Οι Φρουροί της Επανάστασης προειδοποιούν ότι οι γεωγραφικοί περιορισμοί στην εμβέλεια των ιρανικών πυραύλων αποτελούν παρελθόν - Συναγερμός σε ΗΠΑ και Ευρώπη
(upd) Η νέα αμερικανική επίθεση στο στρατηγικής σημασίας νησί Qeshm, στα Στενά του Hormuz, οι ανακοινώσεις της Τεχεράνης για την κατάρριψη αμερικανικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους αναδεικνύουν τα όρια της στρατιωτικής πίεσης της Ουάσιγκτον.
Οι Φρουροί της Επανάστασης προειδοποιούν ότι οι γεωγραφικοί περιορισμοί στην εμβέλεια των ιρανικών πυραύλων αποτελούν παρελθόν, ενώ ο Donald Trump επιχειρεί να υποβαθμίσει τις αμερικανικές επιθέσεις, χαρακτηρίζοντάς τες «μικρές επιχειρήσεις».
Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να πιστεύει ότι μπορεί να βομβαρδίζει το Ιράν, να καταστρέφει στρατιωτικές υποδομές του και ταυτόχρονα να παρουσιάζει τις επιχειρήσεις αυτές ως ασήμαντα επεισόδια που δεν συνιστούν πόλεμο.
Ωστόσο, η πραγματικότητα που διαμορφώνεται στα Στενά του Ηormuz αποκαλύπτει μια βαθύτερη αντίφαση στην αμερικανική στρατηγική: οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να επιβάλλουν τη στρατιωτική τους υπεροχή, χωρίς να αποδέχονται ότι η Τεχεράνη διαθέτει τη βούληση και τα μέσα για να απαντήσει.
Τα γεγονότα της νύχτας της Παρασκευής 6 Νοεμβρίου στο νησί Qeshm αποτελούν ακόμη ένα επεισόδιο αυτής της αντιπαράθεσης.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump επιβεβαίωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν νέα πλήγματα κατά ιρανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, επιχειρώντας ωστόσο να περιορίσει την πολιτική σημασία τους.
Η επίθεση, σύμφωνα με την αμερικανική εκδοχή, είχε στόχο εγκατάσταση αντιαεροπορικής άμυνας του Ιράν.
Ο Trump υποστήριξε ότι η καταστροφή της απαιτούσε μόλις λίγα λεπτά, παρουσιάζοντας την επιχείρηση ως απόδειξη της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.
Όμως, η ίδια η ανάγκη επαναλαμβανόμενων αμερικανικών πληγμάτων γεννά ένα αναπόφευκτο ερώτημα: εάν η στρατιωτική ισχύς του Ιράν έχει πράγματι εξουδετερωθεί, όπως επιδιώκει να εμφανίσει η Ουάσιγκτον, γιατί οι αμερικανικές δυνάμεις εξακολουθούν να πλήττουν ιρανικά αντιαεροπορικά συστήματα και εκτοξευτές πυραύλων;

Οι εκρήξεις στο Qeshm και η ιρανική απάντηση
Σύμφωνα με τις αρχικές πληροφορίες που μετέδωσαν ιρανικά μέσα ενημέρωσης, ισχυρές εκρήξεις σημειώθηκαν στο Qeshm, ενώ ενεργοποιήθηκαν συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας σε διάφορα σημεία του νησιού.
Μαρτυρίες κατοίκων έκαναν λόγο για τουλάχιστον δύο ισχυρές εκρήξεις, πτήσεις στρατιωτικών αεροσκαφών και εκτοξεύσεις αντιαεροπορικών πυραύλων.
Παράλληλα, κυκλοφόρησαν πληροφορίες ότι δύο βλήματα έπληξαν την περιοχή Suza, στα νότια του νησιού.
Οι ακριβείς στόχοι, η έκταση των ζημιών και η ενδεχόμενη ύπαρξη θυμάτων δεν είχαν διευκρινιστεί επισήμως.
Η σημαντικότερη εξέλιξη, ωστόσο, προήλθε από τις ιρανικές στρατιωτικές ανακοινώσεις.
Οι ιρανικές δυνάμεις ανακοίνωσαν την αναχαίτιση και καταστροφή αμερικανικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους στην περιοχή, με τη χρήση προηγμένων συστημάτων που λειτουργούν στο πλαίσιο του ενοποιημένου δικτύου αεράμυνας της χώρας.
Στις αναφορές εμφανίζεται διαφοροποίηση ως προς τον τύπο του αεροσκάφους: ορισμένες ιρανικές ανακοινώσεις κάνουν λόγο για MQ-9, ενώ δημοσίευμα του Anadolu στις 6 Νοεμβρίου αναφέρεται σε MQ-1.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Al Jazeera, εκπρόσωπος της αμερικανικής Κεντρικής Διοίκησης (CENTCOM) περιορίστηκε να αναφέρει ότι η κατάσταση στην περιοχή ήταν σχετικά ήρεμη και ότι δεν είχε περαιτέρω σχόλια.
Για την Τεχεράνη, πάντως, το πολιτικό και στρατιωτικό μήνυμα είναι σαφές: ο ιρανικός εναέριος χώρος δεν αποτελεί πεδίο στο οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιχειρούν χωρίς αντίδραση.

Φρουροί της Επανάστασης: «Καταργήθηκαν οι περιορισμοί στην εμβέλεια των πυραύλων μας»
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι δηλώσεις του εκπροσώπου των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), στρατηγού Hossein Mohebi, ο οποίος ανακοίνωσε μια ουσιαστική μεταβολή στο στρατηγικό δόγμα της χώρας.
Απαντώντας σε ερώτηση για το εάν έχουν αρθεί οι περιορισμοί στην εμβέλεια των ιρανικών πυραύλων, ο Mohebi δήλωσε ότι οι περιορισμοί αυτοί έχουν πλέον καταργηθεί.
Η τοποθέτησή του συνοδεύτηκε από μια ιδιαίτερα σημαντική επισήμανση: η Τεχεράνη δεν επιθυμεί να περιορίζεται σε διακηρύξεις, αλλά να αποκαλύπτει τις πραγματικές δυνατότητές της στο πεδίο της δράσης.
Πρόκειται για μια προειδοποίηση που υπερβαίνει την αντιπαράθεση γύρω από το Qeshm.
Εάν η άρση των περιορισμών μεταφραστεί σε πραγματική επιχειρησιακή δυνατότητα, το Ιράν επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι το κόστος μιας νέας επίθεσης δεν θα περιοριστεί αναγκαστικά στη γεωγραφική περίμετρο της Μέσης Ανατολής.
Η δήλωση δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι έχουν αναπτυχθεί ή δοκιμαστεί νέα πυραυλικά συστήματα συγκεκριμένης εμβέλειας.
Αποκαλύπτει, όμως, την πρόθεση της ιρανικής στρατιωτικής ηγεσίας να διευρύνει την αποτρεπτική αβεβαιότητα που αντιμετωπίζουν οι αντίπαλοί της.

Η ασύμμετρη ισχύς του Ιράν και ο εφιάλτης της Ουάσιγκτον
Ο Hossein Mohebi έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη φιλοσοφία του ασύμμετρου πολέμου, υπογραμμίζοντας ότι το Ιράν διαθέτει μέσα για να πλήξει τον αντίπαλο σε σημεία που εκείνος δεν αναμένει.
Αυτή ακριβώς είναι η ουσία της ιρανικής στρατηγικής.
Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να αντιγράψει την αμερικανική πολεμική μηχανή ούτε να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κάθε κατηγορία οπλικών συστημάτων.
Η αποτρεπτική της λογική στηρίζεται στη δυνατότητα επιβολής δυσανάλογου κόστους, αξιοποιώντας πυραυλικά συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, αντιαεροπορικές δυνατότητες και τη γεωγραφική της θέση.
Τα Στενά του Hormuz αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας.
Σε μια θαλάσσια περιοχή ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια ενεργειακή τροφοδοσία, η γεωγραφία προσφέρει στο Ιράν ένα στρατηγικό πλεονέκτημα το οποίο δεν μπορεί να ακυρωθεί απλώς με την καταστροφή μεμονωμένων εκτοξευτών ή αντιαεροπορικών εγκαταστάσεων.
Η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή παραμένει τεράστια.
Αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται αυτομάτως την ικανότητα επίτευξης των πολιτικών στόχων της Ουάσιγκτον.
Ο ίδιος ο Mohebi υποστήριξε ότι οι αντίπαλοι του Ιράν είχαν υπολογίσει πως μια στρατιωτική επίθεση θα μπορούσε να οδηγήσει μέσα σε δύο ή τρεις ημέρες σε συνθηκολόγηση, εσωτερική διάσπαση και αλλαγή του πολιτικού συστήματος.
Κατά τον Ιρανό στρατηγό, η εξέλιξη της σύγκρουσης διέψευσε αυτές τις προσδοκίες.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της ιρανικής ανάγνωσης του πολέμου: η αποτυχία επιβολής πολιτικής υποταγής στην Τεχεράνη μπορεί να αποτελεί στρατηγικό αποτέλεσμα πολύ σημαντικότερο από την έκβαση οποιουδήποτε μεμονωμένου αεροπορικού πλήγματος.

Ο Trump βομβαρδίζει το Ιράν, αλλά αρνείται να μιλήσει για πόλεμο
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η προσπάθεια του Donald Trump να διαχωρίσει τις αμερικανικές επιθέσεις από την έννοια του πολέμου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος παραδέχθηκε τις επιχειρήσεις της Παρασκευής, χαρακτηρίζοντάς τες περιορισμένες, ενώ επιχείρησε να παρουσιάσει την αμερικανική δράση ως κάτι διαφορετικό από μια κανονική πολεμική σύγκρουση.
Το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, προσκρούει σε μια βασική αντίφαση.
Όταν ένα κράτος πλήττει με στρατιωτικά μέσα εγκαταστάσεις ενός άλλου κυρίαρχου κράτους, η ουσία της ενέργειας δεν καθορίζεται από τον επικοινωνιακό χαρακτηρισμό που επιλέγει ο επιτιθέμενος.
Η Ουάσιγκτον μπορεί να μιλά για «περιορισμένα» ή «αμυντικά» πλήγματα.
Για την Τεχεράνη, όμως, πρόκειται για πραγματικές επιθέσεις εναντίον ιρανικού εδάφους.
Αυτή η διαφορά δεν είναι απλώς ζήτημα ορολογίας.
Συνδέεται με το δικαίωμα του Ιράν να υπερασπίζεται την κυριαρχία και την εδαφική του ακεραιότητα, αλλά και με τον κίνδυνο η συνεχιζόμενη ανταλλαγή πληγμάτων να προκαλέσει μια νέα, ευρύτερη πολεμική κλιμάκωση.
Ενδεικτικό είναι ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις δεν αποτελούν μεμονωμένο περιστατικό.
Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν επιβεβαιώσει αντίστοιχα πλήγματα στο Qeshm στις 2 Νοεμβρίου, επικαλούμενοι την ανάγκη προστασίας αμερικανικών αεροσκαφών και της ναυσιπλοΐας.
Η επανάληψη αυτών των επιχειρήσεων υποδηλώνει ότι, παρά την τεράστια δύναμη πυρός των Ηνωμένων Πολιτειών, η αμερικανική πλευρά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ενεργές ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες.

Η Τεχεράνη αρνείται να διαπραγματευτεί υπό την απειλή των βομβαρδισμών
Η στρατιωτική ένταση εξελίσσεται παράλληλα με τις προσπάθειες διπλωματικής διαμεσολάβησης του Κατάρ.
Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, οι επαφές συνεχίζονται με στόχο την αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης και τη διαμόρφωση συμφωνίας ανάμεσα στο Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η ιρανική πλευρά, ωστόσο, έχει διαμηνύσει ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί διαπραγματεύσεις με όρους στρατιωτικού εξαναγκασμού.
Στο επίκεντρο των απαιτήσεών της βρίσκονται η άρση των κυρώσεων, η αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων, ο τερματισμός του αποκλεισμού και η αποκατάσταση της ασφάλειας στην περιοχή.
Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.
Από την οπτική της Τεχεράνης, μια συμφωνία που θα προέκυπτε υπό την απειλή συνεχών αμερικανικών επιθέσεων θα ισοδυναμούσε με αποδοχή ενός επικίνδυνου προηγουμένου: ότι μια ισχυρή χώρα μπορεί να βομβαρδίζει μια άλλη μέχρι να εξασφαλίσει πολιτικές παραχωρήσεις.
Η ιρανική επιμονή στην αποτροπή και στην απόρριψη της στρατιωτικής επιβολής συνιστά, επομένως, όχι μόνο ζήτημα εθνικής ασφάλειας, αλλά και διεκδίκηση πολιτικής κυριαρχίας.

Το πραγματικό μήνυμα από τα Στενά του Hormuz
Η νέα κρίση στο Qeshm δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά μέσα από τον αριθμό των πυραύλων που εκτοξεύθηκαν, των εγκαταστάσεων που επλήγησαν ή των αεροσκαφών που φέρονται να καταρρίφθηκαν.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν οι επανειλημμένες αμερικανικές επιθέσεις μπορούν να αναγκάσουν το Ιράν να εγκαταλείψει τις στρατηγικές του επιλογές.
Μέχρι στιγμής, η Τεχεράνη επιδιώκει να αποδείξει ακριβώς το αντίθετο.
Οι δηλώσεις των Φρουρών της Επανάστασης για την άρση των περιορισμών στην εμβέλεια των πυραύλων, η έμφαση στον ασύμμετρο πόλεμο και η συνεχιζόμενη δραστηριότητα της ιρανικής αεράμυνας συγκροτούν ένα ενιαίο αποτρεπτικό μήνυμα: η επόμενη επίθεση μπορεί να έχει συνέπειες που ο αντίπαλος δεν έχει υπολογίσει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν είναι άτρωτο ή ότι μια γενικευμένη σύγκρουση δεν θα είχε βαρύτατες συνέπειες και για τον ίδιο τον ιρανικό λαό.
Σημαίνει, όμως, ότι η στρατιωτική πίεση δεν έχει καταφέρει να εξαλείψει την ικανότητα αντίστασης της χώρας.
Η Ουάσιγκτον μπορεί να διαθέτει ισχυρότερα αεροσκάφη, μεγαλύτερους στόλους και ασύγκριτα υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες.
Δεν διαθέτει, όμως, το μονοπώλιο της αποτροπής ούτε μπορεί να θεωρεί δεδομένη την υποταγή ενός κράτους που αρνείται να αποδεχθεί τους όρους της.
Η πολιτική ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα δίλημμα που δεν λύνεται με περισσότερους βομβαρδισμούς: είτε θα αναγνωρίσει ότι μια βιώσιμη διευθέτηση απαιτεί διαπραγματεύσεις με σεβασμό στην κυριαρχία του Ιράν είτε θα συνεχίσει μια στρατηγική στρατιωτικής φθοράς, χωρίς εγγυημένο πολιτικό αποτέλεσμα.
Και αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει η Τεχεράνη από τα Στενά του Hormuz: το Ιράν μπορεί να δεχθεί πλήγματα, αλλά δεν είναι διατεθειμένο να μετατρέψει τη στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών σε δικαίωμα της Ουάσιγκτον να καθορίζει το μέλλον του.
www.bankingnews.gr
Οι Φρουροί της Επανάστασης προειδοποιούν ότι οι γεωγραφικοί περιορισμοί στην εμβέλεια των ιρανικών πυραύλων αποτελούν παρελθόν, ενώ ο Donald Trump επιχειρεί να υποβαθμίσει τις αμερικανικές επιθέσεις, χαρακτηρίζοντάς τες «μικρές επιχειρήσεις».
Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να πιστεύει ότι μπορεί να βομβαρδίζει το Ιράν, να καταστρέφει στρατιωτικές υποδομές του και ταυτόχρονα να παρουσιάζει τις επιχειρήσεις αυτές ως ασήμαντα επεισόδια που δεν συνιστούν πόλεμο.
Ωστόσο, η πραγματικότητα που διαμορφώνεται στα Στενά του Ηormuz αποκαλύπτει μια βαθύτερη αντίφαση στην αμερικανική στρατηγική: οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να επιβάλλουν τη στρατιωτική τους υπεροχή, χωρίς να αποδέχονται ότι η Τεχεράνη διαθέτει τη βούληση και τα μέσα για να απαντήσει.
Τα γεγονότα της νύχτας της Παρασκευής 6 Νοεμβρίου στο νησί Qeshm αποτελούν ακόμη ένα επεισόδιο αυτής της αντιπαράθεσης.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump επιβεβαίωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν νέα πλήγματα κατά ιρανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, επιχειρώντας ωστόσο να περιορίσει την πολιτική σημασία τους.
Η επίθεση, σύμφωνα με την αμερικανική εκδοχή, είχε στόχο εγκατάσταση αντιαεροπορικής άμυνας του Ιράν.
Ο Trump υποστήριξε ότι η καταστροφή της απαιτούσε μόλις λίγα λεπτά, παρουσιάζοντας την επιχείρηση ως απόδειξη της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.
Όμως, η ίδια η ανάγκη επαναλαμβανόμενων αμερικανικών πληγμάτων γεννά ένα αναπόφευκτο ερώτημα: εάν η στρατιωτική ισχύς του Ιράν έχει πράγματι εξουδετερωθεί, όπως επιδιώκει να εμφανίσει η Ουάσιγκτον, γιατί οι αμερικανικές δυνάμεις εξακολουθούν να πλήττουν ιρανικά αντιαεροπορικά συστήματα και εκτοξευτές πυραύλων;

Οι εκρήξεις στο Qeshm και η ιρανική απάντηση
Σύμφωνα με τις αρχικές πληροφορίες που μετέδωσαν ιρανικά μέσα ενημέρωσης, ισχυρές εκρήξεις σημειώθηκαν στο Qeshm, ενώ ενεργοποιήθηκαν συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας σε διάφορα σημεία του νησιού.
Μαρτυρίες κατοίκων έκαναν λόγο για τουλάχιστον δύο ισχυρές εκρήξεις, πτήσεις στρατιωτικών αεροσκαφών και εκτοξεύσεις αντιαεροπορικών πυραύλων.
Παράλληλα, κυκλοφόρησαν πληροφορίες ότι δύο βλήματα έπληξαν την περιοχή Suza, στα νότια του νησιού.
Οι ακριβείς στόχοι, η έκταση των ζημιών και η ενδεχόμενη ύπαρξη θυμάτων δεν είχαν διευκρινιστεί επισήμως.
Η σημαντικότερη εξέλιξη, ωστόσο, προήλθε από τις ιρανικές στρατιωτικές ανακοινώσεις.
Οι ιρανικές δυνάμεις ανακοίνωσαν την αναχαίτιση και καταστροφή αμερικανικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους στην περιοχή, με τη χρήση προηγμένων συστημάτων που λειτουργούν στο πλαίσιο του ενοποιημένου δικτύου αεράμυνας της χώρας.
Στις αναφορές εμφανίζεται διαφοροποίηση ως προς τον τύπο του αεροσκάφους: ορισμένες ιρανικές ανακοινώσεις κάνουν λόγο για MQ-9, ενώ δημοσίευμα του Anadolu στις 6 Νοεμβρίου αναφέρεται σε MQ-1.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Al Jazeera, εκπρόσωπος της αμερικανικής Κεντρικής Διοίκησης (CENTCOM) περιορίστηκε να αναφέρει ότι η κατάσταση στην περιοχή ήταν σχετικά ήρεμη και ότι δεν είχε περαιτέρω σχόλια.
Για την Τεχεράνη, πάντως, το πολιτικό και στρατιωτικό μήνυμα είναι σαφές: ο ιρανικός εναέριος χώρος δεν αποτελεί πεδίο στο οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιχειρούν χωρίς αντίδραση.

Φρουροί της Επανάστασης: «Καταργήθηκαν οι περιορισμοί στην εμβέλεια των πυραύλων μας»
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι δηλώσεις του εκπροσώπου των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), στρατηγού Hossein Mohebi, ο οποίος ανακοίνωσε μια ουσιαστική μεταβολή στο στρατηγικό δόγμα της χώρας.
Απαντώντας σε ερώτηση για το εάν έχουν αρθεί οι περιορισμοί στην εμβέλεια των ιρανικών πυραύλων, ο Mohebi δήλωσε ότι οι περιορισμοί αυτοί έχουν πλέον καταργηθεί.
Η τοποθέτησή του συνοδεύτηκε από μια ιδιαίτερα σημαντική επισήμανση: η Τεχεράνη δεν επιθυμεί να περιορίζεται σε διακηρύξεις, αλλά να αποκαλύπτει τις πραγματικές δυνατότητές της στο πεδίο της δράσης.
Πρόκειται για μια προειδοποίηση που υπερβαίνει την αντιπαράθεση γύρω από το Qeshm.
Εάν η άρση των περιορισμών μεταφραστεί σε πραγματική επιχειρησιακή δυνατότητα, το Ιράν επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι το κόστος μιας νέας επίθεσης δεν θα περιοριστεί αναγκαστικά στη γεωγραφική περίμετρο της Μέσης Ανατολής.
Η δήλωση δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι έχουν αναπτυχθεί ή δοκιμαστεί νέα πυραυλικά συστήματα συγκεκριμένης εμβέλειας.
Αποκαλύπτει, όμως, την πρόθεση της ιρανικής στρατιωτικής ηγεσίας να διευρύνει την αποτρεπτική αβεβαιότητα που αντιμετωπίζουν οι αντίπαλοί της.

Η ασύμμετρη ισχύς του Ιράν και ο εφιάλτης της Ουάσιγκτον
Ο Hossein Mohebi έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη φιλοσοφία του ασύμμετρου πολέμου, υπογραμμίζοντας ότι το Ιράν διαθέτει μέσα για να πλήξει τον αντίπαλο σε σημεία που εκείνος δεν αναμένει.
Αυτή ακριβώς είναι η ουσία της ιρανικής στρατηγικής.
Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να αντιγράψει την αμερικανική πολεμική μηχανή ούτε να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κάθε κατηγορία οπλικών συστημάτων.
Η αποτρεπτική της λογική στηρίζεται στη δυνατότητα επιβολής δυσανάλογου κόστους, αξιοποιώντας πυραυλικά συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, αντιαεροπορικές δυνατότητες και τη γεωγραφική της θέση.
Τα Στενά του Hormuz αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας.
Σε μια θαλάσσια περιοχή ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια ενεργειακή τροφοδοσία, η γεωγραφία προσφέρει στο Ιράν ένα στρατηγικό πλεονέκτημα το οποίο δεν μπορεί να ακυρωθεί απλώς με την καταστροφή μεμονωμένων εκτοξευτών ή αντιαεροπορικών εγκαταστάσεων.
Η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή παραμένει τεράστια.
Αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται αυτομάτως την ικανότητα επίτευξης των πολιτικών στόχων της Ουάσιγκτον.
Ο ίδιος ο Mohebi υποστήριξε ότι οι αντίπαλοι του Ιράν είχαν υπολογίσει πως μια στρατιωτική επίθεση θα μπορούσε να οδηγήσει μέσα σε δύο ή τρεις ημέρες σε συνθηκολόγηση, εσωτερική διάσπαση και αλλαγή του πολιτικού συστήματος.
Κατά τον Ιρανό στρατηγό, η εξέλιξη της σύγκρουσης διέψευσε αυτές τις προσδοκίες.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της ιρανικής ανάγνωσης του πολέμου: η αποτυχία επιβολής πολιτικής υποταγής στην Τεχεράνη μπορεί να αποτελεί στρατηγικό αποτέλεσμα πολύ σημαντικότερο από την έκβαση οποιουδήποτε μεμονωμένου αεροπορικού πλήγματος.

Ο Trump βομβαρδίζει το Ιράν, αλλά αρνείται να μιλήσει για πόλεμο
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η προσπάθεια του Donald Trump να διαχωρίσει τις αμερικανικές επιθέσεις από την έννοια του πολέμου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος παραδέχθηκε τις επιχειρήσεις της Παρασκευής, χαρακτηρίζοντάς τες περιορισμένες, ενώ επιχείρησε να παρουσιάσει την αμερικανική δράση ως κάτι διαφορετικό από μια κανονική πολεμική σύγκρουση.
Το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, προσκρούει σε μια βασική αντίφαση.
Όταν ένα κράτος πλήττει με στρατιωτικά μέσα εγκαταστάσεις ενός άλλου κυρίαρχου κράτους, η ουσία της ενέργειας δεν καθορίζεται από τον επικοινωνιακό χαρακτηρισμό που επιλέγει ο επιτιθέμενος.
Η Ουάσιγκτον μπορεί να μιλά για «περιορισμένα» ή «αμυντικά» πλήγματα.
Για την Τεχεράνη, όμως, πρόκειται για πραγματικές επιθέσεις εναντίον ιρανικού εδάφους.
Αυτή η διαφορά δεν είναι απλώς ζήτημα ορολογίας.
Συνδέεται με το δικαίωμα του Ιράν να υπερασπίζεται την κυριαρχία και την εδαφική του ακεραιότητα, αλλά και με τον κίνδυνο η συνεχιζόμενη ανταλλαγή πληγμάτων να προκαλέσει μια νέα, ευρύτερη πολεμική κλιμάκωση.
Ενδεικτικό είναι ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις δεν αποτελούν μεμονωμένο περιστατικό.
Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν επιβεβαιώσει αντίστοιχα πλήγματα στο Qeshm στις 2 Νοεμβρίου, επικαλούμενοι την ανάγκη προστασίας αμερικανικών αεροσκαφών και της ναυσιπλοΐας.
Η επανάληψη αυτών των επιχειρήσεων υποδηλώνει ότι, παρά την τεράστια δύναμη πυρός των Ηνωμένων Πολιτειών, η αμερικανική πλευρά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ενεργές ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες.

Η Τεχεράνη αρνείται να διαπραγματευτεί υπό την απειλή των βομβαρδισμών
Η στρατιωτική ένταση εξελίσσεται παράλληλα με τις προσπάθειες διπλωματικής διαμεσολάβησης του Κατάρ.
Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, οι επαφές συνεχίζονται με στόχο την αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης και τη διαμόρφωση συμφωνίας ανάμεσα στο Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η ιρανική πλευρά, ωστόσο, έχει διαμηνύσει ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί διαπραγματεύσεις με όρους στρατιωτικού εξαναγκασμού.
Στο επίκεντρο των απαιτήσεών της βρίσκονται η άρση των κυρώσεων, η αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων, ο τερματισμός του αποκλεισμού και η αποκατάσταση της ασφάλειας στην περιοχή.
Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.
Από την οπτική της Τεχεράνης, μια συμφωνία που θα προέκυπτε υπό την απειλή συνεχών αμερικανικών επιθέσεων θα ισοδυναμούσε με αποδοχή ενός επικίνδυνου προηγουμένου: ότι μια ισχυρή χώρα μπορεί να βομβαρδίζει μια άλλη μέχρι να εξασφαλίσει πολιτικές παραχωρήσεις.
Η ιρανική επιμονή στην αποτροπή και στην απόρριψη της στρατιωτικής επιβολής συνιστά, επομένως, όχι μόνο ζήτημα εθνικής ασφάλειας, αλλά και διεκδίκηση πολιτικής κυριαρχίας.

Το πραγματικό μήνυμα από τα Στενά του Hormuz
Η νέα κρίση στο Qeshm δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά μέσα από τον αριθμό των πυραύλων που εκτοξεύθηκαν, των εγκαταστάσεων που επλήγησαν ή των αεροσκαφών που φέρονται να καταρρίφθηκαν.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν οι επανειλημμένες αμερικανικές επιθέσεις μπορούν να αναγκάσουν το Ιράν να εγκαταλείψει τις στρατηγικές του επιλογές.
Μέχρι στιγμής, η Τεχεράνη επιδιώκει να αποδείξει ακριβώς το αντίθετο.
Οι δηλώσεις των Φρουρών της Επανάστασης για την άρση των περιορισμών στην εμβέλεια των πυραύλων, η έμφαση στον ασύμμετρο πόλεμο και η συνεχιζόμενη δραστηριότητα της ιρανικής αεράμυνας συγκροτούν ένα ενιαίο αποτρεπτικό μήνυμα: η επόμενη επίθεση μπορεί να έχει συνέπειες που ο αντίπαλος δεν έχει υπολογίσει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν είναι άτρωτο ή ότι μια γενικευμένη σύγκρουση δεν θα είχε βαρύτατες συνέπειες και για τον ίδιο τον ιρανικό λαό.
Σημαίνει, όμως, ότι η στρατιωτική πίεση δεν έχει καταφέρει να εξαλείψει την ικανότητα αντίστασης της χώρας.
Η Ουάσιγκτον μπορεί να διαθέτει ισχυρότερα αεροσκάφη, μεγαλύτερους στόλους και ασύγκριτα υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες.
Δεν διαθέτει, όμως, το μονοπώλιο της αποτροπής ούτε μπορεί να θεωρεί δεδομένη την υποταγή ενός κράτους που αρνείται να αποδεχθεί τους όρους της.
Η πολιτική ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα δίλημμα που δεν λύνεται με περισσότερους βομβαρδισμούς: είτε θα αναγνωρίσει ότι μια βιώσιμη διευθέτηση απαιτεί διαπραγματεύσεις με σεβασμό στην κυριαρχία του Ιράν είτε θα συνεχίσει μια στρατηγική στρατιωτικής φθοράς, χωρίς εγγυημένο πολιτικό αποτέλεσμα.
Και αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει η Τεχεράνη από τα Στενά του Hormuz: το Ιράν μπορεί να δεχθεί πλήγματα, αλλά δεν είναι διατεθειμένο να μετατρέψει τη στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών σε δικαίωμα της Ουάσιγκτον να καθορίζει το μέλλον του.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών