Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

«Ή θα εξεγερθούν οι αγορές ή ο λαός» - Σενάριο για… ελληνικό μνημόνιο στη Γαλλία και παρέμβαση από ΕΚΤ

«Ή θα εξεγερθούν οι αγορές ή ο λαός» - Σενάριο για… ελληνικό μνημόνιο στη Γαλλία και παρέμβαση από ΕΚΤ
Οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων υπερβαίνουν πλέον ακόμη και εκείνες της Ιταλίας ή της Ελλάδας
Σχετικά Άρθρα

Με φόντο την πολιτική αστάθεια, την κοινωνική οργή και το αυξανόμενο κόστος δανεισμού στη Γαλλία, εντείνονται οι φόβοι για νέα κρίση χρέους.
Οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων κινούνται σε επίπεδα που προκαλούν ανησυχία, το χρηματιστήριο του Παρισιού δέχεται ισχυρές πιέσεις και η κυβέρνηση του Sébastien Lecornu καλείται να διαχειριστεί ένα δύσκολο δημοσιονομικό αδιέξοδο, την ώρα που χιλιάδες πολίτες διαδηλώνουν κατά της ακρίβειας και της πολιτικής παράλυσης.  Στο τραπέζι βρίσκονται αυστηρότερες μεταρρυθμίσεις, ανάλογες με εκείνες που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία κατά την κρίση της Ευρωζώνης, ενώ δεν αποκλείεται η παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. «Ή θα εξεγερθούν οι αγορές ομολόγων ή ο λαός, ή και οι δύο», προειδοποιεί ο Mike Bell της RBC BlueBay Asset Management, περιγράφοντας το εκρηκτικό δίλημμα που αντιμετωπίζει το Παρίσι.

Τα γαλλικά ομόλογα

Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου αυξήθηκε κατά περισσότερες από 10 μονάδες βάσης, παραμένοντας κοντά στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών, παρά την πρόσφατη αποκλιμάκωση. Οι υψηλότερες αποδόσεις σημαίνουν αυξημένο κόστος δανεισμού για την κυβέρνηση στην αγορά ομολόγων. Οι αποδόσεις των 2ετών και των 30ετών γαλλικών ομολόγων ενισχύθηκαν κατά 6 και 8 μονάδες βάσης αντίστοιχα.
Πιέσεις δέχονται και οι μετοχές, με τον δείκτη CAC 40 να υποχωρεί κατά 1,34% στις πρωινές συναλλαγές της Δευτέρας (19/10/2026). Τα τελευταία χρόνια, η γαλλική χρηματιστηριακή αγορά έχει καταγράψει σημαντικά χειρότερες επιδόσεις σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές, παρά το γεγονός ότι μόλις περίπου το 15% των εσόδων των εισηγμένων εταιρειών προέρχεται από την εγχώρια αγορά. Ιδιαίτερα ισχυρές πιέσεις δέχεται ο τραπεζικός κλάδος.
Η γαλλική χρηματιστηριακή αγορά είναι παραδοσιακά ευαίσθητη σε κάθε διεύρυνση του λεγόμενου «OAT-Bund spread», δηλαδή της διαφοράς μεταξύ της απόδοσης των γαλλικών κρατικών ομολόγων και εκείνης των αντίστοιχων γερμανικών. Η διαφορά αυτή έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από την ευρωπαϊκή κρίση κρατικού χρέους των αρχών της δεκαετίας του 2010.
Οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων υπερβαίνουν πλέον ακόμη και εκείνες της Ιταλίας ή της Ελλάδας, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι επενδυτές αντιλαμβάνονται αυξημένο κίνδυνο.
Η διεύρυνση της διαφοράς αποδόσεων προκαλεί ανησυχίες για το κόστος άντλησης κεφαλαίων από τις επιχειρήσεις και ενισχύει τους φόβους για υψηλότερους φόρους και αυστηρότερη ρύθμιση της οικονομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, το γαλλικό χρηματιστήριο αντιμετωπίζει δυσκολίες λόγω της μεγάλης βαρύτητας των εταιρειών πολυτελών ειδών, οι οποίες πλήττονται από την υποχώρηση της καταναλωτικής δαπάνης για προϊόντα υψηλής ποιότητας στην Κίνα.

«Ή θα εξεγερθούν οι αγορές ομολόγων ή ο λαός»

Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν το Σαββατοκύριακο, διαμαρτυρόμενοι για την πολιτική παράλυση, το κόστος ζωής και την κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των σχολείων και της υγειονομικής περίθαλψης.
Οι μαζικές συγκεντρώσεις σε πόλεις από το Παρίσι έως τη Λυών και τη Μασσαλία συνοδεύτηκαν από δραματικές σκηνές, με κτίρια και αυτοκίνητα να τυλίγονται στις φλόγες, συγκρούσεις με την αστυνομία και περισσότερες από 2.000 συλλήψεις.
«Εάν είστε ένας διεθνής επενδυτής που εξετάζει το ενδεχόμενο να επενδύσει σε γαλλικά ομόλογα, αυτή η κατάσταση δεν βοηθά», δήλωσε ο Mike Bell, επικεφαλής στρατηγικής αγορών της RBC BlueBay Asset Management, στην εκπομπή «Squawk Box Europe» του CNBC. «Φαίνεται πως είτε θα εξεγερθούν οι αγορές ομολόγων είτε ο λαός, ή και οι δύο πλευρές», πρόσθεσε ο Bell.
Οι ξένοι επενδυτές κατέχουν ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο του γαλλικού δημόσιου χρέους. Το ποσοστό τους αυξήθηκε από περίπου 48% στις αρχές του 2022 σε σχεδόν 60% στις αρχές του 2026, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε μεγαλύτερη μεταβλητότητα στην αγορά ομολόγων σε περιόδους αποστροφής προς τον κίνδυνο.
«Αυτό που χρειάζεται η Γαλλία είναι να βάλει σε τάξη τα δημοσιονομικά της. Πρέπει να αυξήσει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης. Δεν μπορείς να συνταξιοδοτείσαι στα 62 όταν το προσδόκιμο ζωής του μέσου ανθρώπου φτάνει τα 84 έτη. Εάν όμως συμβαίνουν όλα αυτά προτού καν αρχίσουν να συζητούν ένα τέτοιο μέτρο, φανταστείτε τι θα γινόταν στους δρόμους της Γαλλίας εάν επιχειρούσαν να αυξήσουν το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης. Στη Βρετανία, για παράδειγμα, βρίσκεται στα 68 έτη», πρόσθεσε ο Bell. «Η κατάσταση αυτή δεν κάνει τη χώρα να φαίνεται ιδιαίτερα εύκολα κυβερνήσιμη, σε μια περίοδο κατά την οποία πρέπει να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις».

Η πρόκληση του προϋπολογισμού

Το κόστος δανεισμού της Γαλλίας, όπως αποτυπώνεται στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αναφοράς, αγγίζει τα υψηλότερα επίπεδα από το 2002, καθώς οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη αποζημίωση για να χρηματοδοτήσουν τις δημόσιες δαπάνες της χώρας.
Στις βασικές πηγές ανησυχίας περιλαμβάνονται η αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους, στις οποίες η ακροδεξιά Marine Le Pen προηγείται σε πολλές δημοσκοπήσεις, καθώς και το κατά πόσο η κυβέρνηση μειοψηφίας του πρωθυπουργού Sébastien Lecornu θα καταφέρει να εγκρίνει τον προϋπολογισμό του 2027, ο οποίος βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση.
Οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό γίνονται ολοένα πιο δύσκολες στη Γαλλία και έχουν ήδη οδηγήσει στην πτώση δύο προκατόχων του Lecornu.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι πιστωτές απαιτούν ένα ισχυρό πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης, προκειμένου να αποφευχθεί μια κρίση. Το επίμονα υψηλό έλλειμμα της Γαλλίας ως ποσοστό του ΑΕΠ και η ασθενής οικονομική ανάπτυξη εξακολουθούν να πιέζουν προς τα πάνω το κόστος κρατικού δανεισμού, επιβαρύνοντας παράλληλα το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
«Θα είναι δύσκολο να δούμε το δημοσιονομικό έλλειμμα να μειώνεται χωρίς επώδυνα μέτρα», δήλωσε η Sharon Bell από τη Goldman Sachs. «Οι φόροι για τις γαλλικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν κάλλιστα να αυξηθούν. Πιστεύω ότι ενδέχεται να αυξηθούν γενικότερα οι φόροι στη Γαλλία. Η δημοσιονομική εξυγίανση σημαίνει ότι πρέπει είτε να δαπανήσεις λιγότερα είτε να αυξήσεις τη φορολογία. Και τα δύο είναι πολύ δύσκολα» είπε μιλώντας στο CNBC.
Η Bell πρόσθεσε ότι η Le Pen, η οποία καταγράφει υψηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις αυτή την περίοδο, έχει μιλήσει για τη διατήρηση ενός «χρυσού δημοσιονομικού κανόνα» κατά τη διάρκεια της θητείας της, χωρίς ωστόσο να έχει εξηγήσει λεπτομερώς πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί. «Ένας από τους λόγους για τους οποίους η διαφορά αποδόσεων μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών ομολόγων δεν περιορίζεται είναι ότι οι επενδυτές αμφιβάλλουν πως θα υπάρξει δημοσιονομική εξυγίανση και μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού», σημείωσε.
Από την πλευρά του, ο Ken Egan από την KBRA επισήμανε ότι οι δημοπρασίες ομολόγων της προηγούμενης εβδομάδας έδειξαν πως εξακολουθεί να υπάρχει «πολύ ισχυρή υποκείμενη ζήτηση για το γαλλικό χρέος». «Γενικότερα, το πρωί αυτό χαρακτηρίζεται από στροφή των επενδυτών μακριά από τον κίνδυνο, αλλά η Γαλλία δέχεται σαφώς μεγαλύτερες πιέσεις. Το ερώτημα που θα θέσουν οι αγορές είναι πόσο εύκολα μπορεί πράγματι η Γαλλία να σημειώσει πρόοδο από εδώ και πέρα», ανέφερε ο Egan.

Ελλοχεύει ο κίνδυνος κρίσης χρέους;

Η Sharon Bell της Goldman Sachs πρόσθεσε ότι δεν θεωρεί πως οι σημερινές συνθήκες δικαιολογούν έκτακτη παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η οποία, όπως είπε, «δεν θέλει» να χρησιμοποιήσει εργαλεία όπως το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης της Νομισματικής Πολιτικής (Transmission Protection Instrument – TPI). Ωστόσο, σημείωσε ότι εάν η διεύρυνση των διαφορών αποδόσεων αρχίσει να διαταράσσει τη ρευστότητα της αγοράς, η ΕΚΤ θα επέλεγε να ενεργοποιήσει τον συγκεκριμένο μηχανισμό.
Μια τέτοια κίνηση θα ήταν πολιτικά ευαίσθητη και πιθανότατα θα απαιτούσε από τη Γαλλία να δεσμευτεί σε ακόμη αυστηρότερες δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, ανάλογες με εκείνες που εφάρμοσαν χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία κατά τη διάρκεια της κρίσης στην Ευρωζώνη, πρόσθεσε.
«Μερικές φορές απαιτείται πίεση από τις αγορές. Και αυτό ακριβώς έχουμε δει φέτος», σημείωσε.
Ο Mike Bell της RBC BlueBay Asset Management δήλωσε, από την πλευρά του, ότι η Γαλλία αντιμετωπίζει έναν «πολύ πραγματικό κίνδυνο» να βρεθεί αντιμέτωπη με δική της κρίση κρατικού χρέους. «Τελικά, πρέπει να βάλουν σε τάξη τα δημόσια οικονομικά. Εάν πρότεινες ακόμη και απλώς τα μέτρα που απαιτούνται πραγματικά για να επιτευχθεί αυτό, δεν θα εκλεγόσουν. Και εάν επιχειρούσες να τα εφαρμόσεις χωρίς να έχεις λάβει εκλογική εντολή για αυτά, τότε θα είχες ταραχές στους δρόμους».
Προτού υπάρξει οποιαδήποτε παρέμβαση, θα σημειωθεί μια «γιγαντιαία σύγκρουση» μεταξύ του νικητή των επόμενων εκλογών και της ΕΚΤ, πρόσθεσε ο Bell.
Η κεντρική τράπεζα είναι απίθανο να παρέμβει εάν οι χώρες δεν συμμορφώνονται με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος της ΕΕ, σύμφωνα με την οποία το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ. Το σημερινό έλλειμμα της Γαλλίας ανέρχεται περίπου στο 5%.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Emmanuel Moulin, δήλωσε την προηγούμενη εβδομάδα στο CNBC ότι η άνοδος των αποδόσεων των γαλλικών ομολόγων οφείλεται στην πολιτική αβεβαιότητα. Ωστόσο, υποστήριξε ότι είναι «δυνατό να επιστρέψει το έλλειμμα στο 3% το 2029», όπως προβλέπει ο κυβερνητικός στόχος.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης