Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

«Παράδοξο» ράλι: Το ανησυχητικό μήνυμα πίσω από την ταυτόχρονη άνοδο δολαρίου και χρυσού

«Παράδοξο» ράλι: Το ανησυχητικό μήνυμα πίσω από την ταυτόχρονη άνοδο δολαρίου και χρυσού
Η πρώτη αύξηση επιτοκίων της Fed μετά από τρία χρόνια
Σχετικά Άρθρα
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) αύξησε τα επιτόκια για πρώτη φορά εδώ και τρία χρόνια. Πρόκειται για την πρώτη αύξηση επιτοκίων υπό τον πρόεδρο Kevin Warsh, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του μόλις πριν από τέσσερις μήνες.
Η κίνηση ακολουθεί τη συνεδρίαση του Ιουλίου, όπου η απόφαση για διατήρηση των επιτοκίων ελήφθη με οριακή πλειοψηφία 9-3, με τρία μέλη της Fed να υποστηρίζουν ήδη τότε τη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου ξεπέρασε το 5% για πρώτη φορά από το 2023, ενώ ο Δείκτης Δολαρίου ενισχύθηκε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων εβδομάδων.

Η Μέση Ανατολή και το ενεργειακό σοκ πίσω από την απόφαση

Ο μηχανισμός που οδηγεί τις εξελίξεις ξεκινά από τον Περσικό Κόλπο.
Οι επιθέσεις των Houthi κατά της ναυσιπλοΐας, η διακοπή λειτουργίας του αγωγού East-West της Σαουδικής Αραβίας και η συνεχιζόμενη ένταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ έχουν ωθήσει την τιμή του Brent περίπου 58% υψηλότερα μέσα στον τελευταίο χρόνο, στα 107 δολάρια ανά βαρέλι.
Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτεί άμεσα τις προσδοκίες για υψηλότερο πληθωρισμό στις ΗΠΑ, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για τον Kevin Warsh, ο οποίος επιχειρεί να εδραιώσει την αξιοπιστία του ως επικεφαλής της Fed.
Οι αναλυτές της J.P. Morgan χαρακτηρίζουν την αύξηση επιτοκίων ως μια κίνηση που στοχεύει κυρίως στην ενίσχυση της αξιοπιστίας της κεντρικής τράπεζας και όχι ως απάντηση σε μια υπερθερμασμένη οικονομία. Σύμφωνα με την εκτίμησή τους, η Fed αυξάνει τα επιτόκια επειδή οι αγορές αμφισβήτησαν, μετά τη διχαστική συνεδρίαση του Ιουλίου, κατά πόσο θα υπερασπιζόταν τον στόχο του 2% για τον πληθωρισμό εάν οι τιμές της ενέργειας συνέχιζαν να αυξάνονται.

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι της νέας πολιτικής

Οι άμεσοι κερδισμένοι είναι οι κάτοχοι δολαρίων και όσοι έχουν επενδύσει σε βραχυπρόθεσμα αμερικανικά κρατικά ομόλογα.
Η απόδοση του διετούς ομολόγου διαμορφώνεται στο 4,67%, του δεκαετούς στο 5,00% και του τριακονταετούς στο 5,36%.
Οι χαμένοι είναι λιγότερο ορατοί αλλά δυνητικά περισσότεροι. Κυβερνήσεις και επιχειρήσεις αναδυόμενων αγορών που έχουν δανειστεί σε δολάρια βρίσκονται αντιμέτωπες ταυτόχρονα με ισχυρότερο αμερικανικό νόμισμα και υψηλότερα επιτόκια, γεγονός που αυξάνει σημαντικά το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους τους, την ώρα που οι ενεργειακές εισαγωγές γίνονται ακριβότερες.
Παράλληλα, το γεγονός ότι ένας πρόεδρος της Fed που προτάθηκε από τον Donald Trump ακολουθεί πολιτική αντίθετη από τη δημόσια επιθυμία του Λευκού Οίκου για χαμηλότερα επιτόκια, εκλαμβάνεται από τις αγορές ως ένδειξη ότι η Fed επιδιώκει να διατηρήσει την εικόνα ανεξαρτησίας της.

Γιατί ανεβαίνουν μαζί δολάριο και χρυσός

Εδώ βρίσκεται και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της αγοράς.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, μια πιο επιθετική Fed θα ενίσχυε το δολάριο και θα ασκούσε πιέσεις στον χρυσό, ο οποίος δεν προσφέρει απόδοση.
Ωστόσο, σήμερα και τα δύο περιουσιακά στοιχεία κινούνται ανοδικά.
Αυτό δεν αποτελεί αντίφαση αλλά αντανάκλαση δύο διαφορετικών στρατηγικών αντιστάθμισης κινδύνου.
Οι traders συναλλάγματος προεξοφλούν τη βραχυπρόθεσμη αποφασιστικότητα της Fed να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό. Την ίδια στιγμή, οι κεντρικές τράπεζες, οι οποίες αγοράζουν χρυσό με ρυθμούς που δεν έχουν καταγραφεί εδώ και δεκαετίες, προστατεύονται απέναντι σε έναν πιο μακροπρόθεσμο κίνδυνο: την αμφιβολία ότι οποιοδήποτε κρατικό νόμισμα, ακόμη και το δολάριο, μπορεί να διατηρήσει επ’ αόριστον τον ρόλο του ως παγκόσμιο αποθεματικό μέσο αποθήκευσης αξίας.

Τα stablecoins και το νέο ρίσκο για το αμερικανικό χρέος

Τα stablecoins περιπλέκουν ακόμη περισσότερο την εικόνα.
Οι εταιρείες Tether και Circle κατέχουν πλέον αμερικανικά κρατικά ομόλογα αξίας άνω των 250 δισ. δολαρίων, ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που διακρατούν οι περισσότερες χώρες της G20.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Scott Bessent θεωρεί ότι πρόκειται για μια «διαρθρωτική πηγή ζήτησης» για το αμερικανικό χρέος, η οποία επεκτείνει την επιρροή του δολαρίου μέσω των δικτύων κρυπτονομισμάτων.
Από την άλλη πλευρά, ο καθηγητής του Harvard Kenneth Rogoff εκτιμά ότι το φαινόμενο αυτό δημιουργεί έναν νέο κίνδυνο συγκέντρωσης, καθώς δύο ιδιωτικές εταιρείες αποκτούν υπερβολικά σημαντικό ρόλο στη ζήτηση αμερικανικού χρέους.
Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ απολαμβάνουν φθηνότερη χρηματοδότηση όσο οι δύο εταιρείες συνεχίζουν να αγοράζουν ομόλογα. Το ερώτημα είναι τι θα συμβεί εάν κάποια στιγμή σταματήσουν.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης