθούς και ασφαλείς συνθήκες εργασίας.
➢ δεσμεύεται για την ενίσχυση των πρωτοβουλιών για τα κοινά και την αλληλέγγυα οικονομία,
➢ και στηρίζει ένα κράτος αποκεντρωμένο με ισχυρούς Αυτοδιοικητικούς Θεσμούς.
Ποιος είναι ο κόσμος μας σήμερα;
Η διεθνής πραγματικότητα
Σήμερα το διεθνές σύστημα χαρακτηρίζεται από τεράστια ρευστότητα, με κυρίαρχα τα στοιχεία της πολυπολικότητας και της μεταβλητής γεωπολιτικής δυναμικής, της ταυτόχρονης ύπαρξης δυνάμεων συνεργασίας και αντιπαλότητας. Εδώ και πολλά χρόνια, αλλά ιδιαίτερα μετά τη δεύτερη εκλογή του Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, διαμορφώνεται ένα περιβάλλον βαθιάς αβεβαιότητας και αστάθειας. Μετράμε ήδη εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, τη γενοκτονία στη Γάζα, τη στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν, και τους βομβαρδισμούς στο Λίβανο. Η επιβολή από τον Τραμπ δασμών σε αντιπάλους και συμμάχους, το διαβόητο Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα, οι απειλές κατά της Γροιλανδίας, ο στραγγαλισμός της Κούβας, οι απαγωγές ηγετών και η απροκάλυπτη ενίσχυση των ακροδεξιών κομμάτων της Ευρώπης διαμορφώνουν μια εικόνα ρήξης με τη μέχρι σήμερα γνώριμη κατάσταση της διεθνούς πραγματικότητας και αναγγέλλουν την έλευση μιας πρωτόγνωρης και άκρως αντιδραστικής τάξης πραγμάτων. Οι ΗΠΑ, από ένα πανίσχυρο κράτος που θεωρούσε την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ενότητας προϋπόθεση και για τη δική του ασφάλεια, σήμερα μετατρέπεται σε κράτος-ταραξία που βλέπει την Ευρώπη ως τον μεγαλύτερο αντίπαλό του, δίπλα στην Κίνα. Σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθούν οι εκθετικά αυξανόμενες δαπάνες για πολεμικό υλικό, το πρόγραμμα Re-arm Europe που απορροφά τεράστια κονδύλια τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε κοινωνικά προγράμματα, η ολοένα και πιο συχνή χρήση της ορολογίας για χρήση πυρηνικών όπλων, και η γενικευμένη επιτήρηση των πολιτών.
Παράλληλα, και η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια τετραπλή κρίση: κοινωνική ανισότητα, αποβιομηχάνιση, άνοδο της Ακροδεξιάς και κρίση της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης. Η αδράνεια της ηγεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στα μείζονα αυτά θέματα αφήνει έδαφος στον αντιευρωπαϊσμό και έναν πολιτικό λόγο περί «ευρωπαϊκής παρακμής». Η κριτική στις ανεπάρκειες της σημερινής ευρωπαϊκής ηγεσίας είναι αναμφίβολα αναγκαία. Το ίδιο αναγκαία είναι και η ανατροπή ενός κλίματος που υπονομεύει τις προοδευτικές και φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις, με δεδομένο μάλιστα ότι οι κανόνες του αναγκαστικού διεθνούς δικαίου δεν έχουν αλλάξει και ότι η περιφερειακή και διεθνής οργάνωση εξακολουθούν να εκπροσωπούνται κυρίως από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στον απολογισμό των τελευταίων εξελίξεων είναι θετικό το γεγονός ότι, διστακτικά αλλά σταθερά, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης κινητοποιούνται δυνάμεις, οι οποίες ζητούν πιο επιτακτικά την πολιτική ενοποίησή της, στο δρόμο που έχουν χαράξει εδώ και πολλά χρόνια ορισμένοι ριζοσπάστες αριστεροί και σοσιαλδημοκράτες ηγέτες. Η ανασυγκρότηση μιας προοδευτικής ευρωπαϊκής στρατηγικής αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια δημοκρατική και κοινωνική Ευρώπη. Ενωμένες οι δυνάμεις των τριών ρευμάτων της ευρωπαϊκής Αριστεράς οφείλουν να βρουν κοινό βηματισμό σε καινοτόμα μονοπάτια που αφορούν τα μεγάλα ζητήματα της περιφερειοποίησης και παγκοσμιοποίησης, προκειμένου να καταθέσουν μια πραγματικά προοδευτική, εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης απέναντι στην τραμπική αμφισβήτηση του Διεθνούς Δικαίου.
