Η αποδοτικότητα, άλλοτε υπέρτατη αρχή της παγκοσμιοποίησης, υποτάσσεται πλέον όλο και περισσότερο στις επιταγές της εθνικής ασφάλειας και της οικονομικής κυριαρχίας
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε σήμερα ελάχιστα μοιάζει με εκείνον που φαντάστηκαν οι αρχιτέκτονες της παγκόσμιας οικονομίας στα τέλη του 20ού αιώνα.
Τότε, η κατάργηση των εμπορικών φραγμών παρουσιαζόταν ως η βασιλική οδός προς μία κοινή, καθολική ευημερία.
Σήμερα, νέα τείχη υψώνονται — όχι από σκυρόδεμα, αλλά από δασμούς, επιδοτήσεις και απαγορεύσεις εξαγωγών.
Το μεγαλεπήβολο αφήγημα της απρόσκοπτης παγκοσμιοποίησης ακούγεται ολοένα και περισσότερο σαν απολίθωμα μιας περασμένης εποχής.
Η τεκτονική μετατόπιση στην παγκόσμια διακυβέρνηση
Αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι μια προσωρινή αναταραχή, αλλά μια τεκτονική μετατόπιση στην παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση, αρκετά ισχυρή ώστε να αναδιαμορφώσει τον στρατηγικό προσανατολισμό κρατών σε ολόκληρο τον κόσμο.
Αυτό που ξεκίνησε ως αιχμηρά, προκλητικά tweets κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Donald Trump αποδεικνύεται τελικά όχι ιστορική εξαίρεση, αλλά το σημείο ανάφλεξης μιας βαθύτερης, μακροχρόνιας μετάβασης που σιγόβραζε εδώ και χρόνια.
Ωστόσο, το να αποδοθεί το φαινόμενο αποκλειστικά στον Trump θα ήταν λανθασμένο - αποτελεί πλέον τον άξονα της οικονομικής στρατηγικής των εθνών ανα τον κόσμο...
Κάτω από τη ρητορική του «America First» (Πρώτα η Αμερική) υποκρυπτόταν μια βαθιά ανησυχία για την άνοδο της Κίνας και η οποία εκλαμβανόταν ως συστηματική χειραγώγηση του διεθνούς οικονομικού συστήματος – ένας «λαθρεπιβάτης» της φιλελεύθερης τάξης που κατόρθωσε να την κατακτήσει...
Το Πεκίνο κατηγορήθηκε ότι εκμεταλλεύτηκε το άνοιγμα της παγκοσμιοποίησης για να συσσωρεύσει πλούτο και βιομηχανική ισχύ, ενώ ταυτόχρονα προστάτευε την εγχώρια αγορά του μέσω γραφειοκρατικών εμποδίων και αδιαφανών μορφών προστατευτισμού.
Σήμερα, ο οικονομικός εθνικισμός έχει παγκοσμιοποιηθεί και εξαπλώνεται πέρα από ιδεολογίες και γεωγραφικές περιοχές.
Στην Ιαπωνία, πολιτικές προσωπικότητες όπως η Sanae Takaichi προωθούν ένα ισχυρό αφήγημα οικονομικής αυτάρκειας ως απάντηση στις ευαλωτότητες των εφοδιαστικών αλυσίδων της χώρας - δεν πρόκεται για το δόγμα του εθνικισμού του 1930 αλλά για κάτι το οποίο είναι προσαρμοσμένο στις σημερινές διεθνείς ροές κεφαλαίων και αγαθών.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η «στρατηγική αυτονομία» έχει γίνει σταθερή φράση στο λεξιλόγιο των Βρυξελλών — μια προσπάθεια μείωσης της χρόνιας εξάρτησης από την Κίνα, αλλά και αντιστάθμισης της πολιτικής αβεβαιότητας στην Ουάσινγκτον.
Πολιτικές που προωθούν την καθετοποίηση της επεξεργασίας νικελίου και άλλων φυσικών πόρων έχουν αναδειχθεί σε νέο πολιτικοοικονομικό αφήγημα εθνικής κυριαρχίας.
Η αποδοτικότητα, άλλοτε υπέρτατη αρχή της παγκοσμιοποίησης, υποτάσσεται πλέον όλο και περισσότερο στις επιταγές της ασφάλειας και της κυριαρχίας.
Βασιζόμενος στο έργο του Marvin Suesse, The Nationalist Dilemma (2023) ο οικονομικός εθνικισμός μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια να ευθυγραμμιστούν τα οικονομικά όρια με τα όρια της εθνικής ταυτότητας και της κυριαρχίας.
Ο Suesse προσφέρει μια αξιοσημείωτα ευρεία προοπτική του φαινομένου.
Κατά την άποψή του, ο οικονομικός εθνικισμός δεν είναι συλλογική παθολογία, αλλά μια λογική αντίδραση σε αντιληπτές διεθνείς ανισότητες.
Όταν τα έθνη αισθάνονται ταπεινωμένα από οικονομική υστέρηση ή απειλούμενα από την κυριαρχία ξένου κεφαλαίου, ο προστατευτισμός γίνεται ένα ενστικτωδώς δικαιολογημένο «ασπίδα».
Ωστόσο, αυτή η ασπίδα κρύβει ένα βαθύ παράδοξο. Ο Suesse υποστηρίζει ότι οι οικονομικοί εθνικιστές βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα σε δύο συγκρουόμενες φιλοδοξίες. Από τη μία πλευρά υπάρχει μια ισχυρή ώθηση προς την απομόνωση για την προστασία της εγχώριας βιομηχανίας.
Από την άλλη, υπάρχει μια εξίσου ισχυρή επιθυμία για ταχεία ανάπτυξη και επέκταση.
Χωρίς πρόσβαση σε ξένο κεφάλαιο, τεχνολογία και διεθνή συνεργασία, η αναπλήρωση της υστέρησης στη βιομηχανία καθίσταται σχεδόν αδύνατη για τους περισσότερους. Αυτό, προτείνει ο Suesse, είναι το δίλημμα που αντιμετωπίζουν πολλές αναπτυσσόμενες χώρες σήμερα.
Η παγίδα μηδενικού αθροίσματος (Zero-sum Trap)
Όταν αυτές οι προσεγγίσεις αντιμετωπίζονται με τις σύγχρονες γεοοικονομικές πραγματικότητες, αναδεικνύεται ένα ανησυχητικό μοτίβο, με βαθιές επιπτώσεις για τη διεθνή σταθερότητα.
Ο Kenneth A Reinert, στο έργο του The Lure of Economic Nationalism: Beyond Zero-Sum (2024), περιγράφει τον οικονομικό εθνικισμό ως μια δελεαστική αλλά καταστροφική υιοθέτηση της λογικής μηδενικού αθροίσματος, δηλαδή της πίστης ότι το κέρδος μιας χώρας συνεπάγεται αυτομάτως την απώλεια μιας άλλης.
Αν η Κίνα δημιουργήσει ένα τεράστιο εργοστάσιο μπαταριών, οι ΗΠΑ βλέπουν μια υπαρξιακή απειλή για τη βιομηχανία αυτοκινήτων τους.
Αν η Ινδονησία απαγορεύσει τις εξαγωγές πρώτων μετάλλων, οι προηγμένες οικονομίες αντιλαμβάνονται επίθεση στην πρόσβαση στις αγορές τους.
Υπάρχει αλήθεια στην αίσθηση ότι το παγκόσμιο σύστημα βρίσκεται υπό σοβαρή πίεση.
Η Κίνα ενσαρκώνει πολλές από τις ανησυχίες που περιγράφει ο Reinert, αξιοποιώντας τη διεθνοποίηση εξωτερικά ενώ ακολουθεί έντονα εθνικιστικές βιομηχανικές πολιτικές στο εσωτερικό.
Η αντίδραση των ΗΠΑ, που ξεκίνησε επί Trump και επεκτάθηκε επί Joe Biden, αντανακλά μια αυξανόμενη ανυπομονησία στην Ουάσινγκτον. Ακολούθησαν δασμοί, τεχνολογικοί αποκλεισμοί και γενναιόδωρες επιδοτήσεις μέσω πρωτοβουλιών όπως το Inflation Reduction Act.
Ωστόσο, το τουλάχιστον αρχικά ανεπιθύμητο θύμα ήταν το ίδιο το πολυμερές σύστημα.
Θεσμοί όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου έχουν αποδυναμωθεί, αφήνοντας την παγκόσμια οικονομία όλο και πιο ακυβέρνητη χωρίς αμοιβαία αποδεκτούς κανόνες - αυτά θα προσαρμοσθούν δυστυχώς βίαια στους νέους συσχετισμούς δυνάμεων.
Στο πρακτικό επίπεδο, ο οικονομικός εθνικισμός αποδείχθηκε περισσότερο από ένα προσωρινό πολιτικό σύνθημα.
Στην Ιαπωνία, η στροφή προς την «οικονομική ασφάλεια» οδήγησε εταιρείες να μεταφέρουν παραγωγή εκτός Κίνας, ακόμη και με υψηλότερο κόστος.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που επί μακρόν θεωρείτο ο πιο πιστός υπερασπιστής του ελεύθερου εμπορίου, εξοπλίζεται τώρα με μηχανισμούς κατά των καταταστρατήσεων στις εμπορικές σχέσεις για να υπερασπιστεί την κυριαρχία των αγορών της.
Αυτές οι εξελίξεις ενισχύουν την άποψη του Merchant ότι ο κόσμος κατακερματίζεται σε ανταγωνιστικά οικονομικά μπλοκ, χαρακτηριζόμενα από αμοιβαλή δυσπιστία.
Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από τις ηθικές αιτιολογήσεις που προβάλλει κάθε χώρα.
Οι αναπτυσσόμενες χώρες επικαλούνται τον προστατευτισμό ως αναγκαιότητα για να ξεφύγουν από τη φτώχεια, ενώ οι προηγμένες οικονομίες τον υπερασπίζονται ως ουσιώδη για τη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου της μεσαίας τάξης.
Αυτό de facto ανατρέπει τις ισορροπίες στις πολιτικές τάξεις καθώς γενικεύεται σε μια επιθέση κατά των οικονομικών ελίτ και την επικράτηση των πατριωτικών δυνάμεων.
Η απάντηση στα νέα δεδομένα
Ο οικονομικός εθνικισμός πρέπει να γίνει κατανοητός με επαρκή σαφήνεια ώστε να αποτιμηθούν και οι δύο όψεις του.
Ο θεμελιώδης ρόλος του στην εθνική επιβίωση είναι αδιαμφισβήτητος.
Μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο για περιθωριοποιημένα κράτη ώστε να διεκδικήσουν δικαιότερη συμμετοχή στον διεθνή καταμερισμό εργασίας.
Για την Ινδονησία, για παράδειγμα, οι πολιτικές καθετοποίησης της βιομηχανίας, όσο εθνικιστικές κι αν ακούγονται, ενδέχεται να αποτελούν τη μόνη διέξοδο από τη μόνιμη εξάρτηση από εξαγωγές πρώτων υλών χαμηλής αξίας.
Οι κίνδυνοι, ωστόσο, είναι εξίσου υπαρκτοί.
Ο οικονομικός εθνικισμός μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μέθη για τους χαράσσοντες πολιτική.
Ένας άμεσος κίνδυνος είναι ο συστημικός παγκόσμιος πληθωρισμός.
Η επιβολή εγχώριας παραγωγής με κόστος πολύ υψηλότερο από τις διεθνείς εναλλακτικές μετακυλίει τελικά το βάρος στους απλούς πολίτες. Η παγκόσμια αποδοτικότητα που παρείχαν οι ολοκληρωμένες εφοδιαστικές αλυσίδες θυσιάζεται για ένα αίσθημα ασφάλειας που μπορεί να αποδειχθεί απατηλό.
Ένας δεύτερος κίνδυνος αφορά την καταστολή της καινοτομίας.
Η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος ανθεί μέσω της ελεύθερης ανταλλαγής ιδεών πέρα από σύνορα.
Όταν ο οικονομικός εθνικισμός επεκτείνεται στην έρευνα και ανάπτυξη —αυτό που συχνά αποκαλείται τεχνο-εθνικισμός— ο κόσμος κινδυνεύει να διασπαστεί σε ασύμβατα τεχνολογικά πρότυπα.
Αυτό όχι μόνο επιβραδύνει την ανάπτυξη, αλλά υπονομεύει και τις συλλογικές απαντήσεις σε παγκόσμιες προκλήσεις όπως η κλιματική αλλαγή και μελλοντικές πανδημίες, προβλήματα που κανένα κράτος δεν μπορεί να λύσει μόνο του.
Ο Suesse προσφέρει το ιστορικό υπόβαθρο, οι Cohen-Setton και προειδοποιούν για τη γραφειοκρατική αποσύνθεση, ο Reinert αναδεικνύει τους ψυχολογικούς κινδύνους της ξενοφοβικής οικονομικής σκέψης και ο Merchant υπογραμμίζει τη σοβαρότητα της συστημικής κρίσης.
Όλοι συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: ο κόσμος βρίσκεται σε ένα καθοριστικό σταυροδρόμι, το οποίο θα διαμορφώσει τους οικονομικούς και πολιτικούς ορίζοντες των επόμενων γενεών.
www.bankingnews.gr
Τότε, η κατάργηση των εμπορικών φραγμών παρουσιαζόταν ως η βασιλική οδός προς μία κοινή, καθολική ευημερία.
Σήμερα, νέα τείχη υψώνονται — όχι από σκυρόδεμα, αλλά από δασμούς, επιδοτήσεις και απαγορεύσεις εξαγωγών.
Το μεγαλεπήβολο αφήγημα της απρόσκοπτης παγκοσμιοποίησης ακούγεται ολοένα και περισσότερο σαν απολίθωμα μιας περασμένης εποχής.
Η τεκτονική μετατόπιση στην παγκόσμια διακυβέρνηση
Αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι μια προσωρινή αναταραχή, αλλά μια τεκτονική μετατόπιση στην παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση, αρκετά ισχυρή ώστε να αναδιαμορφώσει τον στρατηγικό προσανατολισμό κρατών σε ολόκληρο τον κόσμο.
Αυτό που ξεκίνησε ως αιχμηρά, προκλητικά tweets κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Donald Trump αποδεικνύεται τελικά όχι ιστορική εξαίρεση, αλλά το σημείο ανάφλεξης μιας βαθύτερης, μακροχρόνιας μετάβασης που σιγόβραζε εδώ και χρόνια.
Ωστόσο, το να αποδοθεί το φαινόμενο αποκλειστικά στον Trump θα ήταν λανθασμένο - αποτελεί πλέον τον άξονα της οικονομικής στρατηγικής των εθνών ανα τον κόσμο...
Κάτω από τη ρητορική του «America First» (Πρώτα η Αμερική) υποκρυπτόταν μια βαθιά ανησυχία για την άνοδο της Κίνας και η οποία εκλαμβανόταν ως συστηματική χειραγώγηση του διεθνούς οικονομικού συστήματος – ένας «λαθρεπιβάτης» της φιλελεύθερης τάξης που κατόρθωσε να την κατακτήσει...
Το Πεκίνο κατηγορήθηκε ότι εκμεταλλεύτηκε το άνοιγμα της παγκοσμιοποίησης για να συσσωρεύσει πλούτο και βιομηχανική ισχύ, ενώ ταυτόχρονα προστάτευε την εγχώρια αγορά του μέσω γραφειοκρατικών εμποδίων και αδιαφανών μορφών προστατευτισμού.
Σήμερα, ο οικονομικός εθνικισμός έχει παγκοσμιοποιηθεί και εξαπλώνεται πέρα από ιδεολογίες και γεωγραφικές περιοχές.
Στην Ιαπωνία, πολιτικές προσωπικότητες όπως η Sanae Takaichi προωθούν ένα ισχυρό αφήγημα οικονομικής αυτάρκειας ως απάντηση στις ευαλωτότητες των εφοδιαστικών αλυσίδων της χώρας - δεν πρόκεται για το δόγμα του εθνικισμού του 1930 αλλά για κάτι το οποίο είναι προσαρμοσμένο στις σημερινές διεθνείς ροές κεφαλαίων και αγαθών.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η «στρατηγική αυτονομία» έχει γίνει σταθερή φράση στο λεξιλόγιο των Βρυξελλών — μια προσπάθεια μείωσης της χρόνιας εξάρτησης από την Κίνα, αλλά και αντιστάθμισης της πολιτικής αβεβαιότητας στην Ουάσινγκτον.
Πολιτικές που προωθούν την καθετοποίηση της επεξεργασίας νικελίου και άλλων φυσικών πόρων έχουν αναδειχθεί σε νέο πολιτικοοικονομικό αφήγημα εθνικής κυριαρχίας.
Η αποδοτικότητα, άλλοτε υπέρτατη αρχή της παγκοσμιοποίησης, υποτάσσεται πλέον όλο και περισσότερο στις επιταγές της ασφάλειας και της κυριαρχίας.
Τα διλήμματα μιας εθνικής πολιτικής
Για να κατανοήσει κανείς τον οικονομικό εθνικισμό με διανοητική σαφήνεια, πρέπει να υπερβεί τη στενή ταύτισή του με τον παραδοσιακό προστατευτισμό.Βασιζόμενος στο έργο του Marvin Suesse, The Nationalist Dilemma (2023) ο οικονομικός εθνικισμός μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια να ευθυγραμμιστούν τα οικονομικά όρια με τα όρια της εθνικής ταυτότητας και της κυριαρχίας.
Ο Suesse προσφέρει μια αξιοσημείωτα ευρεία προοπτική του φαινομένου.
Κατά την άποψή του, ο οικονομικός εθνικισμός δεν είναι συλλογική παθολογία, αλλά μια λογική αντίδραση σε αντιληπτές διεθνείς ανισότητες.
Όταν τα έθνη αισθάνονται ταπεινωμένα από οικονομική υστέρηση ή απειλούμενα από την κυριαρχία ξένου κεφαλαίου, ο προστατευτισμός γίνεται ένα ενστικτωδώς δικαιολογημένο «ασπίδα».
Ωστόσο, αυτή η ασπίδα κρύβει ένα βαθύ παράδοξο. Ο Suesse υποστηρίζει ότι οι οικονομικοί εθνικιστές βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα σε δύο συγκρουόμενες φιλοδοξίες. Από τη μία πλευρά υπάρχει μια ισχυρή ώθηση προς την απομόνωση για την προστασία της εγχώριας βιομηχανίας.
Από την άλλη, υπάρχει μια εξίσου ισχυρή επιθυμία για ταχεία ανάπτυξη και επέκταση.
Χωρίς πρόσβαση σε ξένο κεφάλαιο, τεχνολογία και διεθνή συνεργασία, η αναπλήρωση της υστέρησης στη βιομηχανία καθίσταται σχεδόν αδύνατη για τους περισσότερους. Αυτό, προτείνει ο Suesse, είναι το δίλημμα που αντιμετωπίζουν πολλές αναπτυσσόμενες χώρες σήμερα.
Η παγίδα μηδενικού αθροίσματος (Zero-sum Trap)
Όταν αυτές οι προσεγγίσεις αντιμετωπίζονται με τις σύγχρονες γεοοικονομικές πραγματικότητες, αναδεικνύεται ένα ανησυχητικό μοτίβο, με βαθιές επιπτώσεις για τη διεθνή σταθερότητα.
Ο Kenneth A Reinert, στο έργο του The Lure of Economic Nationalism: Beyond Zero-Sum (2024), περιγράφει τον οικονομικό εθνικισμό ως μια δελεαστική αλλά καταστροφική υιοθέτηση της λογικής μηδενικού αθροίσματος, δηλαδή της πίστης ότι το κέρδος μιας χώρας συνεπάγεται αυτομάτως την απώλεια μιας άλλης.
Αν η Κίνα δημιουργήσει ένα τεράστιο εργοστάσιο μπαταριών, οι ΗΠΑ βλέπουν μια υπαρξιακή απειλή για τη βιομηχανία αυτοκινήτων τους.
Αν η Ινδονησία απαγορεύσει τις εξαγωγές πρώτων μετάλλων, οι προηγμένες οικονομίες αντιλαμβάνονται επίθεση στην πρόσβαση στις αγορές τους.
Υπάρχει αλήθεια στην αίσθηση ότι το παγκόσμιο σύστημα βρίσκεται υπό σοβαρή πίεση.
Η Κίνα ενσαρκώνει πολλές από τις ανησυχίες που περιγράφει ο Reinert, αξιοποιώντας τη διεθνοποίηση εξωτερικά ενώ ακολουθεί έντονα εθνικιστικές βιομηχανικές πολιτικές στο εσωτερικό.
Η αντίδραση των ΗΠΑ, που ξεκίνησε επί Trump και επεκτάθηκε επί Joe Biden, αντανακλά μια αυξανόμενη ανυπομονησία στην Ουάσινγκτον. Ακολούθησαν δασμοί, τεχνολογικοί αποκλεισμοί και γενναιόδωρες επιδοτήσεις μέσω πρωτοβουλιών όπως το Inflation Reduction Act.
Ωστόσο, το τουλάχιστον αρχικά ανεπιθύμητο θύμα ήταν το ίδιο το πολυμερές σύστημα.
Θεσμοί όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου έχουν αποδυναμωθεί, αφήνοντας την παγκόσμια οικονομία όλο και πιο ακυβέρνητη χωρίς αμοιβαία αποδεκτούς κανόνες - αυτά θα προσαρμοσθούν δυστυχώς βίαια στους νέους συσχετισμούς δυνάμεων.
Στο πρακτικό επίπεδο, ο οικονομικός εθνικισμός αποδείχθηκε περισσότερο από ένα προσωρινό πολιτικό σύνθημα.
Στην Ιαπωνία, η στροφή προς την «οικονομική ασφάλεια» οδήγησε εταιρείες να μεταφέρουν παραγωγή εκτός Κίνας, ακόμη και με υψηλότερο κόστος.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που επί μακρόν θεωρείτο ο πιο πιστός υπερασπιστής του ελεύθερου εμπορίου, εξοπλίζεται τώρα με μηχανισμούς κατά των καταταστρατήσεων στις εμπορικές σχέσεις για να υπερασπιστεί την κυριαρχία των αγορών της.
Αυτές οι εξελίξεις ενισχύουν την άποψη του Merchant ότι ο κόσμος κατακερματίζεται σε ανταγωνιστικά οικονομικά μπλοκ, χαρακτηριζόμενα από αμοιβαλή δυσπιστία.
Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από τις ηθικές αιτιολογήσεις που προβάλλει κάθε χώρα.
Οι αναπτυσσόμενες χώρες επικαλούνται τον προστατευτισμό ως αναγκαιότητα για να ξεφύγουν από τη φτώχεια, ενώ οι προηγμένες οικονομίες τον υπερασπίζονται ως ουσιώδη για τη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου της μεσαίας τάξης.
Αυτό de facto ανατρέπει τις ισορροπίες στις πολιτικές τάξεις καθώς γενικεύεται σε μια επιθέση κατά των οικονομικών ελίτ και την επικράτηση των πατριωτικών δυνάμεων.
Η απάντηση στα νέα δεδομένα
Ο οικονομικός εθνικισμός πρέπει να γίνει κατανοητός με επαρκή σαφήνεια ώστε να αποτιμηθούν και οι δύο όψεις του.
Ο θεμελιώδης ρόλος του στην εθνική επιβίωση είναι αδιαμφισβήτητος.
Μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο για περιθωριοποιημένα κράτη ώστε να διεκδικήσουν δικαιότερη συμμετοχή στον διεθνή καταμερισμό εργασίας.
Για την Ινδονησία, για παράδειγμα, οι πολιτικές καθετοποίησης της βιομηχανίας, όσο εθνικιστικές κι αν ακούγονται, ενδέχεται να αποτελούν τη μόνη διέξοδο από τη μόνιμη εξάρτηση από εξαγωγές πρώτων υλών χαμηλής αξίας.
Οι κίνδυνοι, ωστόσο, είναι εξίσου υπαρκτοί.
Ο οικονομικός εθνικισμός μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μέθη για τους χαράσσοντες πολιτική.
Ένας άμεσος κίνδυνος είναι ο συστημικός παγκόσμιος πληθωρισμός.
Η επιβολή εγχώριας παραγωγής με κόστος πολύ υψηλότερο από τις διεθνείς εναλλακτικές μετακυλίει τελικά το βάρος στους απλούς πολίτες. Η παγκόσμια αποδοτικότητα που παρείχαν οι ολοκληρωμένες εφοδιαστικές αλυσίδες θυσιάζεται για ένα αίσθημα ασφάλειας που μπορεί να αποδειχθεί απατηλό.
Ένας δεύτερος κίνδυνος αφορά την καταστολή της καινοτομίας.
Η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος ανθεί μέσω της ελεύθερης ανταλλαγής ιδεών πέρα από σύνορα.
Όταν ο οικονομικός εθνικισμός επεκτείνεται στην έρευνα και ανάπτυξη —αυτό που συχνά αποκαλείται τεχνο-εθνικισμός— ο κόσμος κινδυνεύει να διασπαστεί σε ασύμβατα τεχνολογικά πρότυπα.
Αυτό όχι μόνο επιβραδύνει την ανάπτυξη, αλλά υπονομεύει και τις συλλογικές απαντήσεις σε παγκόσμιες προκλήσεις όπως η κλιματική αλλαγή και μελλοντικές πανδημίες, προβλήματα που κανένα κράτος δεν μπορεί να λύσει μόνο του.
Ο Suesse προσφέρει το ιστορικό υπόβαθρο, οι Cohen-Setton και προειδοποιούν για τη γραφειοκρατική αποσύνθεση, ο Reinert αναδεικνύει τους ψυχολογικούς κινδύνους της ξενοφοβικής οικονομικής σκέψης και ο Merchant υπογραμμίζει τη σοβαρότητα της συστημικής κρίσης.
Όλοι συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: ο κόσμος βρίσκεται σε ένα καθοριστικό σταυροδρόμι, το οποίο θα διαμορφώσει τους οικονομικούς και πολιτικούς ορίζοντες των επόμενων γενεών.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών