Οι εξελίξεις αυτές έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική τουριστική αγορά εξακολουθεί να αισθάνεται τις επιπτώσεις της δραστικής μείωσης των αφίξεων από τη Ρωσία
Σημαντική επιδείνωση στη διαδικασία έκδοσης θεωρήσεων Schengen για ταξίδια προς την Ελλάδα καταγράφεται το καλοκαίρι του 2026, σύμφωνα με την Ένωση Τουριστικών Πρακτόρων της Ρωσίας (ATOR), η οποία αναφέρει αυξημένο αριθμό απορρίψεων αιτήσεων ακόμη και για ταξιδιώτες που διαθέτουν ήδη επιβεβαιωμένα τουριστικά πακέτα.
Όπως επισημαίνει η ATOR, τα ποσοστά απορρίψεων διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των τουριστικών εταιρειών.
Σε ορισμένες περιπτώσεις οι αρνήσεις κυμαίνονται μόλις στο 2%-2,5%, ενώ σε άλλες φθάνουν ακόμη και το 50%.
Έως και 70% οι απορρίψεις βίζας
Για τους ανεξάρτητους ταξιδιώτες, οι οποίοι οργανώνουν μόνοι τους το ταξίδι τους μέσω διαδικτυακών πλατφορμών κρατήσεων ή χρησιμοποιούν μεσάζοντες για την υποβολή των αιτήσεων, το ποσοστό των απορρίψεων φέρεται να αγγίζει ακόμη και το 70%.
Παράλληλα, οι Ρώσοι τουριστικοί φορείς επισημαίνουν ότι έχει αυξηθεί αισθητά και ο χρόνος επεξεργασίας των αιτήσεων.
Ενώ μέχρι πρόσφατα η διαδικασία ολοκληρωνόταν συνήθως μέσα σε δύο έως τρεις εβδομάδες, πλέον σε πολλές περιπτώσεις απαιτούνται έως και έξι εβδομάδες για την έκδοση απόφασης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ATOR συνιστά στους Ρώσους πολίτες που σχεδιάζουν ταξίδι στην Ελλάδα να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους αρκετά νωρίτερα, να προσκομίζουν όσο το δυνατόν πληρέστερα οικονομικά στοιχεία που αποδεικνύουν τη χρηματοοικονομική τους επάρκεια και να εξετάζουν το ενδεχόμενο αγοράς ταξιδιωτικής ασφάλισης που καλύπτει ακυρώσεις λόγω απόρριψης της θεώρησης.

Η Ελλάδα αισθάνεται τις επιπτώσεις της απουσίας των Ρώσων τουριστών
Οι εξελίξεις αυτές έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική τουριστική αγορά εξακολουθεί να αισθάνεται τις επιπτώσεις της δραστικής μείωσης των αφίξεων από τη Ρωσία.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων η απουσία Ρώσων επισκεπτών έχει επηρεάσει ιδιαίτερα τη Βόρεια Ελλάδα, με περιοχές όπως η Θεσσαλονίκη και η Χαλκιδική να συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που έχουν δεχθεί το μεγαλύτερο οικονομικό πλήγμα.
Αναλυτές του τουριστικού κλάδου εκτιμούν ότι οι καθυστερήσεις και τα αυξημένα ποσοστά απορρίψεων στις θεωρήσεις Schengen ενδέχεται να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τη ροή Ρώσων τουριστών προς την Ελλάδα, επηρεάζοντας κυρίως προορισμούς που παραδοσιακά βασίζονταν στη συγκεκριμένη αγορά.

Οι οικονομικές επιπτώσεις για την Ελλάδα
Η συνεχιζόμενη μείωση των αφίξεων Ρώσων τουριστών και οι αναφορές για αυξημένες απορρίψεις θεωρήσεων Schengen έχουν ευρύτερες επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα σε περιοχές που επί σειρά ετών βασίζονταν στη ρωσική τουριστική αγορά.
Πριν από τη δραστική επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι Ρώσοι επισκέπτες συγκαταλέγονταν μεταξύ των τουριστών με τη μεγαλύτερη κατά κεφαλήν δαπάνη στην Ελλάδα.
Εκτός από τα ξενοδοχεία, σημαντικά οφέλη αποκόμιζαν η εστίαση, το λιανικό εμπόριο, οι μεταφορές, οι υπηρεσίες αναψυχής και η αγορά ακινήτων σε αρκετές τουριστικές περιοχές.
Η απουσία αυτής της τουριστικής ροής έχει επηρεάσει ιδιαίτερα τη Βόρεια Ελλάδα.
Περιοχές όπως η Θεσσαλονίκη, η Χαλκιδική, η Καβάλα και η Πιερία, οι οποίες παραδοσιακά προσέλκυαν μεγάλο αριθμό Ρώσων επισκεπτών, καλούνται πλέον να καλύψουν το κενό μέσω άλλων αγορών, χωρίς όμως να είναι βέβαιο ότι οι νέες αφίξεις αντισταθμίζουν πλήρως τις απώλειες.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται μόνο στις τουριστικές επιχειρήσεις.
Η μείωση της τουριστικής κατανάλωσης συνεπάγεται χαμηλότερους τζίρους για χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου από τον ΦΠΑ, τη φορολογία εισοδήματος, τα τέλη διαμονής και τις ασφαλιστικές εισφορές που συνδέονται με την τουριστική δραστηριότητα.
Η στάση της Ελλάδας λειτουργεί αποτρεπτικά για τους Ρώσους τουρίστες
Παράλληλα, οι αυξημένοι χρόνοι αναμονής και οι αναφερόμενες απορρίψεις θεωρήσεων ενδέχεται να λειτουργήσουν αποτρεπτικά ακόμη και για Ρώσους πολίτες που διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να ταξιδέψουν στην Ελλάδα.
Η αβεβαιότητα γύρω από την έκδοση βίζας αυξάνει το ρίσκο προγραμματισμού των διακοπών και μπορεί να οδηγήσει μέρος των υποψήφιων επισκεπτών στην επιλογή ανταγωνιστικών προορισμών εκτός της ζώνης Schengen, όπως η Τουρκία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή άλλες χώρες που εφαρμόζουν ευκολότερες διαδικασίες εισόδου.
Παράγοντες της τουριστικής αγοράς εκτιμούν ότι, εφόσον συνεχιστεί η περιορισμένη πρόσβαση των Ρώσων ταξιδιωτών στην ελληνική αγορά, οι συνέπειες θα γίνουν περισσότερο αισθητές σε προορισμούς που είχαν αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με τη συγκεκριμένη αγορά.
Η διατήρηση ενός τόσο σημαντικού κενού στις αφίξεις περιορίζει τις αναπτυξιακές προοπτικές ορισμένων περιοχών και να μειώσει τη συνολική συμβολή του τουρισμού στα δημόσια έσοδα και στις τοπικές οικονομίες.
Στοιχεία σοκ γκρεμίζουν τον μύθο - Χαμηλής αξίας ο ελληνικός τουρισμός: +5,6% στις αφίξεις, μόλις +2,8% στα έσοδα ανά επισκέπτη
Την ίδια στιγμή, ο ελληνικός τουρισμός, η μεγάλη εγχώρια βιομηχανία όπως συνήθως αποκαλείται, συνεχίζει να καταγράφει νέα ιστορικά ρεκόρ σε αφίξεις και συνολικά έσοδα, αποτελώντας έναν από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας.
Σύμφωνα με τις τελευταίες επίσημες εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, τα ταξιδιωτικά έσοδα ανήλθαν στα 21,6 δισ. ευρώ το 2024, ενώ οι διεθνείς αφίξεις αυξήθηκαν περαιτέρω το 2025 και συνέχισαν ανοδικά και το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Η σημασία του τουρισμού για την ελληνική οικονομία είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Σύμφωνα με τη Eurostat, τα έσοδα από τον εισερχόμενο τουρισμό αντιστοιχούν περίπου στο 9,1% του ΑΕΠ (2025), ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μόνο η Κροατία (17,5%), η Κύπρος και η Μάλτα (10,6%) και η Πορτογαλία (9,6%) εμφανίζουν μεγαλύτερη εξάρτηση από τον εισερχόμενο τουρισμό.
Παρότι τα ελληνικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 9,4%, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι ενισχύθηκε μόνο κατά 2,8%, ενώ η διάρκεια παραμονής μειώθηκε κατά 4,5%.
Το 2025 καταγράφηκαν 37,98 εκατ. διεθνείς ταξιδιώτες (χωρίς την κρουαζιέρα), αυξημένοι κατά 5,6% σε σχέση με το 2024 (35,95 εκατ.) (στοιχεία ΤτΕ).
Η επίδοση δείχνει ότι η ανάπτυξη εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των αφίξεων και όχι σε θεαματική αναβάθμιση της αξίας κάθε επίσκεψης - γεγονός που μαρτυρά την χαμηλή ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Την ίδια ώρα, το μοντέλο αυτό φαίνεται να εγκλωβίζει την Ελλάδα σε ένα οικονομικό υπόδειγμα χαμηλής παραγωγικότητας – με τις υπηρεσίες φιλοξενίας/διασκέδασης να απασχολούν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του ενεργού πληθυσμού.
Πρόκειται για επισφαλείς θέσεις, με χαμηλό δείκτη τήρησης της εργασιακής νομοθεσίας και δυνατότητας επαγγελματικής ανέλιξης και αύξησης των αμοιβών.
Την ίδια ώρα, ο υπερτουρισμός σε κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς προκαλεί υποβάθμιση των τουριστικών υπηρεσιών αλλά και του επιπέδου ζωής των κατοίκων των περιοχών ενώ τη ίδια ώρα αυξάνει κατακόρυφα το κόστος κατοικίας (αν σκεφτούμε το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν όσοι καθηγητές γιατροί και άλλοι υπηρετούν σε αυτές τις περιοχές).

Το διαρθρωτικό πρόβλημα
Ωστόσο, πίσω από αυτή τη εικόνα κρύβεται ένα σοβαρό διαρθρωτικό πρόβλημα: η Ελλάδα παραμένει λιγότερο ανταγωνιστική ως προς την αξία που παράγει ανά επισκέπτη.
Το ελληνικό μοντέλο εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στον μεγάλο όγκο αφίξεων και όχι στην υψηλή τουριστική δαπάνη.
Η μέση δαπάνη ανά ταξίδι παραμένει αισθητά χαμηλότερη από εκείνη ανταγωνιστικών προορισμών όπως η Ισπανία, η Ιταλία ή ακόμη και η Πορτογαλία, οι οποίες έχουν επενδύσει περισσότερο στον αστικό τουρισμό, στη γαστρονομία, στον συνεδριακό τουρισμό, στον πολιτισμό και στις υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η Ισπανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Παρότι υποδέχεται σχεδόν διπλάσιο αριθμό επισκεπτών από την Ελλάδα, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι είναι σημαντικά υψηλότερη, με αποτέλεσμα τα συνολικά τουριστικά έσοδα να αυξάνονται ταχύτερα από τις αφίξεις.


www.bankingnews.gr
Όπως επισημαίνει η ATOR, τα ποσοστά απορρίψεων διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των τουριστικών εταιρειών.
Σε ορισμένες περιπτώσεις οι αρνήσεις κυμαίνονται μόλις στο 2%-2,5%, ενώ σε άλλες φθάνουν ακόμη και το 50%.
Έως και 70% οι απορρίψεις βίζας
Για τους ανεξάρτητους ταξιδιώτες, οι οποίοι οργανώνουν μόνοι τους το ταξίδι τους μέσω διαδικτυακών πλατφορμών κρατήσεων ή χρησιμοποιούν μεσάζοντες για την υποβολή των αιτήσεων, το ποσοστό των απορρίψεων φέρεται να αγγίζει ακόμη και το 70%.
Παράλληλα, οι Ρώσοι τουριστικοί φορείς επισημαίνουν ότι έχει αυξηθεί αισθητά και ο χρόνος επεξεργασίας των αιτήσεων.
Ενώ μέχρι πρόσφατα η διαδικασία ολοκληρωνόταν συνήθως μέσα σε δύο έως τρεις εβδομάδες, πλέον σε πολλές περιπτώσεις απαιτούνται έως και έξι εβδομάδες για την έκδοση απόφασης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ATOR συνιστά στους Ρώσους πολίτες που σχεδιάζουν ταξίδι στην Ελλάδα να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους αρκετά νωρίτερα, να προσκομίζουν όσο το δυνατόν πληρέστερα οικονομικά στοιχεία που αποδεικνύουν τη χρηματοοικονομική τους επάρκεια και να εξετάζουν το ενδεχόμενο αγοράς ταξιδιωτικής ασφάλισης που καλύπτει ακυρώσεις λόγω απόρριψης της θεώρησης.

Η Ελλάδα αισθάνεται τις επιπτώσεις της απουσίας των Ρώσων τουριστών
Οι εξελίξεις αυτές έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική τουριστική αγορά εξακολουθεί να αισθάνεται τις επιπτώσεις της δραστικής μείωσης των αφίξεων από τη Ρωσία.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων η απουσία Ρώσων επισκεπτών έχει επηρεάσει ιδιαίτερα τη Βόρεια Ελλάδα, με περιοχές όπως η Θεσσαλονίκη και η Χαλκιδική να συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που έχουν δεχθεί το μεγαλύτερο οικονομικό πλήγμα.
Αναλυτές του τουριστικού κλάδου εκτιμούν ότι οι καθυστερήσεις και τα αυξημένα ποσοστά απορρίψεων στις θεωρήσεις Schengen ενδέχεται να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τη ροή Ρώσων τουριστών προς την Ελλάδα, επηρεάζοντας κυρίως προορισμούς που παραδοσιακά βασίζονταν στη συγκεκριμένη αγορά.

Οι οικονομικές επιπτώσεις για την Ελλάδα
Η συνεχιζόμενη μείωση των αφίξεων Ρώσων τουριστών και οι αναφορές για αυξημένες απορρίψεις θεωρήσεων Schengen έχουν ευρύτερες επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα σε περιοχές που επί σειρά ετών βασίζονταν στη ρωσική τουριστική αγορά.
Πριν από τη δραστική επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι Ρώσοι επισκέπτες συγκαταλέγονταν μεταξύ των τουριστών με τη μεγαλύτερη κατά κεφαλήν δαπάνη στην Ελλάδα.
Εκτός από τα ξενοδοχεία, σημαντικά οφέλη αποκόμιζαν η εστίαση, το λιανικό εμπόριο, οι μεταφορές, οι υπηρεσίες αναψυχής και η αγορά ακινήτων σε αρκετές τουριστικές περιοχές.
Η απουσία αυτής της τουριστικής ροής έχει επηρεάσει ιδιαίτερα τη Βόρεια Ελλάδα.
Περιοχές όπως η Θεσσαλονίκη, η Χαλκιδική, η Καβάλα και η Πιερία, οι οποίες παραδοσιακά προσέλκυαν μεγάλο αριθμό Ρώσων επισκεπτών, καλούνται πλέον να καλύψουν το κενό μέσω άλλων αγορών, χωρίς όμως να είναι βέβαιο ότι οι νέες αφίξεις αντισταθμίζουν πλήρως τις απώλειες.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται μόνο στις τουριστικές επιχειρήσεις.
Η μείωση της τουριστικής κατανάλωσης συνεπάγεται χαμηλότερους τζίρους για χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου από τον ΦΠΑ, τη φορολογία εισοδήματος, τα τέλη διαμονής και τις ασφαλιστικές εισφορές που συνδέονται με την τουριστική δραστηριότητα.
Η στάση της Ελλάδας λειτουργεί αποτρεπτικά για τους Ρώσους τουρίστες
Παράλληλα, οι αυξημένοι χρόνοι αναμονής και οι αναφερόμενες απορρίψεις θεωρήσεων ενδέχεται να λειτουργήσουν αποτρεπτικά ακόμη και για Ρώσους πολίτες που διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να ταξιδέψουν στην Ελλάδα.
Η αβεβαιότητα γύρω από την έκδοση βίζας αυξάνει το ρίσκο προγραμματισμού των διακοπών και μπορεί να οδηγήσει μέρος των υποψήφιων επισκεπτών στην επιλογή ανταγωνιστικών προορισμών εκτός της ζώνης Schengen, όπως η Τουρκία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή άλλες χώρες που εφαρμόζουν ευκολότερες διαδικασίες εισόδου.
Παράγοντες της τουριστικής αγοράς εκτιμούν ότι, εφόσον συνεχιστεί η περιορισμένη πρόσβαση των Ρώσων ταξιδιωτών στην ελληνική αγορά, οι συνέπειες θα γίνουν περισσότερο αισθητές σε προορισμούς που είχαν αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με τη συγκεκριμένη αγορά.
Η διατήρηση ενός τόσο σημαντικού κενού στις αφίξεις περιορίζει τις αναπτυξιακές προοπτικές ορισμένων περιοχών και να μειώσει τη συνολική συμβολή του τουρισμού στα δημόσια έσοδα και στις τοπικές οικονομίες.
Στοιχεία σοκ γκρεμίζουν τον μύθο - Χαμηλής αξίας ο ελληνικός τουρισμός: +5,6% στις αφίξεις, μόλις +2,8% στα έσοδα ανά επισκέπτη
Την ίδια στιγμή, ο ελληνικός τουρισμός, η μεγάλη εγχώρια βιομηχανία όπως συνήθως αποκαλείται, συνεχίζει να καταγράφει νέα ιστορικά ρεκόρ σε αφίξεις και συνολικά έσοδα, αποτελώντας έναν από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας.
Σύμφωνα με τις τελευταίες επίσημες εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, τα ταξιδιωτικά έσοδα ανήλθαν στα 21,6 δισ. ευρώ το 2024, ενώ οι διεθνείς αφίξεις αυξήθηκαν περαιτέρω το 2025 και συνέχισαν ανοδικά και το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Η σημασία του τουρισμού για την ελληνική οικονομία είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Σύμφωνα με τη Eurostat, τα έσοδα από τον εισερχόμενο τουρισμό αντιστοιχούν περίπου στο 9,1% του ΑΕΠ (2025), ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μόνο η Κροατία (17,5%), η Κύπρος και η Μάλτα (10,6%) και η Πορτογαλία (9,6%) εμφανίζουν μεγαλύτερη εξάρτηση από τον εισερχόμενο τουρισμό.
Παρότι τα ελληνικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 9,4%, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι ενισχύθηκε μόνο κατά 2,8%, ενώ η διάρκεια παραμονής μειώθηκε κατά 4,5%.
Το 2025 καταγράφηκαν 37,98 εκατ. διεθνείς ταξιδιώτες (χωρίς την κρουαζιέρα), αυξημένοι κατά 5,6% σε σχέση με το 2024 (35,95 εκατ.) (στοιχεία ΤτΕ).
Η επίδοση δείχνει ότι η ανάπτυξη εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των αφίξεων και όχι σε θεαματική αναβάθμιση της αξίας κάθε επίσκεψης - γεγονός που μαρτυρά την χαμηλή ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Την ίδια ώρα, το μοντέλο αυτό φαίνεται να εγκλωβίζει την Ελλάδα σε ένα οικονομικό υπόδειγμα χαμηλής παραγωγικότητας – με τις υπηρεσίες φιλοξενίας/διασκέδασης να απασχολούν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του ενεργού πληθυσμού.
Πρόκειται για επισφαλείς θέσεις, με χαμηλό δείκτη τήρησης της εργασιακής νομοθεσίας και δυνατότητας επαγγελματικής ανέλιξης και αύξησης των αμοιβών.
Την ίδια ώρα, ο υπερτουρισμός σε κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς προκαλεί υποβάθμιση των τουριστικών υπηρεσιών αλλά και του επιπέδου ζωής των κατοίκων των περιοχών ενώ τη ίδια ώρα αυξάνει κατακόρυφα το κόστος κατοικίας (αν σκεφτούμε το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν όσοι καθηγητές γιατροί και άλλοι υπηρετούν σε αυτές τις περιοχές).

Το διαρθρωτικό πρόβλημα
Ωστόσο, πίσω από αυτή τη εικόνα κρύβεται ένα σοβαρό διαρθρωτικό πρόβλημα: η Ελλάδα παραμένει λιγότερο ανταγωνιστική ως προς την αξία που παράγει ανά επισκέπτη.
Το ελληνικό μοντέλο εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στον μεγάλο όγκο αφίξεων και όχι στην υψηλή τουριστική δαπάνη.
Η μέση δαπάνη ανά ταξίδι παραμένει αισθητά χαμηλότερη από εκείνη ανταγωνιστικών προορισμών όπως η Ισπανία, η Ιταλία ή ακόμη και η Πορτογαλία, οι οποίες έχουν επενδύσει περισσότερο στον αστικό τουρισμό, στη γαστρονομία, στον συνεδριακό τουρισμό, στον πολιτισμό και στις υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η Ισπανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Παρότι υποδέχεται σχεδόν διπλάσιο αριθμό επισκεπτών από την Ελλάδα, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι είναι σημαντικά υψηλότερη, με αποτέλεσμα τα συνολικά τουριστικά έσοδα να αυξάνονται ταχύτερα από τις αφίξεις.


www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών