Οι ΗΠΑ επιχειρούν να ασκήσουν οικονομική ασφυξία στο Ιράν, αλλά η Τεχεράνη έχει μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους αυτής της πίεσης στις διεθνείς αγορές και στους ίδιους τους Αμερικανούς καταναλωτές
Η Τεχεράνη μετατρέπει τον σημαντικότερο ενεργειακό διάδρομο του πλανήτη σε μοχλό στρατηγικής πίεσης κατά της Ουάσιγκτον.
Οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια, η εκτίναξη του Brent πάνω από τα 105 δολάρια και το αυξανόμενο κόστος της ναυσιπλοΐας αποκαλύπτουν τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής.
Ο Donald Trump βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα επικίνδυνο δίλημμα: να συνεχίσει την πολιτική οικονομικού αποκλεισμού του Ιράν, διακινδυνεύοντας νέα ενεργειακή κρίση, ή να αποδεχθεί ότι η Τεχεράνη διαθέτει ισχυρά διαπραγματευτικά χαρτιά.
Η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση, καθώς το επίκεντρο της αντιπαράθεσης μετατοπίζεται από τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις και τις πυραυλικές επιθέσεις στον έλεγχο των παγκόσμιων ενεργειακών ροών.
Τα Στενά του Hormuz εξελίσσονται στο σημαντικότερο πεδίο οικονομικής και γεωπολιτικής αναμέτρησης, με την Τεχεράνη να αξιοποιεί τη στρατηγική γεωγραφική της θέση για να αυξήσει το κόστος της αμερικανικής πολιτικής.
Οι επιθέσεις εναντίον δεξαμενόπλοιων προκαλούν νέα αναστάτωση στις διεθνείς αγορές, αποδεικνύοντας πόσο ευάλωτη παραμένει η παγκόσμια οικονομία απέναντι σε μια παρατεταμένη κρίση στον Περσικό Κόλπο.
Στις 8 Οκτωβρίου, το πετρέλαιο Brent ξεπέρασε ενδοσυνεδριακά τα 105 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι επενδυτές ανησυχούσαν για νέες διακοπές εφοδιασμού, περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση και περιορισμό της ενεργειακής παραγωγής.
Οι επιθέσεις στη ναυσιπλοΐα αποτελούν βασικό παράγοντα της ανόδου, αν και στις πιέσεις προστίθενται και προσωρινές διακοπές της αμερικανικής παραγωγής στον Κόλπο του Μεξικού.

Τεράστιο πρόβλημα για Trump
Για τον Donald Trump, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα σοβαρό οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα.
Η επιδίωξη της Ουάσιγκτον να περιορίσει τα ιρανικά πετρελαϊκά έσοδα συγκρούεται με την ανάγκη συγκράτησης των διεθνών τιμών ενέργειας.
Η Αμερική επιχειρεί να ασκήσει οικονομική ασφυξία στο Ιράν, αλλά η Τεχεράνη δείχνει ότι μπορεί να μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους αυτής της πίεσης στις διεθνείς αγορές και στους ίδιους τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Οι επιθέσεις στα δεξαμενόπλοια αλλάζουν τους συσχετισμούς
Σύμφωνα με τις αναφορές που προέρχονται από την περιοχή, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) έχει εντείνει τις επιχειρήσεις εναντίον πλοίων τα οποία η Τεχεράνη χαρακτηρίζει παραβάτες των περιορισμών που έχει επιβάλει.
Οι πληροφορίες κάνουν λόγο για τουλάχιστον επτά δεξαμενόπλοια που αποτέλεσαν στόχους μέσα σε πέντε ημέρες, ενώ ιρανικά μέσα ανεβάζουν τον αριθμό των πληγέντων πλοίων σε περισσότερα από δέκα.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσαν οι Financial Times, από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 93 επιθέσεις σε πλοία, με 24 νεκρούς ναυτικούς.
Στις 8 Οκτωβρίου αναφέρθηκε επίσης νέα επίθεση σε δεξαμενόπλοιο στα ανοιχτά του Κατάρ, ενώ κατά την προηγούμενη εβδομάδα είχαν καταγραφεί τουλάχιστον δώδεκα επιθέσεις εναντίον πλοίων μεταφοράς πετρελαίου και υγροποιημένων αερίων.
Η στρατιωτική σημασία των επιθέσεων δεν περιορίζεται στις ζημιές που προκαλούν.
Η ευρύτερη συνέπειά τους είναι ότι υποχρεώνουν πλοιοκτήτες, ασφαλιστικές εταιρείες και ενεργειακούς ομίλους να επανεξετάσουν το κόστος και την ασφάλεια κάθε διέλευσης.
Ακόμη και ένας σχετικά περιορισμένος αριθμός πληγμάτων μπορεί να δημιουργήσει δυσανάλογα μεγάλη οικονομική αναστάτωση.

Η Τεχεράνη απαντά στον αμερικανικό αποκλεισμό
Η στρατηγική του Ιράν δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τον ναυτικό αποκλεισμό που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ στα ιρανικά λιμάνια από τον Απρίλιο του 2026.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει δραστικά τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου, στοχοποιώντας μεταξύ άλλων πλοία του λεγόμενου «σκιώδους στόλου», τα οποία θεωρεί ότι χρησιμοποιούνται για την παράκαμψη των κυρώσεων.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Wall Street Journal, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν ανακατευθύνει περισσότερα από 270 πλοία, ενώ σχεδόν δύο δεκάδες ύποπτα για παραβίαση του αποκλεισμού έχουν ακινητοποιηθεί ή καταστραφεί.
Η ιρανική απάντηση επιχειρεί να αντιστρέψει τη λογική της αμερικανικής πίεσης: εφόσον η Ουάσιγκτον περιορίζει τις εξαγωγές του Ιράν, η Τεχεράνη απειλεί την ομαλή εξαγωγή πετρελαίου από την ευρύτερη περιοχή.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι επιθέσεις δεν αποτελούν μόνο αντίποινα, αλλά συνδέονται με μια βαθύτερη στρατηγική ανησυχία της Τεχεράνης: την πιθανότητα σταδιακής απώλειας του ελέγχου της πάνω στον σημαντικότερο πετρελαϊκό θαλάσσιο διάδρομο.
Πρόκειται για μια σύγκρουση στην οποία η στρατιωτική ισχύς αντιπαρατίθεται με τη γεωγραφία.
Οι ΗΠΑ διαθέτουν τεράστια ναυτική υπεροχή.
Το Ιράν, όμως, βρίσκεται δίπλα σε ένα στενό πέρασμα από το οποίο, πριν από τον πόλεμο, διερχόταν όγκος πετρελαίου και καυσίμων που αντιστοιχούσε περίπου στο 20% της παγκόσμιας αγοράς.

Από το πυρηνικό πρόγραμμα στον έλεγχο του Hormuz
Μια από τις σημαντικότερες εκτιμήσεις των αναλυτών είναι ότι η Τεχεράνη μεταφέρει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της διαπραγματευτικής της στρατηγικής από το πυρηνικό ζήτημα στον έλεγχο των Στενών του Hormuz.
Το πέρασμα δεν αντιμετωπίζεται πλέον απλώς ως θαλάσσια οδός. Μετατρέπεται σε στρατηγικό διαπραγματευτικό εργαλείο.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio έχει υποστηρίξει ότι το Ιράν χρησιμοποιεί τα Στενά ως μοχλό πίεσης.
Η ιρανική απάντηση είναι εξίσου σαφής.
Ο γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας Mohsen Rezaei δήλωσε στις 6 Οκτωβρίου ότι «τα Στενά του Hormuz δεν θα ανοίξουν με απειλές ή πιέσεις» και ότι το Ιράν δεν πρόκειται να υποχωρήσει.
Η Τεχεράνη έχει συνδέσει την πλήρη αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας με ευρύτερες απαιτήσεις, όπως ο τερματισμός του αμερικανικού αποκλεισμού, η άρση κυρώσεων και η αντιμετώπιση των συνεπειών του πολέμου.
Αυτή η στρατηγική προσφέρει στην ιρανική ηγεσία τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται όχι μόνο ζητήματα στρατιωτικής ασφάλειας, αλλά και τη λειτουργία μιας κρίσιμης υποδομής της παγκόσμιας οικονομίας.
Η εκτίμηση ότι ο έλεγχος του Hormuz αποτελεί πλέον την κορυφαία στρατιωτική προτεραιότητα του Ιράν είναι ιδιαίτερα σημαντική, αν και δεν σημαίνει ότι το πυρηνικό πρόγραμμα έχει πάψει να απασχολεί την ιρανική ηγεσία.

Ασφάλιστρα πολέμου και ναυτικοί με αμοιβές 100.000 δολαρίων
Η οικονομική πίεση γίνεται ακόμη πιο εμφανής στο κόστος των θαλάσσιων μεταφορών.
Τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου για ένα δεξαμενόπλοιο μπορούν να φτάσουν ακόμη και τα 20 εκατομμύρια δολάρια, ενώ οι αμοιβές καπετάνιων που αναλαμβάνουν διέλευση από τα Στενά έχουν αγγίξει τα 100.000 δολάρια τον μήνα, με επιπλέον μπόνους ανά ταξίδι.
Αυτά τα ποσά αποτυπώνουν την κλίμακα του κινδύνου που αντιλαμβάνεται η ναυτιλιακή αγορά.
Κάθε αύξηση στα ασφάλιστρα και στους ναύλους μεταφέρεται σταδιακά στο κόστος των ενεργειακών προϊόντων.
Έτσι, η αντιπαράθεση αποκτά παγκόσμιες διαστάσεις.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στις ΗΠΑ ή στο Ιράν, αλλά επηρεάζουν χώρες που εξαρτώνται από εισαγόμενο πετρέλαιο και καύσιμα.
Το σημαντικότερο είναι ότι το Ιράν δεν χρειάζεται να αποκλείσει ολοκληρωτικά το πέρασμα για να προκαλέσει οικονομική ζημιά.
Αρκεί να διατηρεί υψηλό το επίπεδο αβεβαιότητας.

Η παγίδα του Trump: Περισσότερη πίεση, ακριβότερο πετρέλαιο
Εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση της αμερικανικής στρατηγικής.
Η κυβέρνηση Trump επιδιώκει να πλήξει οικονομικά το Ιράν, διατηρώντας παράλληλα υπό έλεγχο τις τιμές πετρελαίου και βενζίνης.
Ωστόσο, οι επιθέσεις εναντίον πλοίων και ο κίνδυνος νέας σύγκρουσης οδηγούν τις αγορές στην ενσωμάτωση υψηλότερου γεωπολιτικού κινδύνου στις τιμές.
Η πολιτική οικονομικής απομόνωσης του Ιράν μπορεί, επομένως, να έχει παράπλευρες συνέπειες για την ίδια την αμερικανική οικονομία.
Η αβεβαιότητα εντείνεται από τις αναφορές ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει νέα στρατιωτικά πλήγματα εναντίον ιρανικών στόχων.
Κάθε τέτοια πληροφορία αυξάνει την ανησυχία για ενδεχόμενη παρατεταμένη διακοπή της ενεργειακής τροφοδοσίας.
Παράλληλα, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη.
Τον Σεπτέμβριο, οι εξαγωγές αργού πετρελαίου μέσω των Στενών είχαν ανακάμψει σημαντικά, ενώ οι περιφερειακοί παραγωγοί αξιοποίησαν εναλλακτικές διαδρομές.
Αντίθετα, η μεταφορά διυλισμένων προϊόντων παρέμενε ιδιαίτερα προβληματική.
Αυτό αποδεικνύει ότι οι αγορές μπορούν να προσαρμόζονται, χωρίς όμως να εξαλείφεται ο κίνδυνος νέας διαταραχής.

Μια ελεγχόμενη αναμέτρηση που μπορεί να ξεφύγει
Παρά την αύξηση των επιθέσεων, ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι οι δύο πλευρές εξακολουθούν να επιδιώκουν μια υπολογισμένη και περιορισμένη σύγκρουση.
Κατά την εκτίμησή τους, η Τεχεράνη χρησιμοποιεί επιλεκτικά στρατιωτικά πλήγματα για να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση, ενώ η Ουάσιγκτον απαντά με πιέσεις και επιχειρήσεις εναντίον ιρανικών πετρελαϊκών συμφερόντων χωρίς να έχει επιλέξει μια ολοκληρωτική πολεμική κλιμάκωση.
Η προσέγγιση αυτή παραπέμπει σε μια λογική ανταποδοτικών πληγμάτων, στην οποία κάθε πλευρά επιχειρεί να αυξήσει το κόστος για την άλλη χωρίς να προκαλέσει ανεξέλεγκτη σύγκρουση.
Όμως η διατήρηση αυτής της ισορροπίας δεν είναι εγγυημένη.
Ένα πλήγμα με μεγάλο αριθμό θυμάτων, η καταστροφή κρίσιμων εγκαταστάσεων ή η βύθιση σημαντικού πλοίου θα μπορούσαν να προκαλέσουν αλυσιδωτές στρατιωτικές αντιδράσεις.
Η ιστορική εμπειρία του πολέμου των δεξαμενόπλοιων της δεκαετίας του 1980 υπενθυμίζει ότι οι συγκρούσεις στη ναυσιπλοΐα μπορούν να εμπλέξουν περισσότερες δυνάμεις και να αποκτήσουν απρόβλεπτη δυναμική.
Επομένως, ο υπολογισμένος χαρακτήρας των σημερινών επιχειρήσεων δεν εξαλείφει τον κίνδυνο μιας γενικευμένης ανάφλεξης.

Το στρατηγικό δίλημμα της Ουάσιγκτον
Η πραγματική δοκιμασία για την αμερικανική κυβέρνηση είναι πλέον πολιτική και στρατηγική.
Μια επιχείρηση βίαιου ανοίγματος των Στενών θα μπορούσε να απαιτήσει εκτεταμένη και παρατεταμένη στρατιωτική παρουσία, με υψηλό οικονομικό κόστος και αβέβαιη αποτελεσματικότητα.
Αντίθετα, μια διπλωματική συμφωνία θα απαιτούσε συμβιβασμούς σε ζητήματα αποκλεισμού, κυρώσεων και ασφάλειας, στα οποία οι δύο πλευρές παραμένουν βαθιά διχασμένες.
Το Ιράν δείχνει ότι αντιμετωπίζει τον έλεγχο του Hormuz ως μέσο εξισορρόπησης της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος.
Από την άλλη, οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία εκθέτουν αμάχους ναυτικούς σε θανάσιμους κινδύνους και υπονομεύουν την ασφάλεια της διεθνούς ναυσιπλοΐας, ανεξάρτητα από τα επιχειρήματα που προβάλλει η Τεχεράνη.
Το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο η Ουάσιγκτον μπορεί να συνεχίσει τον οικονομικό στραγγαλισμό του Ιράν χωρίς να προκαλεί ταυτόχρονα νέους κραδασμούς στο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα.
Τα Στενά του Hormuz έχουν μετατραπεί σε σημείο όπου συναντώνται η στρατιωτική αντιπαράθεση, η ενεργειακή ασφάλεια και η παγκόσμια οικονομία.
Οι ΗΠΑ διατηρούν συντριπτική στρατιωτική ισχύ, αλλά η γεωγραφία επιτρέπει στο Ιράν να επηρεάζει μια θαλάσσια αρτηρία ζωτικής σημασίας για ολόκληρο τον πλανήτη.
Και αυτή ακριβώς η πραγματικότητα εξηγεί γιατί οι περιορισμένες επιθέσεις μπορούν να έχουν τόσο σημαντικές συνέπειες.
Ο έλεγχος του Hormuz δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα ναυτικής υπεροχής.
Είναι ζήτημα οικονομικής αντοχής, διαπραγματευτικής ισχύος και πολιτικής βούλησης.
Όσο συνεχίζεται αυτή η αντιπαράθεση, ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στην άνοδο του πετρελαίου.
Αφορά την πιθανότητα μια περιφερειακή σύγκρουση να εξελιχθεί σε μια πολύ ευρύτερη κρίση, της οποίας το κόστος θα κληθούν να πληρώσουν κοινωνίες και οικονομίες πολύ μακριά από τον Περσικό Κόλπο.
www.bankingnews.gr
Οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια, η εκτίναξη του Brent πάνω από τα 105 δολάρια και το αυξανόμενο κόστος της ναυσιπλοΐας αποκαλύπτουν τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής.
Ο Donald Trump βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα επικίνδυνο δίλημμα: να συνεχίσει την πολιτική οικονομικού αποκλεισμού του Ιράν, διακινδυνεύοντας νέα ενεργειακή κρίση, ή να αποδεχθεί ότι η Τεχεράνη διαθέτει ισχυρά διαπραγματευτικά χαρτιά.
Η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση, καθώς το επίκεντρο της αντιπαράθεσης μετατοπίζεται από τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις και τις πυραυλικές επιθέσεις στον έλεγχο των παγκόσμιων ενεργειακών ροών.
Τα Στενά του Hormuz εξελίσσονται στο σημαντικότερο πεδίο οικονομικής και γεωπολιτικής αναμέτρησης, με την Τεχεράνη να αξιοποιεί τη στρατηγική γεωγραφική της θέση για να αυξήσει το κόστος της αμερικανικής πολιτικής.
Οι επιθέσεις εναντίον δεξαμενόπλοιων προκαλούν νέα αναστάτωση στις διεθνείς αγορές, αποδεικνύοντας πόσο ευάλωτη παραμένει η παγκόσμια οικονομία απέναντι σε μια παρατεταμένη κρίση στον Περσικό Κόλπο.
Στις 8 Οκτωβρίου, το πετρέλαιο Brent ξεπέρασε ενδοσυνεδριακά τα 105 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι επενδυτές ανησυχούσαν για νέες διακοπές εφοδιασμού, περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση και περιορισμό της ενεργειακής παραγωγής.
Οι επιθέσεις στη ναυσιπλοΐα αποτελούν βασικό παράγοντα της ανόδου, αν και στις πιέσεις προστίθενται και προσωρινές διακοπές της αμερικανικής παραγωγής στον Κόλπο του Μεξικού.

Τεράστιο πρόβλημα για Trump
Για τον Donald Trump, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα σοβαρό οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα.
Η επιδίωξη της Ουάσιγκτον να περιορίσει τα ιρανικά πετρελαϊκά έσοδα συγκρούεται με την ανάγκη συγκράτησης των διεθνών τιμών ενέργειας.
Η Αμερική επιχειρεί να ασκήσει οικονομική ασφυξία στο Ιράν, αλλά η Τεχεράνη δείχνει ότι μπορεί να μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους αυτής της πίεσης στις διεθνείς αγορές και στους ίδιους τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Οι επιθέσεις στα δεξαμενόπλοια αλλάζουν τους συσχετισμούς
Σύμφωνα με τις αναφορές που προέρχονται από την περιοχή, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) έχει εντείνει τις επιχειρήσεις εναντίον πλοίων τα οποία η Τεχεράνη χαρακτηρίζει παραβάτες των περιορισμών που έχει επιβάλει.
Οι πληροφορίες κάνουν λόγο για τουλάχιστον επτά δεξαμενόπλοια που αποτέλεσαν στόχους μέσα σε πέντε ημέρες, ενώ ιρανικά μέσα ανεβάζουν τον αριθμό των πληγέντων πλοίων σε περισσότερα από δέκα.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσαν οι Financial Times, από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 93 επιθέσεις σε πλοία, με 24 νεκρούς ναυτικούς.
Στις 8 Οκτωβρίου αναφέρθηκε επίσης νέα επίθεση σε δεξαμενόπλοιο στα ανοιχτά του Κατάρ, ενώ κατά την προηγούμενη εβδομάδα είχαν καταγραφεί τουλάχιστον δώδεκα επιθέσεις εναντίον πλοίων μεταφοράς πετρελαίου και υγροποιημένων αερίων.
Η στρατιωτική σημασία των επιθέσεων δεν περιορίζεται στις ζημιές που προκαλούν.
Η ευρύτερη συνέπειά τους είναι ότι υποχρεώνουν πλοιοκτήτες, ασφαλιστικές εταιρείες και ενεργειακούς ομίλους να επανεξετάσουν το κόστος και την ασφάλεια κάθε διέλευσης.
Ακόμη και ένας σχετικά περιορισμένος αριθμός πληγμάτων μπορεί να δημιουργήσει δυσανάλογα μεγάλη οικονομική αναστάτωση.

Η Τεχεράνη απαντά στον αμερικανικό αποκλεισμό
Η στρατηγική του Ιράν δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τον ναυτικό αποκλεισμό που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ στα ιρανικά λιμάνια από τον Απρίλιο του 2026.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει δραστικά τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου, στοχοποιώντας μεταξύ άλλων πλοία του λεγόμενου «σκιώδους στόλου», τα οποία θεωρεί ότι χρησιμοποιούνται για την παράκαμψη των κυρώσεων.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Wall Street Journal, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν ανακατευθύνει περισσότερα από 270 πλοία, ενώ σχεδόν δύο δεκάδες ύποπτα για παραβίαση του αποκλεισμού έχουν ακινητοποιηθεί ή καταστραφεί.
Η ιρανική απάντηση επιχειρεί να αντιστρέψει τη λογική της αμερικανικής πίεσης: εφόσον η Ουάσιγκτον περιορίζει τις εξαγωγές του Ιράν, η Τεχεράνη απειλεί την ομαλή εξαγωγή πετρελαίου από την ευρύτερη περιοχή.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι επιθέσεις δεν αποτελούν μόνο αντίποινα, αλλά συνδέονται με μια βαθύτερη στρατηγική ανησυχία της Τεχεράνης: την πιθανότητα σταδιακής απώλειας του ελέγχου της πάνω στον σημαντικότερο πετρελαϊκό θαλάσσιο διάδρομο.
Πρόκειται για μια σύγκρουση στην οποία η στρατιωτική ισχύς αντιπαρατίθεται με τη γεωγραφία.
Οι ΗΠΑ διαθέτουν τεράστια ναυτική υπεροχή.
Το Ιράν, όμως, βρίσκεται δίπλα σε ένα στενό πέρασμα από το οποίο, πριν από τον πόλεμο, διερχόταν όγκος πετρελαίου και καυσίμων που αντιστοιχούσε περίπου στο 20% της παγκόσμιας αγοράς.

Από το πυρηνικό πρόγραμμα στον έλεγχο του Hormuz
Μια από τις σημαντικότερες εκτιμήσεις των αναλυτών είναι ότι η Τεχεράνη μεταφέρει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της διαπραγματευτικής της στρατηγικής από το πυρηνικό ζήτημα στον έλεγχο των Στενών του Hormuz.
Το πέρασμα δεν αντιμετωπίζεται πλέον απλώς ως θαλάσσια οδός. Μετατρέπεται σε στρατηγικό διαπραγματευτικό εργαλείο.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio έχει υποστηρίξει ότι το Ιράν χρησιμοποιεί τα Στενά ως μοχλό πίεσης.
Η ιρανική απάντηση είναι εξίσου σαφής.
Ο γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας Mohsen Rezaei δήλωσε στις 6 Οκτωβρίου ότι «τα Στενά του Hormuz δεν θα ανοίξουν με απειλές ή πιέσεις» και ότι το Ιράν δεν πρόκειται να υποχωρήσει.
Η Τεχεράνη έχει συνδέσει την πλήρη αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας με ευρύτερες απαιτήσεις, όπως ο τερματισμός του αμερικανικού αποκλεισμού, η άρση κυρώσεων και η αντιμετώπιση των συνεπειών του πολέμου.
Αυτή η στρατηγική προσφέρει στην ιρανική ηγεσία τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται όχι μόνο ζητήματα στρατιωτικής ασφάλειας, αλλά και τη λειτουργία μιας κρίσιμης υποδομής της παγκόσμιας οικονομίας.
Η εκτίμηση ότι ο έλεγχος του Hormuz αποτελεί πλέον την κορυφαία στρατιωτική προτεραιότητα του Ιράν είναι ιδιαίτερα σημαντική, αν και δεν σημαίνει ότι το πυρηνικό πρόγραμμα έχει πάψει να απασχολεί την ιρανική ηγεσία.

Ασφάλιστρα πολέμου και ναυτικοί με αμοιβές 100.000 δολαρίων
Η οικονομική πίεση γίνεται ακόμη πιο εμφανής στο κόστος των θαλάσσιων μεταφορών.
Τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου για ένα δεξαμενόπλοιο μπορούν να φτάσουν ακόμη και τα 20 εκατομμύρια δολάρια, ενώ οι αμοιβές καπετάνιων που αναλαμβάνουν διέλευση από τα Στενά έχουν αγγίξει τα 100.000 δολάρια τον μήνα, με επιπλέον μπόνους ανά ταξίδι.
Αυτά τα ποσά αποτυπώνουν την κλίμακα του κινδύνου που αντιλαμβάνεται η ναυτιλιακή αγορά.
Κάθε αύξηση στα ασφάλιστρα και στους ναύλους μεταφέρεται σταδιακά στο κόστος των ενεργειακών προϊόντων.
Έτσι, η αντιπαράθεση αποκτά παγκόσμιες διαστάσεις.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στις ΗΠΑ ή στο Ιράν, αλλά επηρεάζουν χώρες που εξαρτώνται από εισαγόμενο πετρέλαιο και καύσιμα.
Το σημαντικότερο είναι ότι το Ιράν δεν χρειάζεται να αποκλείσει ολοκληρωτικά το πέρασμα για να προκαλέσει οικονομική ζημιά.
Αρκεί να διατηρεί υψηλό το επίπεδο αβεβαιότητας.

Η παγίδα του Trump: Περισσότερη πίεση, ακριβότερο πετρέλαιο
Εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση της αμερικανικής στρατηγικής.
Η κυβέρνηση Trump επιδιώκει να πλήξει οικονομικά το Ιράν, διατηρώντας παράλληλα υπό έλεγχο τις τιμές πετρελαίου και βενζίνης.
Ωστόσο, οι επιθέσεις εναντίον πλοίων και ο κίνδυνος νέας σύγκρουσης οδηγούν τις αγορές στην ενσωμάτωση υψηλότερου γεωπολιτικού κινδύνου στις τιμές.
Η πολιτική οικονομικής απομόνωσης του Ιράν μπορεί, επομένως, να έχει παράπλευρες συνέπειες για την ίδια την αμερικανική οικονομία.
Η αβεβαιότητα εντείνεται από τις αναφορές ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει νέα στρατιωτικά πλήγματα εναντίον ιρανικών στόχων.
Κάθε τέτοια πληροφορία αυξάνει την ανησυχία για ενδεχόμενη παρατεταμένη διακοπή της ενεργειακής τροφοδοσίας.
Παράλληλα, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη.
Τον Σεπτέμβριο, οι εξαγωγές αργού πετρελαίου μέσω των Στενών είχαν ανακάμψει σημαντικά, ενώ οι περιφερειακοί παραγωγοί αξιοποίησαν εναλλακτικές διαδρομές.
Αντίθετα, η μεταφορά διυλισμένων προϊόντων παρέμενε ιδιαίτερα προβληματική.
Αυτό αποδεικνύει ότι οι αγορές μπορούν να προσαρμόζονται, χωρίς όμως να εξαλείφεται ο κίνδυνος νέας διαταραχής.

Μια ελεγχόμενη αναμέτρηση που μπορεί να ξεφύγει
Παρά την αύξηση των επιθέσεων, ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι οι δύο πλευρές εξακολουθούν να επιδιώκουν μια υπολογισμένη και περιορισμένη σύγκρουση.
Κατά την εκτίμησή τους, η Τεχεράνη χρησιμοποιεί επιλεκτικά στρατιωτικά πλήγματα για να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση, ενώ η Ουάσιγκτον απαντά με πιέσεις και επιχειρήσεις εναντίον ιρανικών πετρελαϊκών συμφερόντων χωρίς να έχει επιλέξει μια ολοκληρωτική πολεμική κλιμάκωση.
Η προσέγγιση αυτή παραπέμπει σε μια λογική ανταποδοτικών πληγμάτων, στην οποία κάθε πλευρά επιχειρεί να αυξήσει το κόστος για την άλλη χωρίς να προκαλέσει ανεξέλεγκτη σύγκρουση.
Όμως η διατήρηση αυτής της ισορροπίας δεν είναι εγγυημένη.
Ένα πλήγμα με μεγάλο αριθμό θυμάτων, η καταστροφή κρίσιμων εγκαταστάσεων ή η βύθιση σημαντικού πλοίου θα μπορούσαν να προκαλέσουν αλυσιδωτές στρατιωτικές αντιδράσεις.
Η ιστορική εμπειρία του πολέμου των δεξαμενόπλοιων της δεκαετίας του 1980 υπενθυμίζει ότι οι συγκρούσεις στη ναυσιπλοΐα μπορούν να εμπλέξουν περισσότερες δυνάμεις και να αποκτήσουν απρόβλεπτη δυναμική.
Επομένως, ο υπολογισμένος χαρακτήρας των σημερινών επιχειρήσεων δεν εξαλείφει τον κίνδυνο μιας γενικευμένης ανάφλεξης.

Το στρατηγικό δίλημμα της Ουάσιγκτον
Η πραγματική δοκιμασία για την αμερικανική κυβέρνηση είναι πλέον πολιτική και στρατηγική.
Μια επιχείρηση βίαιου ανοίγματος των Στενών θα μπορούσε να απαιτήσει εκτεταμένη και παρατεταμένη στρατιωτική παρουσία, με υψηλό οικονομικό κόστος και αβέβαιη αποτελεσματικότητα.
Αντίθετα, μια διπλωματική συμφωνία θα απαιτούσε συμβιβασμούς σε ζητήματα αποκλεισμού, κυρώσεων και ασφάλειας, στα οποία οι δύο πλευρές παραμένουν βαθιά διχασμένες.
Το Ιράν δείχνει ότι αντιμετωπίζει τον έλεγχο του Hormuz ως μέσο εξισορρόπησης της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος.
Από την άλλη, οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία εκθέτουν αμάχους ναυτικούς σε θανάσιμους κινδύνους και υπονομεύουν την ασφάλεια της διεθνούς ναυσιπλοΐας, ανεξάρτητα από τα επιχειρήματα που προβάλλει η Τεχεράνη.
Το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο η Ουάσιγκτον μπορεί να συνεχίσει τον οικονομικό στραγγαλισμό του Ιράν χωρίς να προκαλεί ταυτόχρονα νέους κραδασμούς στο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα.
Τα Στενά του Hormuz έχουν μετατραπεί σε σημείο όπου συναντώνται η στρατιωτική αντιπαράθεση, η ενεργειακή ασφάλεια και η παγκόσμια οικονομία.
Οι ΗΠΑ διατηρούν συντριπτική στρατιωτική ισχύ, αλλά η γεωγραφία επιτρέπει στο Ιράν να επηρεάζει μια θαλάσσια αρτηρία ζωτικής σημασίας για ολόκληρο τον πλανήτη.
Και αυτή ακριβώς η πραγματικότητα εξηγεί γιατί οι περιορισμένες επιθέσεις μπορούν να έχουν τόσο σημαντικές συνέπειες.
Ο έλεγχος του Hormuz δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα ναυτικής υπεροχής.
Είναι ζήτημα οικονομικής αντοχής, διαπραγματευτικής ισχύος και πολιτικής βούλησης.
Όσο συνεχίζεται αυτή η αντιπαράθεση, ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στην άνοδο του πετρελαίου.
Αφορά την πιθανότητα μια περιφερειακή σύγκρουση να εξελιχθεί σε μια πολύ ευρύτερη κρίση, της οποίας το κόστος θα κληθούν να πληρώσουν κοινωνίες και οικονομίες πολύ μακριά από τον Περσικό Κόλπο.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών