Με βάση όλες τις δημοσκοπήσεις η Le Pen θα κερδίσει στις 2 Μαίου 2027 στον δεύτερο γύρο των Προεδρικών εκλογών όλους τους πιθανούς αντιπάλους της.
Ο πρώτος γύρος 18 Απριλίου 2027
Οι Προεδρικές εκλογές θα διεξαχθούν στις 18 Απριλίου 2027 και η Le Pen με το κόμμα Εθνική Συσπείρωση θα πετύχει ποσοστά περίπου 33% με 35%...ο δεύτερος εμφανίζει ποσοστά πέριξ του 16%....
Το εύρος της τελικής νίκης της Le Pen θα εξαρτηθεί από το ποιος θα περάσει στον δεύτερο γύρο μαζί με την Le Pen.
Εάν περάσει ο Philippe των Κεντρώων του Macron θα λάβει 47% περίπου έναντι 53% της Le Pen.
Η Le Pen εκτοξεύεται στο 70% εάν περάσει στον δεύτερο γύρο ο Mélenchon της Αριστεράς όπου θα λάβει περίπου 30%.
Εάν περάσει στον δεύτερο γύρο ο Glucksmann των σοσιαλιστών θα λάβει 46% έναντι 54% της Le Pen.


Η Le Pen κατηγορεί την Αριστερά και τον Macron για το χάος
Η Le Pen η υποψήφια της Πατριωτικής Δεξιάς για τις προεδρικές εκλογές στις 18 Απριλίου του 2027 μετά το σοκ των διαδηλώσεων και λεηλασιών τόνισε:
«Ζούμε μια κρίση εμπιστοσύνης».
Αυτό δήλωσε η υποψήφια για την προεδρία της Γαλλίας Le Pen. Κατά την ίδια, πρόκειται για «μια απειλή κατά της δημοκρατίας».
Η Le Pen της Εθνικής Συσπείρωσης αποδίδει την ευθύνη στην άκρα αριστερά, αλλά και στον Macron, έναν πρόεδρο, όπως λέει, «χωρίς αξιοπιστία και χωρίς κύρος».
Κατά την Εθνική Συσπείρωση «η Γαλλία ταπεινώθηκε» με τις διαδηλώσεις και λεηλασίες.
Σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις σε όλη την Γαλλία ξεπέρασαν τις 100.000, πρωτοφανείς εικόνες και χάος επικρατεί παντού.
Απαγορεύσεις κυκλοφορίας στη Γαλλία
Η εικόνα των γαλλικών πόλεων μετά το βίαιο Σαββατοκύριακο αποτυπώνει την έκταση της κρίσης. Περισσότεροι από 500.000 άνθρωποι συμμετείχαν στις διαδηλώσεις, σύμφωνα με τις αναφορές για τις κινητοποιήσεις, οι οποίες ξεκίνησαν σε μεγάλο βαθμό από μαθητές και φοιτητές, αλλά γρήγορα διευρύνθηκαν, συγκεντρώνοντας πολίτες που διαμαρτύρονται για το κόστος ζωής, την κατάσταση στην εκπαίδευση και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών.
Οι περισσότερες πορείες ήταν ειρηνικές. Ωστόσο, ομάδες διαδηλωτών προχώρησαν σε λεηλασίες καταστημάτων, βανδαλισμούς, εμπρησμούς δημόσιων κτιρίων και επιθέσεις κατά αστυνομικών. Το δημαρχείο της Limoges πυρπολήθηκε, ενώ εμπορικά καταστήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που μετέδωσε το Reuters, περίπου 2.400 άνθρωποι συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, ενώ σχεδόν 1.000 αστυνομικοί και χωροφύλακες τραυματίστηκαν. Οι ζημιές σε επιχειρήσεις και καταστήματα προκάλεσαν πρόσθετη ανησυχία για τις οικονομικές συνέπειες της αναταραχής.
Η κυβέρνηση επιχείρησε να αποκαταστήσει την τάξη με αυξημένη αστυνομική παρουσία και περιοριστικά μέτρα. Τοπικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας επιβλήθηκαν σε περιοχές του Παρισιού, μεταξύ άλλων γύρω από την Place de la République και το Les Halles, καθώς και σε τμήματα άλλων πόλεων.
Στη Lille και σε γειτονικούς δήμους επιβλήθηκαν περιορισμοί για ανηλίκους, ενώ αντίστοιχα μέτρα ανακοινώθηκαν στη Νίκαια και σε άλλες περιοχές. Στη Μασσαλία απαγορεύθηκαν συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις.
Ο πρωθυπουργός Sébastien Lecornu δήλωσε ότι η νύχτα της Δευτέρας προς την Τρίτη ήταν πιο ήρεμη, επισημαίνοντας ότι θα επιβληθούν νέα μέτρα όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Η σχετική ηρεμία, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι έχουν αντιμετωπιστεί οι αιτίες της κοινωνικής έντασης.
Στο στόχαστρο ο Macron, ενώ η χώρα βυθίζεται στην κρίση
Η κοινωνική αναταραχή εντείνει την πίεση στον πρόεδρο Emmanuel Macron, ο οποίος δέχεται επικρίσεις για την απόφασή του να πραγματοποιήσει τριήμερη περιοδεία στη Μέση Ανατολή, με σταθμούς το Κουβέιτ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και το Κατάρ, την ώρα που η Γαλλία αντιμετωπίζει ένα από τα σοβαρότερα κύματα ταραχών των τελευταίων ετών.
Ο Macron έχει υποστηρίξει ότι στόχος του ταξιδιού είναι η εξασφάλιση ενεργειακών προμηθειών, η αντιμετώπιση των υψηλών τιμών των καυσίμων και η ενίσχυση της αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας με τις χώρες του Κόλπου.
Ωστόσο, η απουσία του από το εσωτερικό πολιτικό μέτωπο έχει προκαλέσει επικρίσεις. Ο πολιτικός σχολιαστής, Christophe Barbier, δήλωσε στον ραδιοφωνικό σταθμό RTL ότι «δεν υπάρχει πλέον πιλότος στο αεροπλάνο», ενώ η εφημερίδα La Dépêche du Midi άσκησε δριμεία κριτική στον Γάλλο πρόεδρο, συνδέοντας την περιοδεία του με την εικόνα μιας χώρας που βυθίζεται βαθύτερα στην κρίση.
Η αναταραχή εκδηλώνεται σε ιδιαίτερα κρίσιμη πολιτική συγκυρία.
Η Γαλλία έχει κατακερματισμένο κοινοβούλιο, χωρίς σταθερή πλειοψηφία, ενώ οι προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2027 πλησιάζουν.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιχειρούν να αξιοποιήσουν την κοινωνική δυσαρέσκεια, την ώρα που η κυβέρνηση καλείται να περάσει έναν δύσκολο προϋπολογισμό.
Η πολιτική αντιπαράθεση αφορά πλέον όχι μόνο την ασφάλεια και την αντιμετώπιση των ταραχών, αλλά και το κατά πόσο το υφιστάμενο μοντέλο οικονομικής πολιτικής μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών.
«Ή θα εξεγερθούν οι αγορές ή ο λαός»
Με φόντο την πολιτική αστάθεια, την κοινωνική οργή και το αυξανόμενο κόστος δανεισμού στη Γαλλία, εντείνονται οι φόβοι για νέα κρίση χρέους.
Οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων κινούνται σε επίπεδα που προκαλούν ανησυχία, το χρηματιστήριο του Παρισιού δέχεται ισχυρές πιέσεις και η κυβέρνηση του Sébastien Lecornu καλείται να διαχειριστεί ένα δύσκολο δημοσιονομικό αδιέξοδο, την ώρα που χιλιάδες πολίτες διαδηλώνουν κατά της ακρίβειας και της πολιτικής παράλυσης.
Στο τραπέζι βρίσκονται αυστηρότερες μεταρρυθμίσεις, ανάλογες με εκείνες που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία κατά την κρίση της Ευρωζώνης, ενώ δεν αποκλείεται η παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. «Ή θα εξεγερθούν οι αγορές ομολόγων ή ο λαός, ή και οι δύο», προειδοποιεί ο Mike Bell της RBC BlueBay Asset Management, περιγράφοντας το εκρηκτικό δίλημμα που αντιμετωπίζει το Παρίσι.
«Εάν είστε ένας διεθνής επενδυτής που εξετάζει το ενδεχόμενο να επενδύσει σε γαλλικά ομόλογα, αυτή η κατάσταση δεν βοηθά», δήλωσε ο Mike Bell, επικεφαλής στρατηγικής αγορών της RBC BlueBay Asset Management, στην εκπομπή «Squawk Box Europe» του CNBC. «Φαίνεται πως είτε θα εξεγερθούν οι αγορές ομολόγων είτε ο λαός, ή και οι δύο πλευρές», πρόσθεσε ο Bell.
Οι ξένοι επενδυτές κατέχουν ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο του γαλλικού δημόσιου χρέους. Το ποσοστό τους αυξήθηκε από περίπου 48% στις αρχές του 2022 σε σχεδόν 60% στις αρχές του 2026, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε μεγαλύτερη μεταβλητότητα στην αγορά ομολόγων σε περιόδους αποστροφής προς τον κίνδυνο.
«Αυτό που χρειάζεται η Γαλλία είναι να βάλει σε τάξη τα δημοσιονομικά της. Πρέπει να αυξήσει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης. Δεν μπορείς να συνταξιοδοτείσαι στα 62 όταν το προσδόκιμο ζωής του μέσου ανθρώπου φτάνει τα 84 έτη. Εάν όμως συμβαίνουν όλα αυτά προτού καν αρχίσουν να συζητούν ένα τέτοιο μέτρο, φανταστείτε τι θα γινόταν στους δρόμους της Γαλλίας εάν επιχειρούσαν να αυξήσουν το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης. Στη Βρετανία, για παράδειγμα, βρίσκεται στα 68 έτη», πρόσθεσε ο Bell. «Η κατάσταση αυτή δεν κάνει τη χώρα να φαίνεται ιδιαίτερα εύκολα κυβερνήσιμη, σε μια περίοδο κατά την οποία πρέπει να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις».
Η πρόκληση του προϋπολογισμού
Το κόστος δανεισμού της Γαλλίας, όπως αποτυπώνεται στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αναφοράς, αγγίζει τα υψηλότερα επίπεδα από το 2002, καθώς οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη αποζημίωση για να χρηματοδοτήσουν τις δημόσιες δαπάνες της χώρας.
Στις βασικές πηγές ανησυχίας περιλαμβάνονται η αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους, στις οποίες η ακροδεξιά Marine Le Pen προηγείται σε πολλές δημοσκοπήσεις, καθώς και το κατά πόσο η κυβέρνηση μειοψηφίας του πρωθυπουργού Sébastien Lecornu θα καταφέρει να εγκρίνει τον προϋπολογισμό του 2027, ο οποίος βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση.
Οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό γίνονται ολοένα πιο δύσκολες στη Γαλλία και έχουν ήδη οδηγήσει στην πτώση δύο προκατόχων του Lecornu.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι πιστωτές απαιτούν ένα ισχυρό πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης, προκειμένου να αποφευχθεί μια κρίση. Το επίμονα υψηλό έλλειμμα της Γαλλίας ως ποσοστό του ΑΕΠ και η ασθενής οικονομική ανάπτυξη εξακολουθούν να πιέζουν προς τα πάνω το κόστος κρατικού δανεισμού, επιβαρύνοντας παράλληλα το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
«Θα είναι δύσκολο να δούμε το δημοσιονομικό έλλειμμα να μειώνεται χωρίς επώδυνα μέτρα», δήλωσε η Sharon Bell από τη Goldman Sachs. «Οι φόροι για τις γαλλικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν κάλλιστα να αυξηθούν. Πιστεύω ότι ενδέχεται να αυξηθούν γενικότερα οι φόροι στη Γαλλία. Η δημοσιονομική εξυγίανση σημαίνει ότι πρέπει είτε να δαπανήσεις λιγότερα είτε να αυξήσεις τη φορολογία. Και τα δύο είναι πολύ δύσκολα» είπε μιλώντας στο CNBC.
Η Bell πρόσθεσε ότι η Le Pen, η οποία καταγράφει υψηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις αυτή την περίοδο, έχει μιλήσει για τη διατήρηση ενός «χρυσού δημοσιονομικού κανόνα» κατά τη διάρκεια της θητείας της, χωρίς ωστόσο να έχει εξηγήσει λεπτομερώς πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί. «Ένας από τους λόγους για τους οποίους η διαφορά αποδόσεων μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών ομολόγων δεν περιορίζεται είναι ότι οι επενδυτές αμφιβάλλουν πως θα υπάρξει δημοσιονομική εξυγίανση και μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού», σημείωσε.
Από την πλευρά του, ο Ken Egan από την KBRA επισήμανε ότι οι δημοπρασίες ομολόγων της προηγούμενης εβδομάδας έδειξαν πως εξακολουθεί να υπάρχει «πολύ ισχυρή υποκείμενη ζήτηση για το γαλλικό χρέος». «Γενικότερα, το πρωί αυτό χαρακτηρίζεται από στροφή των επενδυτών μακριά από τον κίνδυνο, αλλά η Γαλλία δέχεται σαφώς μεγαλύτερες πιέσεις. Το ερώτημα που θα θέσουν οι αγορές είναι πόσο εύκολα μπορεί πράγματι η Γαλλία να σημειώσει πρόοδο από εδώ και πέρα», ανέφερε ο Egan.
Ελλοχεύει ο κίνδυνος κρίσης χρέους;
Η Sharon Bell της Goldman Sachs πρόσθεσε ότι δεν θεωρεί πως οι σημερινές συνθήκες δικαιολογούν έκτακτη παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η οποία, όπως είπε, «δεν θέλει» να χρησιμοποιήσει εργαλεία όπως το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης της Νομισματικής Πολιτικής (Transmission Protection Instrument – TPI). Ωστόσο, σημείωσε ότι εάν η διεύρυνση των διαφορών αποδόσεων αρχίσει να διαταράσσει τη ρευστότητα της αγοράς, η ΕΚΤ θα επέλεγε να ενεργοποιήσει τον συγκεκριμένο μηχανισμό.
Μια τέτοια κίνηση θα ήταν πολιτικά ευαίσθητη και πιθανότατα θα απαιτούσε από τη Γαλλία να δεσμευτεί σε ακόμη αυστηρότερες δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, ανάλογες με εκείνες που εφάρμοσαν χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία κατά τη διάρκεια της κρίσης στην Ευρωζώνη, πρόσθεσε.
«Μερικές φορές απαιτείται πίεση από τις αγορές. Και αυτό ακριβώς έχουμε δει φέτος», σημείωσε.
Ο Mike Bell της RBC BlueBay Asset Management δήλωσε, από την πλευρά του, ότι η Γαλλία αντιμετωπίζει έναν «πολύ πραγματικό κίνδυνο» να βρεθεί αντιμέτωπη με δική της κρίση κρατικού χρέους. «Τελικά, πρέπει να βάλουν σε τάξη τα δημόσια οικονομικά. Εάν πρότεινες ακόμη και απλώς τα μέτρα που απαιτούνται πραγματικά για να επιτευχθεί αυτό, δεν θα εκλεγόσουν. Και εάν επιχειρούσες να τα εφαρμόσεις χωρίς να έχεις λάβει εκλογική εντολή για αυτά, τότε θα είχες ταραχές στους δρόμους».
Προτού υπάρξει οποιαδήποτε παρέμβαση, θα σημειωθεί μια «γιγαντιαία σύγκρουση» μεταξύ του νικητή των επόμενων εκλογών και της ΕΚΤ, πρόσθεσε ο Bell.
Η κεντρική τράπεζα είναι απίθανο να παρέμβει εάν οι χώρες δεν συμμορφώνονται με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος της ΕΕ, σύμφωνα με την οποία το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ. Το σημερινό έλλειμμα της Γαλλίας ανέρχεται περίπου στο 5%.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Emmanuel Moulin, δήλωσε την προηγούμενη εβδομάδα στο CNBC ότι η άνοδος των αποδόσεων των γαλλικών ομολόγων οφείλεται στην πολιτική αβεβαιότητα. Ωστόσο, υποστήριξε ότι είναι «δυνατό να επιστρέψει το έλλειμμα στο 3% το 2029», όπως προβλέπει ο κυβερνητικός στόχος.
Σχόλια αναγνωστών