Η ελληνική πραγματικότητα
Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται μπροστά σε μια νέα ιστορική καμπή. Οι διαδοχικές κρίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας – οικονομική, υγειονομική, ενεργειακή, οικολογική και θεσμική – έχουν μεταβάλει βαθιά τη σχέση των πολιτών με το κράτος, την οικονομία και τη δημοκρατία. Ένα διάχυτο αίσθημα αγωνίας διαπερνά την καθημερινότητα των πολλών, και κυρίως των νέων ανθρώπων που αδυνατούν να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Η ανασφάλεια, η ιδεολογική ρευστότητα, η σύγκρουση οικονομικών συμφερόντων και η συνακόλουθη παραγωγή ανισοτήτων και πολιτισμικών φοβικών συμπεριφορών, καθώς και η υποχώρηση της αξίας του γνωστικού κεφαλαίου, βιώνονται από την πλειονότητα των πολιτών και συγκλίνουν σε μια ισχυρή κοινωνική ζήτηση για κράτος δικαιοσύνης και πρόνοιας. Αυτή η κοινωνική πλειοψηφία των προοδευτικών πολιτών αναζητά σήμερα την πολιτική εκπροσώπησή της.
Η ανάγκη για μια νέα προοδευτική σύνθεση στην Ελλάδα δεν προκύπτει μόνο από τις διεθνείς εξελίξεις, αλλά και από τις βαθιές ιδιομορφίες της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Τα διαφορετικά ρεύματα της Αριστεράς στη χώρα -η σοσιαλδημοκρατία, η ριζοσπαστική Αριστερά και η πολιτική οικολογία- έχουν διαμορφωθεί μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η διαφθορά, το πελατειακό κράτος και η αδύναμη παραγωγική βάση υπονόμευσαν διαχρονικά τόσο την ανάπτυξη όσο και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Η φυγή των νέων στο εξωτερικό, η συρρίκνωση της βιομηχανικής παραγωγής, η εξάρτηση από ένα μοντέλο φθηνής και μονοδιάστατης ανάπτυξης, καθώς και οι αυξανόμενοι ενεργειακοί και περιβαλλοντικοί περιορισμοί, καταδεικνύουν τα όρια του σημερινού παραγωγικού προτύπου. Ταυτόχρονα, η τεχνολογική μετάβαση και η ενεργειακή πίεση καθιστούν την οικολογική διάσταση κεντρική και όχι συμπληρωματική.
Η σύγκλιση αυτών των ρευμάτων στο ελληνικό πολιτικό περιβάλλον δεν είναι ούτε εύκολη ούτε αυτονόητη. Είναι, όμως, απολύτως αναγκαία. Γιατί χωρίς αυτήν, η χώρα θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε ένα μοντέλο χαμηλής παραγωγικότητας, άνισης κατανομής πόρων και διαρκούς κοινωνικής ανασφάλειας. Αντίθετα, μια νέα προοδευτική σύνθεση μπορεί να αποτελέσει τη βάση για ένα αξιόπιστο σχέδιο εθνικής ανασυγκρότησης, που θα αποκαθιστά την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, θα συγκρατεί τη νέα γενιά και θα ανοίγει δρόμους για μια δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη.
Η επταετής διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας
Στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, κοινός τόπος στη δημόσια συζήτηση ήταν η ανάγκη να σταματήσει η παραγωγική αποδιάρθρωση της χώρας και να υπάρξει ένα μοντέλο παραγωγικής ανασυγκρότησης. Σήμερα, 18 χρόνια μετά, βρισκόμαστε σε πολύ χειρότερο σημείο: η παραγωγική αποδιάρθρωση για λίγο μόνο ανακόπηκε και σήμερα συνεχίζει ακάθεκτη. Το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων κατευθύνεται στον τουρισμό, στα ακίνητα και στο χρηματιστήριο. Το Ταμείο Ανάκαμψης που θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας μετατράπηκε σε μηχανισμό ενίσχυσης μιας ομάδας επιχειρηματιών που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση: 30 μεγάλες επιχειρήσεις πήραν το 87% των δανείων από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ έμειναν έξω οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Δίπλα σε αυτές τις μεγάλες επιχειρήσεις υπάρχουν εταιρείες που πλουτίζουν με κρατικό χρήμα, με απευθείας αναθέσεις από υπουργεία και οργανισμούς, αναπαράγοντας το μοντέλο της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας. Παράλληλα, υπάρχουν τομείς που υποχρηματοδοτούνται ή υποστελεχώνονται, με αποτέλεσμα την απαξίωσή τους και την εμφάνιση του ιδιωτικού τομέα να καλύπτει τις αντίστοιχες ανάγκες, σε βάρος των πολιτών που καλούνται να πληρώσουν το τίμημα. Αυτό ακριβώς καταμαρτυρεί το γεγονός ότι οι ιδιωτικές δαπάνες για την υγεία και την εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι υπερδιπλάσιες από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η πραγματική οικονομία στενάζει από την έλλειψη σχεδιασμού για την ανάπτυξη και την απουσία ενός πλαισίου δανειοδότησης. Ο αγρο-διατροφικός τομέας συρρικνώνεται μαζί με το εισόδημα των αγροτών που εγκαταλείπουν την ύπαιθρο. Η μεταποίηση στην Ελλάδα παραμένει πίσω από τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και υστερεί πολύ σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ πολλές βιομηχανίες συνεχίζουν να κλείνουν χωρίς να δημιουργούνται νέες. Από την άλλη πλευρά, το σύμπλεγμα «τουρισμός-real estate» έχει φτάσει στα όριά του και ήδη βιώνουμε τις αρνητικές του επιπτώσεις: εκτίναξη των ενοικίων, καταστροφή του περιβάλλοντος και αλλοίωση της φυσιογνωμίας του τόπου, σκληρή εκμετάλλευση των νέων εργαζομένων, εξάντληση των φυσικών πόρων και επιχειρηματική «μονοκαλλιέργεια» (καφέ, μπαρ, εστιατόρια, κλπ.).
Η επταετία Μητσοτάκη δημιούργησε τεράστια χάσματα και ανισότητες. Στέρησε προοδευτικά όλα τα εργαλεία της ανταγωνιστικής υγιούς ανάπτυξης από τη χώρα και της αξιοπρέπειας από τους πολίτες, ενώ εξακολουθεί να υποβαθμίζει την αξία της εργασίας, επιλέγοντας να δωρίζει το όφελος που παράγεται από τις νέες τεχνολογίες και την καινοτομία εξ ολοκλήρου στους επιχειρηματίες και να μην επιβραβεύει τη συμμετοχή των εργαζόμενων σ’ αυτή την επιτυχία. Από την άλλη, η απελευθέρωση της ιδιωτικοποίησης της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, η απροθυμία απορρόφησης κονδυλίων από το Ταμείο Ανάκαμψης για την ενίσχυσή της και η συστηματική της υποχρηματοδότηση, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με την αντίστοιχη απίσχναση της Δημόσιας Υγείας, την υποστελέχωση των δημόσιων νοσοκομείων και μονάδων υγείας,αποκαλύπτουν περίτρανα το αντιπαραγωγικό, χωρίς σχεδιασμό και χωρίς μέριμνα για την κοινωνία, μοντέλο διακυβέρνησης της ΝΔ.
Η ακρίβεια που προκύπτει από πολιτικές που διαμορφώνει η «συμμαχία» των καρτέλ με την κυβέρνηση, η εργασιακή και η κοινωνική ανασφάλεια, η στεγαστική κρίση, οι ταπεινωτικοί μέσοι μισθοί, είναι ορισμένα μόνο από τα αποτελέσματα της επταετούς διακυβέρνησης της ΝΔ. Από την άλλη, η παράλυση των πάλαι ποτέ Δημόσιων Οργανισμών, οι απαράδεκτες εργασιακές συνθήκες σε πολλούς χώρους, η διάχυτηδιαφθορά στην κοινωνική σφαίρα, η υπονόμευση των ελεγκτικών μηχανισμών και οι παραβιάσεις των ατομικών δικαιωμάτων οδήγησαν ήδη επανειλημμένα σε εγκληματικά επακόλουθα (βλ. Τέμπη, Βιολάντα, υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ, κλπ.), ενώ παράλληλα ο αυταρχισμός που κρύβεται πίσω από το «επιτελικό» κράτος και η ενίσχυση των δυνάμεων της αντιπολιτικής και της Ακροδεξιάς, αποσυναρμολογούν με καταιγιστικούς ρυθμούς τη δημοκρατία.
Σήμερα, η μόνη κανονικότητα είναι ότι «δεν βγαίνει ο μήνας». Η πολιτική έχει γίνει πολύ προσοδοφόρα για την εξουσία και πολύ δαπανηρή για τους πολίτες. Ένα αδίστακτο πελατειακό σύστημα κατευθυνόμενο από το Μέγαρο Μαξίμου «δεσμεύει» συνειδήσεις υπέρ των οικονομικά ισχυρών και των φίλων της Κυβέρνησης για διευθετήσεις και ρουσφέτια. Το οικονομικό μοντέλο της Δεξιάς είναι ένας συνδυασμός κεϊνσιανισμού για τις τράπεζες και νεοφιλελεύθερων πολιτικών για τον κόσμο της εργασίας. Αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται. Η δική μας πρόταση βασίζεται στην ενίσχυση του κόσμου της εργασίας.
Προτεραιότητά μας ο κόσμος της εργασίας
Δυστυχώς, στις μέρες μας η εργασία δεν εγγυάται ένα καλό βιοτικό επίπεδο. Η τιμή της έχει πέσει κάτω από το κόστος αναπαραγωγής της. Στα προηγούμενα χρόνια φτωχοί ήταν κυρίως οι άνεργοι. Σήμερα, 1,5 εκατ. μισθωτοί στη χώρα μας είναι φτωχοί, παρότι έχουν δουλειά. Το πρεκαριάτο, δηλαδή η μεγάλη μερίδα εργαζομένων, κυρίως νέοι άνθρωποι, που ζει υπό καθεστώς επισφάλειας, προσωρινών συμβάσεων, «ευέλικτης» απασχόλησης και ανεπαρκούς κοινωνικής προστασίας, αποτελεί μια νέα μορφή σύγχρονου προλεταριάτου που γεννήθηκε μέσα από τη νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση της εργασίας. Πρόκειται για μια κοινωνική ομάδα χωρίς σταθερό εισόδημα, χωρίς συλλογική εκπροσώπηση και χωρίς ορατό μέλλον, συνθήκες που αναπαράγουν ανισότητες και περιορίζουν τη δημοκρατική συμμετοχή. Επιπλέον, η Γενιά Ζ ενηλικιώθηκε σε μια διαφορετική αλλά εξίσου διαβρωτική συνθήκη, όπου το κόστος κατοικίας και διαβίωσης ψαλιδίζει τις προοπτικές της ζωής της πριν καν αυτές προλάβουν να ξεδιπλωθούν.
Ωστόσο, παρά τους αντίθετους νεοφιλελεύθερους ισχυρισμούς, η εργασία εξακολουθεί να είναι το κυρίαρχο μέσο παραγωγής και αναδιανομής του πλούτου, και η διεκδίκηση σταθερότητας και αξιοπρέπειας στον τομέα αυτό δεν αποτελεί απλώς ένα οικονομικό αίτημα, αλλά θεμελιώδες ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης και δημοκρατίας. Τούτη η παραδοχή υπαγορεύει τις εξής πολιτικές επιλογές:
➢ Καθιέρωση του 35ωρου χωρίς μείωση των μισθών,
➢ πλήρης επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων
➢ εκτεταμένοι έλεγχοι στην αγορά εργασίας,
➢ στήριξη επενδύσεων που αφορούν ποιοτικές, σχετικά σταθερές και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας,
➢ κατοχύρωση εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων για τους εργαζόμενους στις ψηφιακές πλατφόρμες και στη διανομή,
➢ καθολική κοινωνική ασφάλιση, αξιοπρεπείς μισθοί και ισχυρό κοινωνικό κράτος,
➢ κατοχύρωση και επέκταση του δικαιώματος των αδειών για οικογενειακούς και ιατρικούς λόγους.
Διαβάστε ολόκληρο το μανιφέστο εδώ: ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ.pdf
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών