Στις 4 Σεπτεμβρίου, ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας Markus Söder κάλεσε την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να παρέμβει
Στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2026, τα αποθέματα φυσικού αερίου της Γερμανίας ανέρχονταν σε περίπου 141 τεραβατώρες, καλύπτοντας μόλις το 57% περίπου της συνολικής χωρητικότητας των εγκαταστάσεων αποθήκευσης της χώρας.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Δικτύων, η οποία είναι αρμόδια για την εποπτεία των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, τον προηγούμενο χειμώνα καταναλώθηκαν από τα αποθέματα λίγο κάτω από 134 τεραβατώρες φυσικού αερίου.
Με μια πρώτη ματιά, τα συγκεκριμένα μεγέθη δεν φαίνεται να προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία, ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι ο περασμένος χειμώνας ήταν αρκετά ψυχρός, αυξάνοντας σημαντικά τις ανάγκες για θέρμανση. Ωστόσο, σε σύγκριση με τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί τα προηγούμενα χρόνια, τα σημερινά αποθέματα χαρακτηρίζονται χαμηλά.
Στις 4 Σεπτεμβρίου, ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας Markus Söder κάλεσε την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να παρέμβει. Λίγες ημέρες αργότερα, οι Πράσινοι επέκριναν τον υπουργό Οικονομίας, κάνοντας λόγο για αμέλεια. «Οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου δεν είναι γεμάτες. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια πιθανή έλλειψη», δήλωσε η Britta Haßelmann, συμπρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας των Πρασίνων.
Οι συγκεκριμένες προειδοποιήσεις ενίσχυσαν την ανησυχία για το ενδεχόμενο ελλείψεων φυσικού αερίου. Ωστόσο, για να αποτυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η κατάσταση, θα πρέπει να συνεκτιμηθούν και άλλες παράμετροι, όπως οι εισαγωγές και η διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού. Άλλωστε, η Γερμανία δεν εξαρτάται πλέον σχεδόν αποκλειστικά από έναν προμηθευτή, όπως συνέβαινε μέχρι το 2022.
Επαρκούν τα αποθέματα για τον χειμώνα;
Η πλειονότητα των ειδικών που μίλησαν στη DW δεν εκτιμά ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος για την ενεργειακή τροφοδοσία της Γερμανίας κατά τον ερχόμενο χειμώνα.
Ο Charlie Greenberg, εκπρόσωπος της Ένωσης της Γερμανικής Βιομηχανίας Φυσικού Αερίου και Υδρογόνου, επικαλείται τις μεσοπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας. Όπως ανέφερε, όσοι έχουν καλύψει συμβατικά τις ανάγκες τους για τον χειμώνα μέσω αξιόπιστων προμηθευτών, θα παραλάβουν τις ποσότητες που έχουν συμφωνηθεί.
Πιο επιφυλακτικός εμφανίστηκε ο Sebastian Heitmann, διευθύνων σύμβουλος της INES, της γερμανικής ένωσης εταιρειών που διαχειρίζονται εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου και υδρογόνου.
Ο ίδιος σημείωσε ότι, από τεχνικής πλευράς, είναι δυνατόν οι γερμανικές εγκαταστάσεις αποθήκευσης να φτάσουν περίπου στο 77% της χωρητικότητάς τους. Ωστόσο, για να επιτευχθεί αυτό θα απαιτούνταν ένας ρυθμός πλήρωσης που, όπως είπε, «δεν έχει παρατηρηθεί ούτε μία φορά τις τελευταίες τρεις εβδομάδες». Παράλληλα, προειδοποίησε ότι εάν η υφιστάμενη τάση παραμείνει αμετάβλητη, οι αποθήκες θα είναι γεμάτες μόλις κατά περίπου 65% την 1η Νοεμβρίου.
Από την πλευρά της, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων δεν θεωρεί ότι υπάρχει λόγος για ανησυχία. Η εκπρόσωπός της, Nadia Afani, δήλωσε στη DW ότι ο εφοδιασμός της Γερμανίας με φυσικό αέριο παραμένει σταθερός και πως, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, η Υπηρεσία εξακολουθεί να θεωρεί χαμηλό τον κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων στην τροφοδοσία.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών Υποθέσεων και Ενέργειας. Η εκπρόσωπος Susanne Ungrad ανέφερε ότι η κατάσταση παρακολουθείται στενά ώστε να διασφαλιστεί ο ενεργειακός εφοδιασμός, υπογραμμίζοντας ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις έλλειψης.
Γιατί δεν θεωρούν άμεσο τον κίνδυνο οι αρμόδιες αρχές
Η Ungrad αναφέρθηκε στους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη διαμόρφωση των τιμών φυσικού αερίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα αποθέματα, οι εισαγωγές που συνεχίζονται μέσω αγωγών και τερματικών σταθμών LNG, η ζήτηση, αλλά και οι εξελίξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Όπως τόνισε, η Γερμανία είναι προετοιμασμένη για τις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν.
Ο Greenberg υπογράμμισε ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι η δυνατότητα εξασφάλισης και μεταφοράς επαρκών ποσοτήτων φυσικού αερίου προς τη Γερμανία και μέσω της γερμανικής αγοράς. Οι συμβάσεις προμήθειας, οι αποθήκες, οι αγωγοί και οι εισαγωγές LNG, όπως εξήγησε, αποτελούν αλληλένδετα στοιχεία του ίδιου συστήματος.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι οι επενδύσεις σε τερματικούς σταθμούς LNG, νέες διαδρομές εισαγωγής και υποδομές αντίστροφης ροής έχουν ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητα του γερμανικού ενεργειακού συστήματος σε σχέση με το 2022.
Άνοδος στις τιμές φυσικού αερίου
Με την έναρξη της ψυχρότερης περιόδου και την αύξηση των αναγκών θέρμανσης, οι τιμές φυσικού αερίου συνήθως ακολουθούν ανοδική πορεία. Σύμφωνα με τον Heitmann, αυτή η τάση έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στην αγορά.
Όπως ανέφερε, κατά το δεύτερο τρίμηνο οι τιμές για ορισμένα συμβόλαια στην αγορά προθεσμιακών συναλλαγών κινούνταν περίπου στα 46 ευρώ (52 δολάρια) ανά μεγαβατώρα, ενώ πρόσφατα ξεπέρασαν τα 80 ευρώ.
Ο Olaf Geier, από την αμερικανική συμβουλευτική εταιρεία Arthur D. Little, ο οποίος παρακολουθεί στενά τη γερμανική αγορά, εκτιμά ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή άμεσο πρόβλημα στον εφοδιασμό. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι μια ιδιαίτερα ψυχρή περίοδος ή πιθανές διαταραχές στις εισαγωγές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απότομη άνοδο των τιμών.
Ο Greenberg, από την πλευρά του, σημείωσε ότι είναι δύσκολο να γίνουν αξιόπιστες εκτιμήσεις για την πορεία των τιμών. Παράλληλα, ανέφερε ότι τα χαμηλά αποθέματα ενδέχεται να δημιουργήσουν ανοδικές πιέσεις εφόσον καταστεί αναγκαία η αγορά επιπλέον ποσοτήτων φυσικού αερίου.
Παρόλα αυτά, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η αγορά αντιμετωπίζει έλλειψη προσφοράς. «Με τα σημερινά δεδομένα δεν υπάρχουν ενδείξεις έλλειψης εφοδιασμού ως το τέλος του χειμώνα. Ούτε οι προθεσμιακές αγορές σηματοδοτούν κάτι τέτοιο αυτή τη στιγμή», δήλωσε ο Greenberg.
Τι χρειάζεται για την ταχύτερη πλήρωση των αποθηκών
Σύμφωνα με τον Geier, ο λόγος για τον οποίο οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης δεν έχουν γεμίσει περισσότερο δεν συνδέεται με τεχνική αδυναμία, αλλά με το γεγονός ότι η αποθήκευση μεγαλύτερων ποσοτήτων δεν ήταν οικονομικά ελκυστική.
Για το επόμενο διάστημα, όπως υποστήριξε, απαιτούνται ισχυρότερα κίνητρα ώστε να αυξηθούν τα επίπεδα αποθήκευσης. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας θα πρέπει να εφαρμόζουν πρακτικές διαχείρισης κινδύνου που δεν θα λαμβάνουν υπόψη μόνο την τιμή αγοράς του φυσικού αερίου, αλλά και το ενδεχόμενο η πραγματική κατανάλωση να αποκλίνει από τις προβλέψεις.
Στην ανάγκη δημιουργίας αποτελεσματικών οικονομικών κινήτρων για την πλήρωση των αποθηκών αναφέρθηκε και ο Heitmann. Όπως υπογράμμισε, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα η Γερμανία χρειάζεται ένα αξιόπιστο πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς, το οποίο, μέσω κινήτρων, υποχρεώσεων ή συνδυασμού των δύο, θα εξασφαλίζει επαρκή αποθέματα σε βάθος χρόνου, διατηρώντας παράλληλα όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ευελιξία μέσω των μηχανισμών της αγοράς.
www.bankingnews.gr
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Δικτύων, η οποία είναι αρμόδια για την εποπτεία των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, τον προηγούμενο χειμώνα καταναλώθηκαν από τα αποθέματα λίγο κάτω από 134 τεραβατώρες φυσικού αερίου.
Με μια πρώτη ματιά, τα συγκεκριμένα μεγέθη δεν φαίνεται να προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία, ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι ο περασμένος χειμώνας ήταν αρκετά ψυχρός, αυξάνοντας σημαντικά τις ανάγκες για θέρμανση. Ωστόσο, σε σύγκριση με τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί τα προηγούμενα χρόνια, τα σημερινά αποθέματα χαρακτηρίζονται χαμηλά.
Στις 4 Σεπτεμβρίου, ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας Markus Söder κάλεσε την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να παρέμβει. Λίγες ημέρες αργότερα, οι Πράσινοι επέκριναν τον υπουργό Οικονομίας, κάνοντας λόγο για αμέλεια. «Οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου δεν είναι γεμάτες. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια πιθανή έλλειψη», δήλωσε η Britta Haßelmann, συμπρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας των Πρασίνων.
Οι συγκεκριμένες προειδοποιήσεις ενίσχυσαν την ανησυχία για το ενδεχόμενο ελλείψεων φυσικού αερίου. Ωστόσο, για να αποτυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η κατάσταση, θα πρέπει να συνεκτιμηθούν και άλλες παράμετροι, όπως οι εισαγωγές και η διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού. Άλλωστε, η Γερμανία δεν εξαρτάται πλέον σχεδόν αποκλειστικά από έναν προμηθευτή, όπως συνέβαινε μέχρι το 2022.
Επαρκούν τα αποθέματα για τον χειμώνα;
Η πλειονότητα των ειδικών που μίλησαν στη DW δεν εκτιμά ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος για την ενεργειακή τροφοδοσία της Γερμανίας κατά τον ερχόμενο χειμώνα.
Ο Charlie Greenberg, εκπρόσωπος της Ένωσης της Γερμανικής Βιομηχανίας Φυσικού Αερίου και Υδρογόνου, επικαλείται τις μεσοπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας. Όπως ανέφερε, όσοι έχουν καλύψει συμβατικά τις ανάγκες τους για τον χειμώνα μέσω αξιόπιστων προμηθευτών, θα παραλάβουν τις ποσότητες που έχουν συμφωνηθεί.
Πιο επιφυλακτικός εμφανίστηκε ο Sebastian Heitmann, διευθύνων σύμβουλος της INES, της γερμανικής ένωσης εταιρειών που διαχειρίζονται εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου και υδρογόνου.
Ο ίδιος σημείωσε ότι, από τεχνικής πλευράς, είναι δυνατόν οι γερμανικές εγκαταστάσεις αποθήκευσης να φτάσουν περίπου στο 77% της χωρητικότητάς τους. Ωστόσο, για να επιτευχθεί αυτό θα απαιτούνταν ένας ρυθμός πλήρωσης που, όπως είπε, «δεν έχει παρατηρηθεί ούτε μία φορά τις τελευταίες τρεις εβδομάδες». Παράλληλα, προειδοποίησε ότι εάν η υφιστάμενη τάση παραμείνει αμετάβλητη, οι αποθήκες θα είναι γεμάτες μόλις κατά περίπου 65% την 1η Νοεμβρίου.
Από την πλευρά της, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων δεν θεωρεί ότι υπάρχει λόγος για ανησυχία. Η εκπρόσωπός της, Nadia Afani, δήλωσε στη DW ότι ο εφοδιασμός της Γερμανίας με φυσικό αέριο παραμένει σταθερός και πως, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, η Υπηρεσία εξακολουθεί να θεωρεί χαμηλό τον κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων στην τροφοδοσία.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών Υποθέσεων και Ενέργειας. Η εκπρόσωπος Susanne Ungrad ανέφερε ότι η κατάσταση παρακολουθείται στενά ώστε να διασφαλιστεί ο ενεργειακός εφοδιασμός, υπογραμμίζοντας ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις έλλειψης.
Γιατί δεν θεωρούν άμεσο τον κίνδυνο οι αρμόδιες αρχές
Η Ungrad αναφέρθηκε στους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη διαμόρφωση των τιμών φυσικού αερίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα αποθέματα, οι εισαγωγές που συνεχίζονται μέσω αγωγών και τερματικών σταθμών LNG, η ζήτηση, αλλά και οι εξελίξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Όπως τόνισε, η Γερμανία είναι προετοιμασμένη για τις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν.
Ο Greenberg υπογράμμισε ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι η δυνατότητα εξασφάλισης και μεταφοράς επαρκών ποσοτήτων φυσικού αερίου προς τη Γερμανία και μέσω της γερμανικής αγοράς. Οι συμβάσεις προμήθειας, οι αποθήκες, οι αγωγοί και οι εισαγωγές LNG, όπως εξήγησε, αποτελούν αλληλένδετα στοιχεία του ίδιου συστήματος.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι οι επενδύσεις σε τερματικούς σταθμούς LNG, νέες διαδρομές εισαγωγής και υποδομές αντίστροφης ροής έχουν ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητα του γερμανικού ενεργειακού συστήματος σε σχέση με το 2022.
Άνοδος στις τιμές φυσικού αερίου
Με την έναρξη της ψυχρότερης περιόδου και την αύξηση των αναγκών θέρμανσης, οι τιμές φυσικού αερίου συνήθως ακολουθούν ανοδική πορεία. Σύμφωνα με τον Heitmann, αυτή η τάση έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στην αγορά.
Όπως ανέφερε, κατά το δεύτερο τρίμηνο οι τιμές για ορισμένα συμβόλαια στην αγορά προθεσμιακών συναλλαγών κινούνταν περίπου στα 46 ευρώ (52 δολάρια) ανά μεγαβατώρα, ενώ πρόσφατα ξεπέρασαν τα 80 ευρώ.
Ο Olaf Geier, από την αμερικανική συμβουλευτική εταιρεία Arthur D. Little, ο οποίος παρακολουθεί στενά τη γερμανική αγορά, εκτιμά ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή άμεσο πρόβλημα στον εφοδιασμό. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι μια ιδιαίτερα ψυχρή περίοδος ή πιθανές διαταραχές στις εισαγωγές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απότομη άνοδο των τιμών.
Ο Greenberg, από την πλευρά του, σημείωσε ότι είναι δύσκολο να γίνουν αξιόπιστες εκτιμήσεις για την πορεία των τιμών. Παράλληλα, ανέφερε ότι τα χαμηλά αποθέματα ενδέχεται να δημιουργήσουν ανοδικές πιέσεις εφόσον καταστεί αναγκαία η αγορά επιπλέον ποσοτήτων φυσικού αερίου.
Παρόλα αυτά, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η αγορά αντιμετωπίζει έλλειψη προσφοράς. «Με τα σημερινά δεδομένα δεν υπάρχουν ενδείξεις έλλειψης εφοδιασμού ως το τέλος του χειμώνα. Ούτε οι προθεσμιακές αγορές σηματοδοτούν κάτι τέτοιο αυτή τη στιγμή», δήλωσε ο Greenberg.
Τι χρειάζεται για την ταχύτερη πλήρωση των αποθηκών
Σύμφωνα με τον Geier, ο λόγος για τον οποίο οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης δεν έχουν γεμίσει περισσότερο δεν συνδέεται με τεχνική αδυναμία, αλλά με το γεγονός ότι η αποθήκευση μεγαλύτερων ποσοτήτων δεν ήταν οικονομικά ελκυστική.
Για το επόμενο διάστημα, όπως υποστήριξε, απαιτούνται ισχυρότερα κίνητρα ώστε να αυξηθούν τα επίπεδα αποθήκευσης. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας θα πρέπει να εφαρμόζουν πρακτικές διαχείρισης κινδύνου που δεν θα λαμβάνουν υπόψη μόνο την τιμή αγοράς του φυσικού αερίου, αλλά και το ενδεχόμενο η πραγματική κατανάλωση να αποκλίνει από τις προβλέψεις.
Στην ανάγκη δημιουργίας αποτελεσματικών οικονομικών κινήτρων για την πλήρωση των αποθηκών αναφέρθηκε και ο Heitmann. Όπως υπογράμμισε, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα η Γερμανία χρειάζεται ένα αξιόπιστο πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς, το οποίο, μέσω κινήτρων, υποχρεώσεων ή συνδυασμού των δύο, θα εξασφαλίζει επαρκή αποθέματα σε βάθος χρόνου, διατηρώντας παράλληλα όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ευελιξία μέσω των μηχανισμών της αγοράς.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών