Το πετρέλαιο, το ακριβότερο χρήμα και το ντόμινο των γεωπολιτικών αναταράξεων
Μία επίθεση στο Ιράν μπορεί να μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, με ένα μακρινό γεωπολιτικό γεγονός.
Για τις αγορές, όμως, δεν υπάρχει «μακριά»...
Ένα ακριβότερο βαρέλι πετρελαίου μπορεί να γίνει ακριβότερη βενζίνη, ακριβότερες μεταφορές, υψηλότερος πληθωρισμός, ακριβότερο χρήμα και τελικά χαμηλότερη ανάπτυξη.
Αυτό είναι το πραγματικό οικονομικό ρίσκο της νέας ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή: όχι μόνο τι θα συμβεί στο πεδίο της μάχης, αλλά πόσο γρήγορα ο πόλεμος θα περάσει από το πετρέλαιο στις αγορές και από τις αγορές στα νοικοκυριά.
Η προσπάθεια του Donald Trump να χρησιμοποιήσει την κλιμάκωση ως μέσο πίεσης για μια νέα αποκλιμάκωση δεν έχει, μέχρι στιγμής, αποδώσει.
Αντίθετα, η αγορά βλέπει ξανά τον ίδιο εφιάλτη: πετρέλαιο προς τα πάνω, ομόλογα υπό πίεση, αποδόσεις προς τα πάνω και μετοχές πιο ευάλωτες.
Και το πρόβλημα είναι ότι η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε αυτή την κρίση ήδη φορτωμένη με χρέος.
Το πρώτο χτύπημα: το πετρέλαιο
Η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας είναι το πιο άμεσο κανάλι μετάδοσης της κρίσης.
Το ακριβότερο πετρέλαιο δεν σημαίνει μόνο ακριβότερο καύσιμο στο πρατήριο.
Περνά στις μεταφορές, στη βιομηχανία, στη γεωργία και τελικά στα τρόφιμα. Το diesel, ειδικά, αποτελεί κρίσιμο κόστος για φορτηγά, αγροτικά μηχανήματα και εφοδιαστικές αλυσίδες.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: ο πόλεμος ανεβάζει την ενέργεια, η ενέργεια ανεβάζει τον πληθωρισμό και ο υψηλότερος πληθωρισμός περιορίζει τη δυνατότητα των κεντρικών τραπεζών να μειώσουν τα επιτόκια.
Και εδώ αρχίζει το δεύτερο πρόβλημα.
Το δεύτερο χτύπημα: το ακριβότερο χρήμα
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξάνονται όταν οι επενδυτές απαιτούν μεγαλύτερη ανταμοιβή για να δανείσουν χρήματα στις κυβερνήσεις. Όσο ανεβαίνουν οι αποδόσεις, τόσο ακριβότερος γίνεται ο δανεισμός.
Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο σήμερα, επειδή οι κυβερνήσεις έχουν ήδη συσσωρεύσει τεράστιο χρέος.
Η πανδημία ήταν η μεγάλη καμπή.
Τα κράτη δανείστηκαν μαζικά για να αποτρέψουν την οικονομική κατάρρευση.
Μετά την πανδημία, όμως, το χρέος δεν υποχώρησε ουσιαστικά. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις συνέχισαν να χρηματοδοτούν υψηλές δαπάνες και επενδύσεις με νέο δανεισμό.
Στις ΗΠΑ η κατάσταση είναι ακόμη πιο δυσχερής.
Το δημόσιο χρέος έχει περίπου διπλασιαστεί μέσα σε μία δεκαετία, ενώ τα δημοσιονομικά ελλείμματα παραμένουν υψηλά.
Άρα η άνοδος των επιτοκίων δεν έρχεται σε μια οικονομία με καθαρό ισολογισμό. Έρχεται πάνω σε ένα βουνό χρέους.
Και αυτό σημαίνει ότι κάθε επιπλέον μονάδα επιτοκίου κοστίζει περισσότερο.
Και στη μέση βρίσκεται η AI
Εδώ μπαίνει στο κάδρο η μεγάλη επενδυτική ιστορία των τελευταίων ετών: η τεχνητή νοημοσύνη.
Οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι — από την Amazon, τη Google και τη Microsoft μέχρι την OpenAI και την Anthropic — επενδύουν τεράστια ποσά σε data centers, chips και ενεργειακές υποδομές.
Η αγορά έχει μέχρι στιγμής αποδεχθεί το αφήγημα ότι αυτές οι επενδύσεις θα μετατραπούν σε εκρηκτική αύξηση εσόδων και κερδών.
Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη προϋπόθεση: η χρηματοδότηση πρέπει να συνεχίσει να είναι διαθέσιμη και σχετικά φθηνή.
Αν το κόστος του χρήματος αυξηθεί σημαντικά, το μοντέλο γίνεται πολύ πιο δύσκολο.
Οι τεχνολογικές εταιρείες μπορούν να διαθέσουν τεράστια ποσά για υποδομές όσο οι αποτιμήσεις τους παραμένουν υψηλές και οι αγορές πιστεύουν ότι η μελλοντική ανάπτυξη θα είναι ακόμη μεγαλύτερη. Όταν όμως οι μετοχές υποχωρούν και το κόστος δανεισμού ανεβαίνει, ο μηχανισμός αντιστρέφεται.
Μικρότερες αποτιμήσεις σημαίνουν λιγότερες εξασφαλίσεις. Ακριβότερος δανεισμός σημαίνει ακριβότερα data centers. Ακριβότερες επενδύσεις σημαίνουν μεγαλύτερη ανάγκη για μελλοντικά έσοδα.
Και κάπου εκεί η «μαγεία» της AI πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικές ταμειακές ροές.

Το επικίνδυνο ντόμινο
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η γεωπολιτική κρίση μπορεί να μετατραπεί σε χρηματοοικονομική κρίση.
Πόλεμος → πετρέλαιο → πληθωρισμός → υψηλότερα επιτόκια → ακριβότερο χρέος → χαμηλότερες αποτιμήσεις → περιορισμός επενδύσεων → χαμηλότερη ανάπτυξη.
Δεν σημαίνει ότι αυτή η αλυσίδα θα ολοκληρωθεί υποχρεωτικά. Σημαίνει ότι υπάρχουν πλέον αρκετοί κρίκοι ώστε μια εξωτερική γεωπολιτική κρίση να βρει την παγκόσμια οικονομία σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση.
Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν έχουν την ίδια ελευθερία κινήσεων που είχαν σε προηγούμενες κρίσεις.
Αν ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός, δεν μπορούν εύκολα να ρίξουν επιτόκια και να πλημμυρίσουν τις αγορές με φθηνό χρήμα.
Αν, από την άλλη, δεν παρέμβουν και η οικονομία επιβραδυνθεί, ο κίνδυνος ύφεσης αυξάνεται.
Είναι η χειρότερη δυνατή επιλογή: πληθωρισμός που απαιτεί αυστηρή νομισματική πολιτική, την ώρα που η ανάπτυξη χρειάζεται ακριβώς το αντίθετο.
Η Βρετανία ως προειδοποίηση
Η Βρετανία είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του πόσο γρήγορα μπορεί να μετατραπεί το υψηλότερο κόστος δανεισμού σε δημοσιονομικό πρόβλημα.
Οι αποδόσεις των βρετανικών κρατικών ομολόγων παραμένουν υψηλές και κάθε άνοδος αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
Για τον υπουργό Οικονομικών John Healey, αυτό περιορίζει ακόμη περισσότερο το περιθώριο κινήσεων ενόψει του Προϋπολογισμού.
Όσο περισσότερα χρήματα κατευθύνονται στην πληρωμή τόκων, τόσο λιγότερα απομένουν για δημόσιες υπηρεσίες, επενδύσεις ή φορολογικές ελαφρύνσεις.
Και κάπου εδώ η οικονομία συναντά την πολιτική.
Περικοπές δαπανών ή αυξήσεις φόρων σε μια περίοδο ακρίβειας και χαμηλής ανάπτυξης είναι πολιτικά εκρηκτικός συνδυασμός.
Το ίδιο πρόβλημα επιστρέφει στις ΗΠΑ
Για τον Donald Trump, το οικονομικό κόστος της κρίσης μπορεί να γίνει πολύ πιο σημαντικό από την ίδια τη γεωπολιτική αντιπαράθεση.
Η αμερικανική οικονομία έχει μέχρι στιγμής στηριχθεί σε μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση. Και ένα μέρος αυτής της κατανάλωσης συνδέεται με την άνοδο των χρηματιστηριακών αγορών και την αύξηση του πλούτου των νοικοκυριών.
Αν οι αγορές αρχίσουν να υποχωρούν, το λεγόμενο wealth effect λειτουργεί ανάποδα.
Οι καταναλωτές αισθάνονται φτωχότεροι, περιορίζουν τις δαπάνες τους, οι επιχειρήσεις βλέπουν χαμηλότερη ζήτηση και η ανάπτυξη επιβραδύνεται.
Αν την ίδια στιγμή το πετρέλαιο παραμένει ακριβό και τα επιτόκια υψηλά, η οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διπλό χτύπημα.
Και αυτό μπορεί να έχει πολιτικό κόστος.
Με τον πληθωρισμό πάνω από το 3% και την αγορά εργασίας να εμφανίζει ήδη σημάδια στασιμότητας, μια νέα άνοδος των τιμών θα μπορούσε να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα νοικοκυριά.
Η μεγάλη ειρωνεία
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι μια οικονομία μπορεί να οδηγηθεί σε ύφεση όχι επειδή κατέρρευσε ένας μεγάλος χρηματοπιστωτικός οργανισμός, αλλά επειδή πάρα πολλά πράγματα άρχισαν να λειτουργούν ταυτόχρονα προς τη λάθος κατεύθυνση.
Το πετρέλαιο ανεβαίνει. Τα ομόλογα πιέζονται. Το χρέος είναι τεράστιο. Τα επιτόκια δεν μπορούν εύκολα να μειωθούν. Οι επενδύσεις στην AI απαιτούν ολοένα περισσότερα κεφάλαια. Και οι χρηματιστηριακές αποτιμήσεις προϋποθέτουν ότι η ανάπτυξη θα συνεχιστεί με πολύ υψηλούς ρυθμούς.
Αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος.
Όχι ότι η ύφεση είναι δεδομένη.
Αλλά ότι τα περιθώρια λάθους έχουν μικρύνει δραματικά.
Αν η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων συνεχιστεί, κάτι θα πρέπει τελικά να υποχωρήσει: οι κρατικές δαπάνες, οι επενδύσεις, οι αποτιμήσεις των μετοχών ή η κατανάλωση.
Και όσο μεγαλύτερη ήταν η οικονομική και χρηματιστηριακή έκρηξη που προηγήθηκε, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η διόρθωση.
Η Μέση Ανατολή μπορεί να λειτουργήσει ως το φαινόμενο της σκανδάλης - όπως λένε στη Φυσική - για έναν βαθύ οικονομικό μετασχηματισμό.
Το πραγματικό εύφλεκτο υλικό, όμως, βρίσκεται ήδη μέσα στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα: χρέος, ακριβό χρήμα, υψηλές αποτιμήσεις και ένας πληθωρισμός που δεν έχει ακόμη ηττηθεί.
Γι' αυτό το επόμενο διάστημα δεν θα κριθεί μόνο στα πεδία των μαχών.
Θα κριθεί και στις αγορές ομολόγων, στις τιμές του πετρελαίου και — ίσως περισσότερο απ' όλα — στο αν η μεγάλη υπόσχεση της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να δικαιολογήσει το τεράστιο κόστος που έχει ήδη δημιουργήσει.
www.bankingnews.gr
Για τις αγορές, όμως, δεν υπάρχει «μακριά»...
Ένα ακριβότερο βαρέλι πετρελαίου μπορεί να γίνει ακριβότερη βενζίνη, ακριβότερες μεταφορές, υψηλότερος πληθωρισμός, ακριβότερο χρήμα και τελικά χαμηλότερη ανάπτυξη.
Αυτό είναι το πραγματικό οικονομικό ρίσκο της νέας ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή: όχι μόνο τι θα συμβεί στο πεδίο της μάχης, αλλά πόσο γρήγορα ο πόλεμος θα περάσει από το πετρέλαιο στις αγορές και από τις αγορές στα νοικοκυριά.
Η προσπάθεια του Donald Trump να χρησιμοποιήσει την κλιμάκωση ως μέσο πίεσης για μια νέα αποκλιμάκωση δεν έχει, μέχρι στιγμής, αποδώσει.
Αντίθετα, η αγορά βλέπει ξανά τον ίδιο εφιάλτη: πετρέλαιο προς τα πάνω, ομόλογα υπό πίεση, αποδόσεις προς τα πάνω και μετοχές πιο ευάλωτες.
Και το πρόβλημα είναι ότι η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε αυτή την κρίση ήδη φορτωμένη με χρέος.
Το πρώτο χτύπημα: το πετρέλαιο
Η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας είναι το πιο άμεσο κανάλι μετάδοσης της κρίσης.
Το ακριβότερο πετρέλαιο δεν σημαίνει μόνο ακριβότερο καύσιμο στο πρατήριο.
Περνά στις μεταφορές, στη βιομηχανία, στη γεωργία και τελικά στα τρόφιμα. Το diesel, ειδικά, αποτελεί κρίσιμο κόστος για φορτηγά, αγροτικά μηχανήματα και εφοδιαστικές αλυσίδες.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: ο πόλεμος ανεβάζει την ενέργεια, η ενέργεια ανεβάζει τον πληθωρισμό και ο υψηλότερος πληθωρισμός περιορίζει τη δυνατότητα των κεντρικών τραπεζών να μειώσουν τα επιτόκια.
Και εδώ αρχίζει το δεύτερο πρόβλημα.
Το δεύτερο χτύπημα: το ακριβότερο χρήμα
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξάνονται όταν οι επενδυτές απαιτούν μεγαλύτερη ανταμοιβή για να δανείσουν χρήματα στις κυβερνήσεις. Όσο ανεβαίνουν οι αποδόσεις, τόσο ακριβότερος γίνεται ο δανεισμός.
Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο σήμερα, επειδή οι κυβερνήσεις έχουν ήδη συσσωρεύσει τεράστιο χρέος.
Η πανδημία ήταν η μεγάλη καμπή.
Τα κράτη δανείστηκαν μαζικά για να αποτρέψουν την οικονομική κατάρρευση.
Μετά την πανδημία, όμως, το χρέος δεν υποχώρησε ουσιαστικά. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις συνέχισαν να χρηματοδοτούν υψηλές δαπάνες και επενδύσεις με νέο δανεισμό.
Στις ΗΠΑ η κατάσταση είναι ακόμη πιο δυσχερής.
Το δημόσιο χρέος έχει περίπου διπλασιαστεί μέσα σε μία δεκαετία, ενώ τα δημοσιονομικά ελλείμματα παραμένουν υψηλά.
Άρα η άνοδος των επιτοκίων δεν έρχεται σε μια οικονομία με καθαρό ισολογισμό. Έρχεται πάνω σε ένα βουνό χρέους.
Και αυτό σημαίνει ότι κάθε επιπλέον μονάδα επιτοκίου κοστίζει περισσότερο.
Και στη μέση βρίσκεται η AI
Εδώ μπαίνει στο κάδρο η μεγάλη επενδυτική ιστορία των τελευταίων ετών: η τεχνητή νοημοσύνη.
Οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι — από την Amazon, τη Google και τη Microsoft μέχρι την OpenAI και την Anthropic — επενδύουν τεράστια ποσά σε data centers, chips και ενεργειακές υποδομές.
Η αγορά έχει μέχρι στιγμής αποδεχθεί το αφήγημα ότι αυτές οι επενδύσεις θα μετατραπούν σε εκρηκτική αύξηση εσόδων και κερδών.
Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη προϋπόθεση: η χρηματοδότηση πρέπει να συνεχίσει να είναι διαθέσιμη και σχετικά φθηνή.
Αν το κόστος του χρήματος αυξηθεί σημαντικά, το μοντέλο γίνεται πολύ πιο δύσκολο.
Οι τεχνολογικές εταιρείες μπορούν να διαθέσουν τεράστια ποσά για υποδομές όσο οι αποτιμήσεις τους παραμένουν υψηλές και οι αγορές πιστεύουν ότι η μελλοντική ανάπτυξη θα είναι ακόμη μεγαλύτερη. Όταν όμως οι μετοχές υποχωρούν και το κόστος δανεισμού ανεβαίνει, ο μηχανισμός αντιστρέφεται.
Μικρότερες αποτιμήσεις σημαίνουν λιγότερες εξασφαλίσεις. Ακριβότερος δανεισμός σημαίνει ακριβότερα data centers. Ακριβότερες επενδύσεις σημαίνουν μεγαλύτερη ανάγκη για μελλοντικά έσοδα.
Και κάπου εκεί η «μαγεία» της AI πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικές ταμειακές ροές.

Το επικίνδυνο ντόμινο
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η γεωπολιτική κρίση μπορεί να μετατραπεί σε χρηματοοικονομική κρίση.
Πόλεμος → πετρέλαιο → πληθωρισμός → υψηλότερα επιτόκια → ακριβότερο χρέος → χαμηλότερες αποτιμήσεις → περιορισμός επενδύσεων → χαμηλότερη ανάπτυξη.
Δεν σημαίνει ότι αυτή η αλυσίδα θα ολοκληρωθεί υποχρεωτικά. Σημαίνει ότι υπάρχουν πλέον αρκετοί κρίκοι ώστε μια εξωτερική γεωπολιτική κρίση να βρει την παγκόσμια οικονομία σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση.
Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν έχουν την ίδια ελευθερία κινήσεων που είχαν σε προηγούμενες κρίσεις.
Αν ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός, δεν μπορούν εύκολα να ρίξουν επιτόκια και να πλημμυρίσουν τις αγορές με φθηνό χρήμα.
Αν, από την άλλη, δεν παρέμβουν και η οικονομία επιβραδυνθεί, ο κίνδυνος ύφεσης αυξάνεται.
Είναι η χειρότερη δυνατή επιλογή: πληθωρισμός που απαιτεί αυστηρή νομισματική πολιτική, την ώρα που η ανάπτυξη χρειάζεται ακριβώς το αντίθετο.
Η Βρετανία ως προειδοποίηση
Η Βρετανία είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του πόσο γρήγορα μπορεί να μετατραπεί το υψηλότερο κόστος δανεισμού σε δημοσιονομικό πρόβλημα.
Οι αποδόσεις των βρετανικών κρατικών ομολόγων παραμένουν υψηλές και κάθε άνοδος αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
Για τον υπουργό Οικονομικών John Healey, αυτό περιορίζει ακόμη περισσότερο το περιθώριο κινήσεων ενόψει του Προϋπολογισμού.
Όσο περισσότερα χρήματα κατευθύνονται στην πληρωμή τόκων, τόσο λιγότερα απομένουν για δημόσιες υπηρεσίες, επενδύσεις ή φορολογικές ελαφρύνσεις.
Και κάπου εδώ η οικονομία συναντά την πολιτική.
Περικοπές δαπανών ή αυξήσεις φόρων σε μια περίοδο ακρίβειας και χαμηλής ανάπτυξης είναι πολιτικά εκρηκτικός συνδυασμός.
Το ίδιο πρόβλημα επιστρέφει στις ΗΠΑ
Για τον Donald Trump, το οικονομικό κόστος της κρίσης μπορεί να γίνει πολύ πιο σημαντικό από την ίδια τη γεωπολιτική αντιπαράθεση.
Η αμερικανική οικονομία έχει μέχρι στιγμής στηριχθεί σε μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση. Και ένα μέρος αυτής της κατανάλωσης συνδέεται με την άνοδο των χρηματιστηριακών αγορών και την αύξηση του πλούτου των νοικοκυριών.
Αν οι αγορές αρχίσουν να υποχωρούν, το λεγόμενο wealth effect λειτουργεί ανάποδα.
Οι καταναλωτές αισθάνονται φτωχότεροι, περιορίζουν τις δαπάνες τους, οι επιχειρήσεις βλέπουν χαμηλότερη ζήτηση και η ανάπτυξη επιβραδύνεται.
Αν την ίδια στιγμή το πετρέλαιο παραμένει ακριβό και τα επιτόκια υψηλά, η οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διπλό χτύπημα.
Και αυτό μπορεί να έχει πολιτικό κόστος.
Με τον πληθωρισμό πάνω από το 3% και την αγορά εργασίας να εμφανίζει ήδη σημάδια στασιμότητας, μια νέα άνοδος των τιμών θα μπορούσε να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα νοικοκυριά.
Η μεγάλη ειρωνεία
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι μια οικονομία μπορεί να οδηγηθεί σε ύφεση όχι επειδή κατέρρευσε ένας μεγάλος χρηματοπιστωτικός οργανισμός, αλλά επειδή πάρα πολλά πράγματα άρχισαν να λειτουργούν ταυτόχρονα προς τη λάθος κατεύθυνση.
Το πετρέλαιο ανεβαίνει. Τα ομόλογα πιέζονται. Το χρέος είναι τεράστιο. Τα επιτόκια δεν μπορούν εύκολα να μειωθούν. Οι επενδύσεις στην AI απαιτούν ολοένα περισσότερα κεφάλαια. Και οι χρηματιστηριακές αποτιμήσεις προϋποθέτουν ότι η ανάπτυξη θα συνεχιστεί με πολύ υψηλούς ρυθμούς.
Αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος.
Όχι ότι η ύφεση είναι δεδομένη.
Αλλά ότι τα περιθώρια λάθους έχουν μικρύνει δραματικά.
Αν η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων συνεχιστεί, κάτι θα πρέπει τελικά να υποχωρήσει: οι κρατικές δαπάνες, οι επενδύσεις, οι αποτιμήσεις των μετοχών ή η κατανάλωση.
Και όσο μεγαλύτερη ήταν η οικονομική και χρηματιστηριακή έκρηξη που προηγήθηκε, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η διόρθωση.
Η Μέση Ανατολή μπορεί να λειτουργήσει ως το φαινόμενο της σκανδάλης - όπως λένε στη Φυσική - για έναν βαθύ οικονομικό μετασχηματισμό.
Το πραγματικό εύφλεκτο υλικό, όμως, βρίσκεται ήδη μέσα στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα: χρέος, ακριβό χρήμα, υψηλές αποτιμήσεις και ένας πληθωρισμός που δεν έχει ακόμη ηττηθεί.
Γι' αυτό το επόμενο διάστημα δεν θα κριθεί μόνο στα πεδία των μαχών.
Θα κριθεί και στις αγορές ομολόγων, στις τιμές του πετρελαίου και — ίσως περισσότερο απ' όλα — στο αν η μεγάλη υπόσχεση της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να δικαιολογήσει το τεράστιο κόστος που έχει ήδη δημιουργήσει.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών