Aναγνωρίστηκε ευθύνη της τράπεζας τόσο σε συμβατικό όσο και σε αδικοπρακτικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να αποζημιώσει τον ενάγοντα με το ποσό των 17.789,51 ευρώ, ήτοι το σύνολο της ζημίας μετά την αφαίρεση του ποσού που ανακτήθηκε
Θύμα οργανωμένης ηλεκτρονικής απάτης (phishing) έπεσε πελάτης τράπεζας, όταν άγνωστος δράστης, προσποιούμενος ενδιαφερόμενο πελάτη για μεταφορά λαδιών, τον οδήγησε μέσω παραπλανητικού συνδέσμου (fake banking site) σε ψευδή ιστοσελίδα που προσομοίαζε το περιβάλλον e-banking της τράπεζας.
Ο πελάτης, θεωρώντας ότι επρόκειτο να εισπράξει το ποσό των 148,80 ευρώ, καταχώρισε τους κωδικούς ασφαλείας SMS-OTP που λάμβανε στο κινητό του τηλέφωνο. Στην πραγματικότητα, όμως, οι κωδικοί χρησιμοποιήθηκαν από τους δράστες για την προσθήκη νέων «έμπιστων» λογαριασμών και την πραγματοποίηση τριών διαδοχικών μεταφορών χρημάτων συνολικού ύψους 19.660 ευρώ μέσα σε περίπου μία ώρα.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επίμαχες συναλλαγές δεν θεωρούνται εγκεκριμένες κατά την έννοια του Ν. 4537/2018, καθώς ο ενάγων ουδέποτε είχε πραγματική βούληση να μεταφέρει χρήματα από τον λογαριασμό του, αλλά τελούσε σε ουσιώδη πλάνη ως προς το περιεχόμενο και τον σκοπό των ενεργειών που πραγματοποιούσε.
Παράλληλα, απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί της τράπεζας περί «βαριάς αμέλειας» του πελάτη. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ενάγων ενήργησε καλόπιστα, έχοντας την εύλογη πεποίθηση ότι ενέκρινε εισερχόμενη πληρωμή και όχι εξερχόμενα εμβάσματα, ενώ ειδοποίησε άμεσα την τράπεζα μόλις αντιλήφθηκε την απάτη και υπέβαλε χωρίς καθυστέρηση έγκληση στις αρμόδιες αρχές.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε το Δικαστήριο στις παραλείψεις της τράπεζας ως προς τα μέτρα ασφαλείας και την παρακολούθηση ύποπτων συναλλαγών. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η τράπεζα όφειλε να εντοπίσει:
Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπίστωσε βαριά αμέλεια της τράπεζας και μετά την τέλεση της απάτης, καθώς — παρά την άμεση ενημέρωση από το θύμα — δεν προχώρησε εγκαίρως σε δέσμευση των λογαριασμών αποδεκτών των εμβασμάτων, παρότι αυτοί τηρούνταν στην ίδια τράπεζα. Ως αποτέλεσμα, κατέστη αδύνατη η πλήρης ανάκτηση των χρημάτων και τελικώς ανακτήθηκε μόνο ποσό 1.870,49 ευρώ.
Το Δικαστήριο έκρινε επίσης άκυρους τους γενικούς όρους συναλλαγών της τράπεζας που προέβλεπαν απαλλαγή της από ευθύνη σε περίπτωση χρήσης προσωπικών κωδικών του πελάτη, κρίνοντας ότι αντίκεινται στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 4537/2018 για τις υπηρεσίες πληρωμών.
Κατόπιν των ανωτέρω, αναγνωρίστηκε ευθύνη της τράπεζας τόσο σε συμβατικό όσο και σε αδικοπρακτικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να αποζημιώσει τον ενάγοντα με το ποσό των 17.789,51 ευρώ, ήτοι το σύνολο της ζημίας μετά την αφαίρεση του ποσού που ανακτήθηκε.
Αντίθετα, απορρίφθηκε το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι η οικονομική ζημία επέφερε ουσιώδη διατάραξη της προσωπικής ή επαγγελματικής ζωής του ενάγοντος.
Ο ενάγων εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Αθηνών Αγγελική Βαγενά.
Ε.Τ.
www.bankingnews.gr
Ο πελάτης, θεωρώντας ότι επρόκειτο να εισπράξει το ποσό των 148,80 ευρώ, καταχώρισε τους κωδικούς ασφαλείας SMS-OTP που λάμβανε στο κινητό του τηλέφωνο. Στην πραγματικότητα, όμως, οι κωδικοί χρησιμοποιήθηκαν από τους δράστες για την προσθήκη νέων «έμπιστων» λογαριασμών και την πραγματοποίηση τριών διαδοχικών μεταφορών χρημάτων συνολικού ύψους 19.660 ευρώ μέσα σε περίπου μία ώρα.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επίμαχες συναλλαγές δεν θεωρούνται εγκεκριμένες κατά την έννοια του Ν. 4537/2018, καθώς ο ενάγων ουδέποτε είχε πραγματική βούληση να μεταφέρει χρήματα από τον λογαριασμό του, αλλά τελούσε σε ουσιώδη πλάνη ως προς το περιεχόμενο και τον σκοπό των ενεργειών που πραγματοποιούσε.
Παράλληλα, απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί της τράπεζας περί «βαριάς αμέλειας» του πελάτη. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ενάγων ενήργησε καλόπιστα, έχοντας την εύλογη πεποίθηση ότι ενέκρινε εισερχόμενη πληρωμή και όχι εξερχόμενα εμβάσματα, ενώ ειδοποίησε άμεσα την τράπεζα μόλις αντιλήφθηκε την απάτη και υπέβαλε χωρίς καθυστέρηση έγκληση στις αρμόδιες αρχές.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε το Δικαστήριο στις παραλείψεις της τράπεζας ως προς τα μέτρα ασφαλείας και την παρακολούθηση ύποπτων συναλλαγών. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η τράπεζα όφειλε να εντοπίσει:
- το ασυνήθιστα υψηλό ποσό της πρώτης μεταφοράς,
- τις διαδοχικές συναλλαγές σε σύντομο χρονικό διάστημα,
- τη μεταφορά χρημάτων προς νεοεισαχθέντες λογαριασμούς,
- καθώς και το γεγονός ότι οι λογαριασμοί αυτοί δεν είχαν προηγούμενη συναλλακτική σχέση με τον πελάτη.
Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπίστωσε βαριά αμέλεια της τράπεζας και μετά την τέλεση της απάτης, καθώς — παρά την άμεση ενημέρωση από το θύμα — δεν προχώρησε εγκαίρως σε δέσμευση των λογαριασμών αποδεκτών των εμβασμάτων, παρότι αυτοί τηρούνταν στην ίδια τράπεζα. Ως αποτέλεσμα, κατέστη αδύνατη η πλήρης ανάκτηση των χρημάτων και τελικώς ανακτήθηκε μόνο ποσό 1.870,49 ευρώ.
Το Δικαστήριο έκρινε επίσης άκυρους τους γενικούς όρους συναλλαγών της τράπεζας που προέβλεπαν απαλλαγή της από ευθύνη σε περίπτωση χρήσης προσωπικών κωδικών του πελάτη, κρίνοντας ότι αντίκεινται στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 4537/2018 για τις υπηρεσίες πληρωμών.
Κατόπιν των ανωτέρω, αναγνωρίστηκε ευθύνη της τράπεζας τόσο σε συμβατικό όσο και σε αδικοπρακτικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να αποζημιώσει τον ενάγοντα με το ποσό των 17.789,51 ευρώ, ήτοι το σύνολο της ζημίας μετά την αφαίρεση του ποσού που ανακτήθηκε.
Αντίθετα, απορρίφθηκε το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι η οικονομική ζημία επέφερε ουσιώδη διατάραξη της προσωπικής ή επαγγελματικής ζωής του ενάγοντος.
Ο ενάγων εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Αθηνών Αγγελική Βαγενά.
Ε.Τ.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών