Ο Merz αντιγράφει τις μνημονιακές συνταγές – «Δουλέψτε μέχρι τα 70» για να σωθεί το σύστημα
Μόνο με τον τρόπο που οι φιλομνημονιακοί Έλληνες πολιτικοί αντιμετώπιζαν την ελληνική κοινωνία κατά την περίοδο των μνημονίων μπορεί να συγκριθεί η συμπεριφορά του καγκελαρίου Friedrich Merz απέναντι στους Γερμανούς πολίτες.
Ειδικότερα, με δήλωση που προκαλεί πολιτικό σεισμό και κοινωνική οργή, ο Γερμανός καγκελάριος Friedrich Merz έριξε την ευθύνη για τη βαθιά οικονομική κρίση της χώρας στους ίδιους τους πολίτες, καλώντας τους να… εργαστούν σκληρότερα για να σωθεί η γερμανική οικονομία.
Η τοποθέτησή του, που έγινε σε πρωτοχρονιάτικη δεξίωση των Εμπορικών, Βιομηχανικών και Βιοτεχνικών Επιμελητηρίων και αναπαράχθηκε ευρέως από τα γερμανικά ΜΜΕ, άναψε φωτιές και έδωσε τον τόνο μιας επικίνδυνης μετατόπισης ευθυνών.
Παρομοίως, Έλληνες πολιτικοί όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Θόδωρος Πάγκαλος, o Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Λυκούργος Λιαρόπουλος, προέτρεπαν τους επιτελείς της τρόικας να «κρατάνε γερά» , υπονοώντας ότι για όλα φταίνε οι πολίτες και όχι πολιτικές επιλογές.
Αντί για αυτοκριτική και ουσιαστική ανάλυση των δομικών αποτυχιών της οικονομικής πολιτικής, ο Merz επέλεξε τη βολική οδό: στοχοποίησε την εργασιακή κουλτούρα των Γερμανών, τις κοινωνικές παροχές και ακόμη και την έννοια της ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Το πενθήμερο -πόσο μάλλον το τετραήμερο-, σύμφωνα με τον Καγκελάριο, αποτελεί σχεδόν… υπαρξιακή απειλή για την ανάπτυξη της χώρας.
Το μήνυμα ήταν σαφές και τρομακτικό: το πρόβλημα δεν είναι οι λανθασμένες κυβερνητικές επιλογές, αλλά οι «λιγοστές ώρες δουλειάς».
Επενδύσεις στην τεχνολογία, την καινοτομία, την παραγωγικότητα; Καμία ουσιαστική αναφορά.
Αντίθετα, η συζήτηση περιορίστηκε στον αριθμό των ωρών εργασίας, μια απλουστευτική και πολιτικά βολική προσέγγιση που όμως αγνοεί την πραγματική οικονομία.
Ως παράδειγμα, ο Merz επικαλέστηκε την Ελβετία, σημειώνοντας ότι οι πολίτες της εργάζονται περίπου 200 ώρες περισσότερες τον χρόνο.
Παρέλειψε, ωστόσο, να αναφέρει τις θεμελιώδεις διαφορές: φορολογικό σύστημα, ενεργειακή πολιτική, βαθμό αποκέντρωσης και συνολική οικονομική δομή.
Το ελβετικό μοντέλο παρουσιάστηκε σχεδόν σαν «μαγική λύση», χωρίς καμία σοβαρή ανάλυση για το αν –και πώς– μπορεί να εφαρμοστεί στη Γερμανία.
Αντίστοιχα, οι φιλομνημονιακοί πολιτικοί στην Ελλάδα ανέβαζαν συνεχώς το μήνυμα ότι η «σκληρή δουλειά» και οι περικοπές είναι η λύση, χωρίς να αντιμετωπίζουν τα πραγματικά προβλήματα της οικονομίας ή τις πολιτικές που προκάλεσαν την κρίση.
«Εξαιρετικά κρίσιμη»
Ο Καγκελάριος περιέγραψε την κατάσταση της γερμανικής οικονομίας ως «εξαιρετικά κρίσιμη», επικαλούμενος τις υψηλές τιμές ενέργειας, τη γραφειοκρατία και το υψηλό κόστος εργασίας.
Όμως απέφυγε επιμελώς να αναφερθεί στον ρόλο των ίδιων των κυβερνητικών αποφάσεων: την εγκατάλειψη μακροπρόθεσμων ενεργειακών συμβάσεων, τη ρήξη με τη Ρωσία και την απότομη αλλαγή εξωτερικής πολιτικής που εκτόξευσαν το ενεργειακό κόστος και οδήγησαν τη χώρα σε τριετή οικονομική στασιμότητα.
Η επίρριψη ευθυνών στο «κόστος εργασίας» μοιάζει σχεδόν κυνική, τη στιγμή που η χαμηλή εγχώρια ζήτηση και η κατάρρευση της αγοραστικής δύναμης στραγγαλίζουν την οικονομία.
Παρόμοια, οι Έλληνες πολιτικοί της εποχής των μνημονίων ζητούσαν από τους πολίτες να αποδεχτούν φόρους, μειώσεις συντάξεων και περικοπές μισθών, παρουσιάζοντάς τα ως αναγκαία «θύματα» για τη σωτηρία της χώρας.
Δεκτός με ενθουσιασμό
Φυσικά, οι δηλώσεις Merz έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από τους επιχειρηματικούς κύκλους που βρίσκονταν στην αίθουσα, αποκαλύπτοντας τον βαθιά μονόπλευρο χαρακτήρα της κυβερνητικής στρατηγικής: τα συμφέροντα των επιχειρήσεων πάνω απ’ όλα, οι κοινωνικές συνέπειες εκτός κάδρου.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Merz βρήκε συμμάχους όταν μίλησε για κίνητρα παραμονής στην εργασία μετά τη συνταξιοδότηση, υποστηρίζοντας ότι «δεν κάνουν όλοι βαριά χειρωνακτική εργασία».
Η πραγματικότητα της αγοράς εργασίας, οι διακρίσεις λόγω ηλικίας και τα προβλήματα υγείας χιλιάδων ηλικιωμένων εργαζομένων απλώς αγνοήθηκαν.
Υπενθυμίζεται πως οι Έλληνες φιλομνημονιακοί πολιτικοί συχνά ευθυγραμμίζονταν με τις δανείστριες χώρες και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, υποτιμώντας το κοινωνικό κόστος.
Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον αλήστου μνήμης υποκατώτατο, την κατάργηση των συμβάσεων, τη μείωση του κατώτατου μισθού στα 500 ευρώ… και μια σειρά από αντιδραστικά μέτρα, που βύθισαν την Ελλάδα στο σκοτάδι και τους Έλληνες στη φτώχεια και στην αναγκαστική μετανάστευση.
Το πιο ανησυχητικό μήνυμα, ωστόσο, αφορά το μέλλον.
Από τις πρώτες κιόλας ημέρες του έτους, ο Καγκελάριος προειδοποίησε ότι το 2026 θα είναι μια εξαιρετικά δύσκολη χρονιά, προετοιμάζοντας την κοινή γνώμη για νέα κύματα λιτότητας και κοινωνικής αυστηροποίησης.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η υπουργός Οικονομίας Katherina Reiche είχε δηλώσει ότι για να διασωθεί το κράτος πρόνοιας, οι πολίτες θα πρέπει είτε να δουλεύουν περισσότερο είτε να συνταξιοδοτούνται αργότερα.
Η γερμανική οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη σε στασιμότητα εδώ και τρία χρόνια, σε μεγάλο βαθμό λόγω του ενεργειακού σοκ μετά τη διακοπή του ρωσικού φυσικού αερίου.
Όμως, αντί για ειλικρινή αποτίμηση αυτής της στρατηγικής και αναζήτηση ρεαλιστικών λύσεων, η κυβέρνηση Merz επιλέγει τον δρόμο της ηθικολογίας και της μετακύλισης του κόστους στους πολίτες.
Το αποτέλεσμα είναι εκρηκτικό: κοινωνική δυσαρέσκεια, διάβρωση της εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση και η αίσθηση ότι οι απλοί Γερμανοί καλούνται να πληρώσουν τον λογαριασμό στρατηγικών αποτυχιών που δεν τους ανήκουν.
Χωρίς πειστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση, η πολιτική του Βερολίνου αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνα με μια προσπάθεια διάσωσης του συστήματος εις βάρος της κοινωνίας – και το τίμημα ίσως αποδειχθεί πολύ βαρύ.
Τα ζήσαμε και στην Ελλάδα...
www.bankingnews.gr
Ειδικότερα, με δήλωση που προκαλεί πολιτικό σεισμό και κοινωνική οργή, ο Γερμανός καγκελάριος Friedrich Merz έριξε την ευθύνη για τη βαθιά οικονομική κρίση της χώρας στους ίδιους τους πολίτες, καλώντας τους να… εργαστούν σκληρότερα για να σωθεί η γερμανική οικονομία.
Η τοποθέτησή του, που έγινε σε πρωτοχρονιάτικη δεξίωση των Εμπορικών, Βιομηχανικών και Βιοτεχνικών Επιμελητηρίων και αναπαράχθηκε ευρέως από τα γερμανικά ΜΜΕ, άναψε φωτιές και έδωσε τον τόνο μιας επικίνδυνης μετατόπισης ευθυνών.
Παρομοίως, Έλληνες πολιτικοί όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Θόδωρος Πάγκαλος, o Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Λυκούργος Λιαρόπουλος, προέτρεπαν τους επιτελείς της τρόικας να «κρατάνε γερά» , υπονοώντας ότι για όλα φταίνε οι πολίτες και όχι πολιτικές επιλογές.
Αντί για αυτοκριτική και ουσιαστική ανάλυση των δομικών αποτυχιών της οικονομικής πολιτικής, ο Merz επέλεξε τη βολική οδό: στοχοποίησε την εργασιακή κουλτούρα των Γερμανών, τις κοινωνικές παροχές και ακόμη και την έννοια της ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Το πενθήμερο -πόσο μάλλον το τετραήμερο-, σύμφωνα με τον Καγκελάριο, αποτελεί σχεδόν… υπαρξιακή απειλή για την ανάπτυξη της χώρας.
Το μήνυμα ήταν σαφές και τρομακτικό: το πρόβλημα δεν είναι οι λανθασμένες κυβερνητικές επιλογές, αλλά οι «λιγοστές ώρες δουλειάς».
Επενδύσεις στην τεχνολογία, την καινοτομία, την παραγωγικότητα; Καμία ουσιαστική αναφορά.
Αντίθετα, η συζήτηση περιορίστηκε στον αριθμό των ωρών εργασίας, μια απλουστευτική και πολιτικά βολική προσέγγιση που όμως αγνοεί την πραγματική οικονομία.
Ως παράδειγμα, ο Merz επικαλέστηκε την Ελβετία, σημειώνοντας ότι οι πολίτες της εργάζονται περίπου 200 ώρες περισσότερες τον χρόνο.
Παρέλειψε, ωστόσο, να αναφέρει τις θεμελιώδεις διαφορές: φορολογικό σύστημα, ενεργειακή πολιτική, βαθμό αποκέντρωσης και συνολική οικονομική δομή.
Το ελβετικό μοντέλο παρουσιάστηκε σχεδόν σαν «μαγική λύση», χωρίς καμία σοβαρή ανάλυση για το αν –και πώς– μπορεί να εφαρμοστεί στη Γερμανία.
Αντίστοιχα, οι φιλομνημονιακοί πολιτικοί στην Ελλάδα ανέβαζαν συνεχώς το μήνυμα ότι η «σκληρή δουλειά» και οι περικοπές είναι η λύση, χωρίς να αντιμετωπίζουν τα πραγματικά προβλήματα της οικονομίας ή τις πολιτικές που προκάλεσαν την κρίση.
«Εξαιρετικά κρίσιμη»
Ο Καγκελάριος περιέγραψε την κατάσταση της γερμανικής οικονομίας ως «εξαιρετικά κρίσιμη», επικαλούμενος τις υψηλές τιμές ενέργειας, τη γραφειοκρατία και το υψηλό κόστος εργασίας.
Όμως απέφυγε επιμελώς να αναφερθεί στον ρόλο των ίδιων των κυβερνητικών αποφάσεων: την εγκατάλειψη μακροπρόθεσμων ενεργειακών συμβάσεων, τη ρήξη με τη Ρωσία και την απότομη αλλαγή εξωτερικής πολιτικής που εκτόξευσαν το ενεργειακό κόστος και οδήγησαν τη χώρα σε τριετή οικονομική στασιμότητα.
Η επίρριψη ευθυνών στο «κόστος εργασίας» μοιάζει σχεδόν κυνική, τη στιγμή που η χαμηλή εγχώρια ζήτηση και η κατάρρευση της αγοραστικής δύναμης στραγγαλίζουν την οικονομία.
Παρόμοια, οι Έλληνες πολιτικοί της εποχής των μνημονίων ζητούσαν από τους πολίτες να αποδεχτούν φόρους, μειώσεις συντάξεων και περικοπές μισθών, παρουσιάζοντάς τα ως αναγκαία «θύματα» για τη σωτηρία της χώρας.
Δεκτός με ενθουσιασμό
Φυσικά, οι δηλώσεις Merz έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από τους επιχειρηματικούς κύκλους που βρίσκονταν στην αίθουσα, αποκαλύπτοντας τον βαθιά μονόπλευρο χαρακτήρα της κυβερνητικής στρατηγικής: τα συμφέροντα των επιχειρήσεων πάνω απ’ όλα, οι κοινωνικές συνέπειες εκτός κάδρου.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Merz βρήκε συμμάχους όταν μίλησε για κίνητρα παραμονής στην εργασία μετά τη συνταξιοδότηση, υποστηρίζοντας ότι «δεν κάνουν όλοι βαριά χειρωνακτική εργασία».
Η πραγματικότητα της αγοράς εργασίας, οι διακρίσεις λόγω ηλικίας και τα προβλήματα υγείας χιλιάδων ηλικιωμένων εργαζομένων απλώς αγνοήθηκαν.
Υπενθυμίζεται πως οι Έλληνες φιλομνημονιακοί πολιτικοί συχνά ευθυγραμμίζονταν με τις δανείστριες χώρες και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, υποτιμώντας το κοινωνικό κόστος.
Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον αλήστου μνήμης υποκατώτατο, την κατάργηση των συμβάσεων, τη μείωση του κατώτατου μισθού στα 500 ευρώ… και μια σειρά από αντιδραστικά μέτρα, που βύθισαν την Ελλάδα στο σκοτάδι και τους Έλληνες στη φτώχεια και στην αναγκαστική μετανάστευση.
Το πιο ανησυχητικό μήνυμα, ωστόσο, αφορά το μέλλον.
Από τις πρώτες κιόλας ημέρες του έτους, ο Καγκελάριος προειδοποίησε ότι το 2026 θα είναι μια εξαιρετικά δύσκολη χρονιά, προετοιμάζοντας την κοινή γνώμη για νέα κύματα λιτότητας και κοινωνικής αυστηροποίησης.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η υπουργός Οικονομίας Katherina Reiche είχε δηλώσει ότι για να διασωθεί το κράτος πρόνοιας, οι πολίτες θα πρέπει είτε να δουλεύουν περισσότερο είτε να συνταξιοδοτούνται αργότερα.
Η γερμανική οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη σε στασιμότητα εδώ και τρία χρόνια, σε μεγάλο βαθμό λόγω του ενεργειακού σοκ μετά τη διακοπή του ρωσικού φυσικού αερίου.
Όμως, αντί για ειλικρινή αποτίμηση αυτής της στρατηγικής και αναζήτηση ρεαλιστικών λύσεων, η κυβέρνηση Merz επιλέγει τον δρόμο της ηθικολογίας και της μετακύλισης του κόστους στους πολίτες.
Το αποτέλεσμα είναι εκρηκτικό: κοινωνική δυσαρέσκεια, διάβρωση της εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση και η αίσθηση ότι οι απλοί Γερμανοί καλούνται να πληρώσουν τον λογαριασμό στρατηγικών αποτυχιών που δεν τους ανήκουν.
Χωρίς πειστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση, η πολιτική του Βερολίνου αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνα με μια προσπάθεια διάσωσης του συστήματος εις βάρος της κοινωνίας – και το τίμημα ίσως αποδειχθεί πολύ βαρύ.
Τα ζήσαμε και στην Ελλάδα...
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών