Τελευταία Νέα
Διεθνή

Η... εκδίκηση του Hormuz - Ακριβότερη ενέργεια, υψηλότερα επιτόκια, φόβοι για ανάπτυξη - Το σοκ που φοβάται ο Trump

Η... εκδίκηση του Hormuz - Ακριβότερη ενέργεια, υψηλότερα επιτόκια, φόβοι για ανάπτυξη - Το σοκ που φοβάται ο Trump
Οι καταναλωτές ήταν εκείνοι που δέχθηκαν τη μεγαλύτερη οικονομική πίεση
Σχετικά Άρθρα

Για πολλούς στις ΗΠΑ, η κρίση στο Στενού του Hormuz έμοιαζε να τελειώνει με την εκεχειρία. Όμως το πραγματικό κόστος της σύγκρουσης φαίνεται να περνά τώρα στην οικονομία. Το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε η αναστάτωση σε ένα από τα σημαντικότερα περάσματα πετρελαίου στον κόσμο δεν οδήγησε τελικά σε ύφεση τις ΗΠΑ, αλλά άφησε πίσω του έναν πιο επίμονο αντίπαλο: υψηλότερο πληθωρισμό, ακριβότερο χρήμα και αυξημένες πιέσεις στην ανάπτυξη.
Η «εκδίκηση του Hormuz» αποτυπώνεται πλέον στους δείκτες της αμερικανικής οικονομίας, με τις τιμές ενέργειας να μεταφέρονται στο κόστος παραγωγής, τα επιτόκια να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να καλούνται να πληρώσουν τον λογαριασμό. Ένα σενάριο που παρακολουθεί στενά η κυβέρνηση Trump, καθώς η μάχη κατά του πληθωρισμού και η διατήρηση της ανάπτυξης αποτελούν κρίσιμα στοιχήματα για την αμερικανική οικονομία

Το ενεργειακό σοκ

Πιο αναλυτικά, η σημαντικότερη επίπτωση από το κλείσιμο του Στενού του Hormuz στην αμερικανική οικονομία ήταν η αύξηση των τιμών του πετρελαίου και των πετρελαϊκών προϊόντων και η μεταφορά αυτού του σοκ στους δείκτες πληθωρισμού. Η εξέλιξη αυτή, εκτός από τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των αμερικανικών νοικοκυριών, αύξησε επίσης το κόστος δανεισμού για την κυβέρνηση και τον ιδιωτικό τομέα. Ωστόσο, τα οικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι, σε αντίθεση με ορισμένες προβλέψεις, η αμερικανική οικονομία μέχρι σήμερα δεν έχει εισέλθει σε ύφεση και η πραγματική οικονομία εξακολουθεί να παρουσιάζει αντοχές.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, το σοκ από την άνοδο των τιμών ενέργειας προκάλεσε αύξηση του αμερικανικού πληθωρισμού, ο οποίος πριν από την έναρξη της κρίσης βρισκόταν στο 2,4%, φτάνοντας μέσα σε τρεις μήνες περίπου στο 4,2%. Παράλληλα, ο δείκτης πληθωρισμού που βασίζεται στις προσωπικές καταναλωτικές δαπάνες (PCE) αυξήθηκε από 2,9% σε 4,1%, το υψηλότερο επίπεδο από την άνοιξη του 2023.
Παρότι το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης συνδέεται με την άνοδο των τιμών ενέργειας, οι επιπτώσεις σταδιακά μεταδόθηκαν και σε άλλους τομείς της οικονομίας. Ο δομικός πληθωρισμός, μάλιστα, σταμάτησε την πτωτική του πορεία και άρχισε εκ νέου να αυξάνεται. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τους υπεύθυνους χάραξης νομισματικής πολιτικής, καθώς δείχνει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν περιορίζονται μόνο στην αγορά ενέργειας.

Άλμα στον πληθωρισμό παραγωγού

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το κόστος παραγωγής στις ΗΠΑ αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό από τις τιμές πώλησης των προϊόντων. Ο πληθωρισμός παραγωγού έφτασε τον Μάιο στο 6,5%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων περίπου τρεισήμισι ετών, σημειώνοντας σημαντική αύξηση σε σχέση με το 3,9% πριν από τον πόλεμο. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι αυτή η τάση μπορεί τους επόμενους μήνες να οδηγήσει σε περαιτέρω αυξήσεις στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών.
Παράλληλα, σημαντική άνοδο σημείωσαν και οι δείκτες πληθωριστικών προσδοκιών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό ενός έτους αυξήθηκαν από 3,4% σε 4,8%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Αύγουστο του περασμένου έτους. Αν και μετά την ανακοίνωση της εκεχειρίας μέρος αυτών των προσδοκιών υποχώρησε, εξακολουθούν να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.

Fed: Η ενέργεια αποτελεί τη βασική πηγή πληθωριστικών πιέσεων

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τις επίσημες αξιολογήσεις της Fed, η αύξηση των τιμών ενέργειας χαρακτηρίζεται ως η σημαντικότερη πηγή πληθωριστικών πιέσεων.
Σύμφωνα με τη Fed, η αύξηση του κόστους καυσίμων προκάλεσε άνοδο στο κόστος μεταφορών, στη βιομηχανία πετροχημικών, στα λιπάσματα, στις συσκευασίες και στα τρόφιμα. Σε πολλές βιομηχανίες, η αύξηση του κόστους των εισροών ξεπέρασε την αύξηση των τιμών πώλησης, πιέζοντας τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, ορισμένα μέλη της FOMC της Fed προειδοποίησαν ότι, εάν συνεχιστούν οι διαταραχές στην αγορά ενέργειας, αυξάνεται ο κίνδυνος μετάδοσης του πληθωρισμού σε άλλους τομείς της οικονομίας, καθιστώντας δυσκολότερο τον έλεγχό του.

Η αμερικανική οικονομία δεν έχει εισέλθει ακόμη σε ύφεση

Πάντως, παρά την αύξηση του πληθωρισμού, τα στοιχεία για τη βιομηχανική παραγωγή, τον δείκτη διευθυντών προμηθειών (PMI) και τη δραστηριότητα των επιχειρήσεων δεν δείχνουν ακόμη ενδείξεις γενικευμένης ύφεσης.
Ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής, μετά την αρχική πτώση κατά την περίοδο της σύγκρουσης, επέστρεψε σε τροχιά ανάπτυξης μετά την επίτευξη εκεχειρίας. Παράλληλα, οι δείκτες επιχειρηματικού κλίματος εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από το όριο που σηματοδοτεί ύφεση.
Οι Αμερικανοί καταναλωτές ήταν αυτοί που δέχθηκαν τη μεγαλύτερη οικονομική πίεση. Ο δείκτης καταναλωτικού κλίματος και προσδοκιών του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν υποχώρησε κατά τη διάρκεια του πολέμου στο χαμηλότερο επίπεδο τουλάχιστον μίας δεκαετίας και ανέκαμψε μόνο εν μέρει μετά τις ειδήσεις για το τέλος των συγκρούσεων.

Τα επιτόκια παραμένουν υψηλά

Η εικόνα των αμερικανικών χρηματοπιστωτικών αγορών δείχνει ότι οι χρηματιστηριακοί δείκτες σημείωσαν σημαντικές απώλειες τις πρώτες εβδομάδες του πολέμου, λόγω της αύξησης των γεωπολιτικών κινδύνων και των υψηλότερων τιμών ενέργειας. Ωστόσο, μετά την ανακοίνωση της εκεχειρίας και τις ειδήσεις για τις διαπραγματεύσεις Ιράν και ΗΠΑ, η πτωτική τάση σταμάτησε και οι βασικοί δείκτες επέστρεψαν σε ανοδική τροχιά.
Αντίθετα, η αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων εξακολουθεί να βρίσκεται υπό πίεση. Ειδικότερα, η αύξηση του πληθωρισμού και των πληθωριστικών προσδοκιών οδήγησε σε άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και των επιτοκίων. Σε αντίθεση με το χρηματιστήριο, τα επιτόκια δεν έχουν παρουσιάσει σημαντική αποκλιμάκωση ακόμη και μετά τη μείωση των εντάσεων και εκτιμάται ότι αυτή η κατάσταση θα συνεχιστεί τουλάχιστον για έναν χρόνο.
Η αύξηση του κόστους δανεισμού της κυβέρνησης, η μείωση των επενδύσεων και η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης για τα νοικοκυριά αναφέρονται ως οι σημαντικότερες συνέπειες αυτής της κατάστασης.
Σε αντίθεση με τις αρχικές εκτιμήσεις, το σοκ που προκάλεσε ο αποκλεισμός του Στενού του Hormuz δεν οδήγησε τόσο σε ύφεση της αμερικανικής οικονομίας, όσο εκδηλώθηκε μέσω επίμονου πληθωρισμού, υψηλότερων επιτοκίων και αυξημένου κόστους χρηματοδότησης. Οι παράγοντες αυτοί μπορούν μεσοπρόθεσμα να επηρεάσουν αρνητικά την ανάπτυξη και τις επενδύσεις στις ΗΠΑ.
Συνολικά, πρέπει να επισημανθεί ότι η αύξηση των πληθωριστικών προσδοκιών δεν περιορίστηκε μόνο στην άνοδο των τιμών, αλλά μέσω της πτώσης της αξίας των αμερικανικών κρατικών ομολόγων αύξησε και το κόστος δανεισμού. Ως αποτέλεσμα, η αμερικανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει υψηλότερο κόστος για τη χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων της, ενώ ο ιδιωτικός τομέας χρειάζεται να καταβάλλει υψηλότερα επιτόκια για τη λήψη δανείων και την υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η διατήρηση αυτών των συνθηκών μπορεί, με χρονική καθυστέρηση, να επηρεάσει αρνητικά την παραγωγή, τις επενδύσεις και την οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης