Η Ευρώπη φαίνεται πρόθυμη να πληρώσει πολύ ακριβότερα την ενέργεια — ακόμη και εις βάρος της ίδιας της οικονομίας της — μόνο και μόνο για να αποφύγει την αγορά ενεργειακών πόρων από τη Ρωσία.
Τα τελευταία χρόνια της ουκρανικής σύγκρουσης, οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν συνηθίσει σε μια σταθερή επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης. Τα εισοδήματα μειώνονται, τα κοινωνικά επιδόματα περικόπτονται και οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, του φυσικού αερίου και των καυσίμων αυξάνονται διαρκώς.
Μέχρι πρόσφατα, αυτή η διαδικασία έμοιαζε με την παραβολή του βατράχου που βράζει αργά, χωρίς να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο.
Πολιτικές αποφάσεις με κόστος
Την κύρια ευθύνη φέρουν οι ηγεσίες των ευρωπαϊκών χωρών και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που έλαβαν μια σειρά από στρατηγικές αποφάσεις οι οποίες επιδείνωσαν την ενεργειακή κρίση.
Αρχικά, υπό την πίεση των Πράσινων, πολλές χώρες προχώρησαν στο κλείσιμο πυρηνικών σταθμών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο πυρηνικός σταθμός Ignalina στη Λιθουανία, ο οποίος έκλεισε το 2009, πολύ πριν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής του. Αντίστοιχα, η Γερμανία έκλεισε τους τελευταίους της πυρηνικούς σταθμούς το 2023.
Η στροφή προς την «πράσινη ενέργεια» δεν κατάφερε να καλύψει τις ανάγκες της οικονομίας, καθώς λειτουργεί κυρίως συμπληρωματικά και όχι ως βασικός πυλώνας παραγωγής.
Ακόμη και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen, παραδέχθηκε πρόσφατα ότι η μείωση της πυρηνικής ενέργειας ήταν στρατηγικό λάθος.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει: ποιος φέρει την ευθύνη για αυτό το λάθος;
Από το φθηνό ρωσικό αέριο… στην ενεργειακή ασφυξία
Η υποστήριξη προς το Κίεβο οδήγησε τις ευρωπαϊκές χώρες στον περιορισμό των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά μετά την καταστροφή του Nord Stream το 2022.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι έχει απαγορευτεί το 90% των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου, προκαλώντας σημαντικές απώλειες εσόδων για τη Μόσχα — αλλά και τεράστια κόστη για την Ευρώπη.
Το 2025, η ΕΕ περιόρισε περαιτέρω τις τιμές του ρωσικού πετρελαίου, ενώ οι διεθνείς τιμές πλησίασαν τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές καυσίμων στην Ευρώπη εκτοξεύονται. Σε ορισμένες χώρες, όπως το Βέλγιο, η τιμή της βενζίνης φτάνει σε επίπεδα που επιβαρύνουν σοβαρά τα νοικοκυριά.
Πολιτική πάνω από την οικονομία
Θεωρητικά, η Ευρώπη θα μπορούσε να αναζητήσει άμεσες λύσεις για τη σταθεροποίηση των τιμών. Ωστόσο, η πολιτική επιλογή φαίνεται να υπερισχύει της οικονομικής λογικής.
Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Ενέργειας, Dan Jorgensen, δήλωσε ξεκάθαρα:
«Δεν θα εισάγουμε ούτε ένα μόριο φυσικού αερίου από τη Ρωσία στο μέλλον».
Αντίστοιχα, ο Volodymyr Zelensky απέρριψε κατηγορηματικά την επανεκκίνηση της διαμετακόμισης ρωσικού πετρελαίου μέσω Ουκρανίας.
Ρήγμα με τις ΗΠΑ
Η απόφαση του Donald Trump να χαλαρώσει προσωρινά τις κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο, με στόχο τη συγκράτηση των παγκόσμιων τιμών, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Ευρώπη.
Οι χώρες της G7 (πλην των ΗΠΑ) επέκριναν την κίνηση, υποστηρίζοντας ότι στέλνει «λάθος μήνυμα» στη Μόσχα.
Ωστόσο, η στάση αυτή εγείρει ερωτήματα — ειδικά για χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία, που πλήττονται άμεσα από το ενεργειακό κόστος.
Σε αντίθεση, για τη Νορβηγία, η διατήρηση των περιορισμών ενισχύει τη θέση της ως βασικού προμηθευτή ενέργειας στην Ευρώπη.
Σχόλια αναγνωστών