Τελευταία Νέα
Ελλάδα

Σεισμός στη Δικαιοσύνη: Πειθαρχικός έλεγχος για τον αδελφό του Φλωρίδη - Τι συνέβη με τον γιο υπουργού και ο πόλεμος στον Άρειο Πάγο

Σεισμός στη Δικαιοσύνη: Πειθαρχικός έλεγχος για τον αδελφό του Φλωρίδη - Τι συνέβη με τον γιο υπουργού και ο πόλεμος στον Άρειο Πάγο
Άρειος Πάγος στα χαρακώματα: Οι καταγγελίες για διαφθορά, ο γιος υπουργού και ο αντεισαγγελέας Φλωρίδης
Ένας αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου καταγγέλλει δημόσια «κατασκευασμένες» δικαστικές κρίσεις επειδή απορρίφθηκε η πρότασή του για απαλλαγή έντεκα κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων βρίσκεται γιος υπουργού. Η ηγεσία του Αρείου Πάγου και οι δικαστικές ενώσεις αντιδρούν, ενώ ο φάκελος οδηγείται σε πειθαρχική διερεύνηση.
Στη μέση βρίσκεται ο αδελφός του υπουργού Δικαιοσύνης και ένα εκρηκτικό ερώτημα: ποιος προστατεύει τελικά την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης;
Μια πρωτοφανής θεσμική σύγκρουση εξελίσσεται στους κόλπους της ελληνικής Δικαιοσύνης, με πρωταγωνιστή τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειο Φλωρίδη, αδελφό του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη.
Στο επίκεντρο βρίσκεται μια ποινική υπόθεση με έντεκα κατηγορουμένους, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνεται γιος εν ενεργεία υπουργού της κυβέρνησης. Και το γεγονός αυτό προσδίδει στην αντιπαράθεση μια ιδιαίτερα ευαίσθητη πολιτική και θεσμική διάσταση.
Ο Βασίλειος Φλωρίδης, με άρθρο του στην «Καθημερινή» στις 22 Οκτωβρίου 2026, υπό τον τίτλο «Φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη», εξαπέλυσε βαρύτατες καταγγελίες για τον τρόπο με τον οποίο δικαστικοί λειτουργοί χειρίστηκαν τη συγκεκριμένη υπόθεση.
Δεν περιορίστηκε στη διατύπωση νομικής διαφωνίας.
Μίλησε για ανυπόστατες κατηγορίες, σαθρά αποδεικτικά στοιχεία και δικαστικές κρίσεις που, κατά την εκτίμησή του, δεν αποτελούσαν απλώς εσφαλμένη αξιολόγηση αλλά προϊόν κατασκευής.
Πρόκειται για εξαιρετικά σοβαρές αιτιάσεις, ιδίως όταν προέρχονται από εν ενεργεία ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό.
Το στοιχείο που πυροδότησε τη σύγκρουση είναι ότι ο ίδιος ο Βασίλειος Φλωρίδης είχε συμμετάσχει υπηρεσιακά στον χειρισμό της επίμαχης υπόθεσης.
Στο στάδιο της αναίρεσης είχε ζητήσει να αναιρεθεί το παραπεμπτικό βούλευμα και να απαλλαγούν οι κατηγορούμενοι. Ωστόσο, η πρότασή του απορρίφθηκε ομόφωνα από το αρμόδιο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων.
Αντί η αντιπαράθεση να παραμείνει στο πεδίο της δικαστικής διαδικασίας, μεταφέρθηκε στον δημόσιο χώρο με καταγγελίες περί διαφθοράς.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας της υπόθεσης.
dikaiosini-1.jpg
Η υπόθεση που έφτασε μέχρι τον Άρειο Πάγο

Σύμφωνα με όσα περιγράφει ο ίδιος ο Βασίλειος Φλωρίδης, η υπόθεση πέρασε από διαδοχικά εισαγγελικά και δικαστικά στάδια, με διαφορετικές εκτιμήσεις για την επάρκεια των στοιχείων.
Ορισμένοι εισαγγελικοί λειτουργοί υποστήριξαν την αρχειοθέτηση ή την απαλλαγή των κατηγορουμένων. Άλλοι τάχθηκαν υπέρ της συνέχισης της διαδικασίας, ενώ τα αρμόδια δικαστικά συμβούλια αποφάσισαν τελικά την παραπομπή τους σε δίκη.
Ο Φλωρίδης υποστηρίζει ότι τέσσερις εισαγγελικοί λειτουργοί είχαν εκφράσει σοβαρές αντιρρήσεις για τη βασιμότητα των κατηγοριών.
Όταν η υπόθεση έφτασε στον Άρειο Πάγο, εισηγήθηκε την αναίρεση του παραπεμπτικού βουλεύματος. Το Συμβούλιο, ωστόσο, δεν υιοθέτησε την πρότασή του.
Η απόφαση αυτή αποτέλεσε το υπόβαθρο της δημόσιας παρέμβασής του.
Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι η απόρριψη μιας εισαγγελικής πρότασης δεν συνιστά από μόνη της απόδειξη διαφθοράς. Ούτε η παραπομπή σε δίκη συνεπάγεται ενοχή των κατηγορουμένων.
floridis_1.jpg
Τι απαντά ο ίδιος

Ο Βασίλης Φλωρίδης με δηλώσεις του στα «ΝΕΑ», πάντως, υπεραμύνεται της θέσης του ότι κίνητρο του ήταν η δημόσια παρουσίαση φαινομένων διαφθοράς, χωρίς αναφορές σε πρόσωπα ή σε συγκεκριμένους εισαγγελείς η δικαστές.
«Η συζήτηση για τη διαφθορά δεν μπορεί να μείνει υπόγεια. Η σιωπή δεν προστατεύει το κύρος της δικαιοσύνης, το υπονομεύει. Το δόγμα στο οποίο πιστεύω είναι “Όπου υπάρχει κίνδυνος πολιτικής σκιάς, αποχή. Όπου υπάρχει αποδεικτική αδικία, παρέμβαση”», αναφέρει χαρακτηριστικά ο ανώτατος εισαγγελέας, μιλώντας στα «ΝΕΑ» μετά τη δημόσια τοποθέτησή του.

Ο Άρειος Πάγος απαντά – Οι δικαστές σηκώνουν το γάντι

Η παρέμβαση του Βασίλειου Φλωρίδη προκάλεσε άμεσες και σφοδρές αντιδράσεις.
Ο πρόεδρος και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου υπενθύμισαν με κοινή ανακοίνωση ότι οι εισαγγελικές προτάσεις δεν δεσμεύουν τα δικαστικά συμβούλια. Οι δικαστές οφείλουν να αποφασίζουν ανεξάρτητα, αξιολογώντας τα στοιχεία και εφαρμόζοντας τον νόμο.
Ακόμη οξύτερη υπήρξε η αντίδραση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία κατήγγειλε τη δημόσια επίθεση σε βάρος δικαστικών λειτουργών που συμμετείχαν στις κρίσεις για την υπόθεση.
Η Ένωση έθεσε ένα καίριο ζήτημα: μπορεί ένας εισαγγελικός λειτουργός να αποδίδει διαφθορά σε συναδέλφους του επειδή δεν υιοθέτησαν τη δική του νομική εκτίμηση;
Παράλληλα, υπενθύμισε παλαιότερη δημόσια θέση του ίδιου του Φλωρίδη, σύμφωνα με την οποία δικαστικοί λειτουργοί με στενούς συγγενείς που δραστηριοποιούνται στην πολιτική θα πρέπει να απέχουν από υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα.
Η υπενθύμιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο αντεισαγγελέας είναι αδελφός του υπουργού Δικαιοσύνης, ενώ η επίμαχη ποινική υπόθεση αφορά, μεταξύ άλλων, γιο άλλου υπουργού.
Η συγγένεια δεν αποδεικνύει από μόνη της αθέμιτη παρέμβαση. Δημιουργεί, ωστόσο, εύλογα ερωτήματα για την εφαρμογή των ίδιων κανόνων θεσμικής αυτοσυγκράτησης που ο ίδιος είχε στο παρελθόν υποστηρίξει.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης και το ζήτημα της συγγένειας

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο θεσμικό βάρος εξαιτίας της συγγενικής σχέσης του ελεγχόμενου αντεισαγγελέα με τον υπουργό Δικαιοσύνης.
Ο Γιώργος Φλωρίδης είναι ο υπουργός που, υπό κανονικές συνθήκες, διαθέτει την αρμοδιότητα κίνησης της συγκεκριμένης πειθαρχικής διαδικασίας.
Ακριβώς επειδή πρόκειται για τον αδελφό του, ο χειρισμός της υπόθεσης πέρασε στον υφυπουργό Δικαιοσύνης Ιωάννη Μπούγα, σύμφωνα με το δημοσίευμα της «Καθημερινής» της 27ης Οκτωβρίου.
Ο φάκελος διαβιβάζεται στον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας Μιχάλη Πικραμένο, ο οποίος αναμένεται να ορίσει αντιπρόεδρο για τη διεξαγωγή της έρευνας.
Το γεγονός ότι απαιτείται ειδικός χειρισμός λόγω της συγγενικής σχέσης αναδεικνύει την ανάγκη πλήρους διαφάνειας σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.

Ολόκληρο το κείμενο Φλωρίδη

Για τη διαφθορά στις σύγχρονες κοινωνίες γράφηκαν πολλά. Όμως σε κάποιες απ’ αυτές φαίνεται ότι ακόμη δεν έγινε κατανοητός ο βασικός λόγος που πρέπει να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά: Ότι η διαφθορά διαβρώνει ευθέως τη νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας. Συνεπώς υπονομεύει στην ουσία την πεποίθηση των πολιτών ότι οι κανόνες εφαρμόζονται αμερόληπτα, άρα και την ίδια την εμπιστοσύνη τους.
Απ’ ότι φαίνεται η χώρα μας είναι μια από αυτές. Δυστυχώς, δεν έγινε αντιληπτό από όλους όσους ασκούν συνταγματικές αρμοδιότητες, ότι όταν ο πολίτης πιστέψει ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται με βάση το δίκαιο αλλά με ιδιωτικά συμφέροντα, τότε η υπακοή στο νόμο παύει να στηρίζεται σε πίστη αλλά μεταμορφώνεται σε εξαναγκαστική συμμόρφωση υπό τον φόβο των κυρώσεων. Οι κοινωνίες επηρεάζονται ύπουλα αφού σιγά- σιγά αυτό γίνεται κανονικότητα με αποτέλεσμα να κλονίζεται η ισονομία. Μαθαίνουμε τελικά να ζούμε με λιγότερη δικαιοσύνη χωρίς να αντιδρούμε.
Στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, η διαφθορά επηρεάζει την ίδια την αξιοπιστία της. Ακόμη και μεμονωμένες υποθέσεις εάν φανούν ατιμώρητες ή «καλυμμένες», γεννούν στους πολίτες την αίσθηση πως το σύστημα δεν λειτουργεί ισότιμα. Η νομιμοποίηση περνάει μέσα από την εμπιστοσύνη ότι οι κανόνες της δικονομίας και οι εγγυήσεις που αυτή παρέχει, τηρούνται σταθερά. Αλλιώς κάθε απόφαση μοιάζει ως προϊόν ισχύος και όχι δικαίου. Όταν ριζώνει η ιδέα πως μια σκοπιμότητα μπορεί να υπερισχύσει της αλήθειας, ο πολίτης αρχίζει να θεωρεί ασφαλέστερη την προσωπική διασύνδεση από τη θεσμική θωράκιση.
Δεν απαιτείται χρηματισμός για να μιλήσεις για διαφθορά στη Δικαιοσύνη. Αρκεί να τεκμηριώνεται εκτροπή της δικαστικής εξουσίας προς εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος ή κάλυψη προηγούμενης αυθαιρεσίας. Γι’ αυτό το βάρος πέφτει σε κάθε κρίκο ξεχωριστά και όχι συλλήβδην σε όλο το Δικαστικό Σώμα.
Στην ποινική διαδικασία ειδικότερα, το κρίσιμο ζήτημα είναι να μη χαθεί η αξιοπιστία του δικανικού συλλογισμού. Να μη μένουν σκιές πάνω στην απόδειξη και στην αιτιολόγηση. Όταν η αιτιολογημένη κρίση υποκαθίσταται από σκοπιμότητες, χάνεται το αίσθημα του δικαίου.
Γράφω αυτό το άρθρο επειδή πρόσφατα χειρίστηκα μία ποινική υπόθεση με έντεκα κατηγορουμένους, όπου η κατηγορία ήταν στην κυριολεξία ανυπόστατη. Μια υπόθεση που, και ύστερα από τριάντα επτά χρόνια υπηρεσίας, με τράνταξε και ταυτόχρονα με τρόμαξε. Η επιμονή στην προώθηση της κατηγορίας παρά την παντελή έλλειψη στοιχείων, μου δημιούργησε σοβαρά ερωτήματα για τον ρόλο των δικαστικών λειτουργών που τη χειρίστηκαν. Ο προβληματισμός μου ενισχύθηκε από το ότι ένας από τους έντεκα κατηγορουμένους ήταν στενός συγγενής εν ενεργεία κυβερνητικού αξιωματούχου.
Ο Εισαγγελέας του πρώτου βαθμού το αντιλήφθηκε ορθά και ζήτησε αιτιολογημένα την αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Η αρχειοθέτηση όμως δεν εγκρίθηκε από τον Εισαγγελέα του δεύτερου βαθμού και ζήτησε να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος τους. Σε επόμενο στάδιο, άλλος Εισαγγελέας του δεύτερου βαθμού, έκανε δεκτή την προσφυγή κατά της παραπομπής τους και πρότεινε και πάλι την αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση επέστρεψε στον πρώτο βαθμό όπου ο εισαγγελέας διαφώνησε με την απαλλακτική κρίση του εισαγγελέα του δεύτερου βαθμού και τελικά το δικαστικό συμβούλιο αποφάσισε την παραπομπή των έντεκα κατηγορουμένων σε δίκη. Στη συνέχεια άλλος εισαγγελέας του δεύτερου βαθμού, άσκησε έφεση υπέρ των έντεκα κατηγορουμένων ζητώντας την απαλλαγή τους από κάθε κατηγορία. Το συμβούλιο του δεύτερου βαθμού δεν έκανε δεκτή την έφεση και επικύρωσε την παραπομπή τους.
Χειριζόμενος πλέον την υπόθεση στον Άρειο Πάγο, ύστερα από αίτηση των κατηγορουμένων, ζήτησα την αναίρεση του βουλεύματος του δευτέρου βαθμό και την απαλλαγή τους από τον ίδιο τον Άρειο Πάγο. Όμως το συμβούλιο του Αρείου Πάγου απέρριψε την αναίρεσή μου.
Και οι τέσσερις εισαγγελείς που αντιστάθηκαν, κατέγραψαν στα δικαστικά τους κείμενα ένα κοινό βασικό δεδομένο: Ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υποτίθεται θεμελίωναν τα εγκλήματα, ήταν σαθρά και δεν μπορούσαν να στηρίξουν τις κατηγορίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για έκφραση κρίσης πίσω από την οποία θα μπορούσε να καλυφθεί ο δικαστής. Ήταν κατασκευή κρίσης.
Το σοκ ήταν μεγάλο και πρώτα από όλα για όσους βρέθηκαν άδικα στη θέση του κατηγορουμένου. Κυρίως γιατί η κατασκευασμένη κρίση έφθασε μέχρι τον Άρειο Πάγο. Μοιάζει να μην υπάρχει πια «έξοδος κινδύνου». Δεν μιλάμε απλά για δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες διαφωνείς, αλλά για την αίσθηση ότι κλείνουν όλες οι πόρτες. Χάθηκε η πίστη τους ότι το δικαστικό σύστημα είναι ικανό να αυτοδιορθώνεται. Και βέβαια η αγωνία τους μεγαλώνει: Τι θα γίνει εάν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση και στη δίκη; Το πιο σκληρό για τον αθώο είναι ότι η ίδια η διαδικασία γίνεται τιμωρία πριν καν δικαστεί, με οικονομικό κόστος, δημόσια έκθεση, αγωνία και χωρίς ελπίδα άμεσης αποκατάστασης.
Χρησιμοποίησα τη λέξη φλέβα γιατί οι φλέβες καταλήγουν στην καρδιά του οργανισμού. Κι όταν η φλέβα είναι μολυσμένη, η βλάβη δεν μένει τοπικά, φτάνει στον πυρήνα. Στην περίπτωσή μας αυτός ο πυρήνας είναι το Κράτος Δικαίου. Όταν πλήττεται η εμπιστοσύνη των πολιτών, κλονίζεται η νομιμοποίηση της δικαιοσύνης. Γι αυτό οφείλουμε όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί να υπηρετούμε το Κράτος Δικαίου απαρέγκλιτα, χωρίς εκπτώσεις και υποχωρήσεις.
Για αυτό και απαιτείται διαφάνεια στις διαδικασίες, αιτιολογημένες αποφάσεις, έλεγχος από αρμόδια όργανα, πραγματική λογοδοσία. Κανείς και σε κανένα βαθμό της Δικαιοσύνης δεν πρέπει να μένει ανεξέλεγκτος. Όλοι πρέπει να λογοδοτούν.
Θέλω, τέλος, να μοιραστώ με όλους μας, τους δικαστικούς λειτουργούς και ιδιαίτερα στους νεώτερους συναδέλφους, κάτι που συνειδητοποίησα όλα αυτά τα χρόνια: Η πόρτα της διαφθοράς ανοίγει πάντα από μέσα.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης