Την ώρα που οι διεθνείς αγορές εμπορευμάτων καταγράφουν σαφή αποκλιμάκωση στις τιμές βασικών αγροτικών πρώτων υλών, η ελληνική αγορά συνεχίζει να κινείται σε ρυθμούς ακρίβειας.
Ζάχαρη, καφές και κακάο, προϊόντα που αποτελούν θεμέλιο για μια τεράστια γκάμα τροφίμων και ροφημάτων, εμφανίζουν αισθητή πτώση στις αγορές.
Κι όμως, στα ράφια των σούπερ μάρκετ, οι τιμές παραμένουν υψηλές, με ελάχιστες και προσωρινές μόνο διορθώσεις.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο: γιατί η πτώση των διεθνών τιμών δεν φτάνει ποτέ στον καταναλωτή;
Και κυρίως, τι σημαίνει αυτή η στρέβλωση για τον αγροτικό κόσμο;
Η διεθνής τιμή της ζάχαρης έχει κινηθεί σε χαμηλά πενταετίας, μετά από περίοδο έντονης μεταβλητότητας.
Η αυξημένη παραγωγή σε μεγάλες χώρες - παραγωγούς, όπως η Βραζιλία και η Ινδία, σε συνδυασμό με βελτιωμένες καιρικές συνθήκες και ενίσχυση της προσφοράς, οδήγησαν σε σημαντική αποκλιμάκωση.
Στο κακάο, μετά το εκρηκτικό ράλι που σημειώθηκε το 2024 λόγω προβλημάτων παραγωγής στη Δυτική Αφρική, οι τιμές έχουν διορθώσει σε χαμηλότερα επίπεδα, καθώς η αγορά προσαρμόστηκε και η παραγωγή σταδιακά αποκαταστάθηκε.
Αντίστοιχα, στον καφέ, οι προβλέψεις για αυξημένη σοδειά στη Βραζιλία – τη μεγαλύτερη παραγωγό χώρα παγκοσμίως – δημιούργησαν προσδοκίες επάρκειας, πιέζοντας τις διεθνείς τιμές προς τα κάτω.
Σε μια ομαλά λειτουργούσα αγορά, οι μειώσεις αυτές θα έπρεπε να μεταφέρονται σταδιακά στην τελική τιμή πώλησης.
Ωστόσο, στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η αποκλιμάκωση φαίνεται να «χάνεται» κάπου στη διαδρομή από το χρηματιστήριο εμπορευμάτων μέχρι το ράφι.
Οι βιομηχανίες τροφίμων επικαλούνται αυξημένα λειτουργικά κόστη, μεταφορικά, ενέργεια και συσκευασία.
Οι αλυσίδες λιανικής προβάλλουν την ανάγκη διαχείρισης αποθεμάτων που αγοράστηκαν σε υψηλότερες τιμές.
Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά όπου οι τιμές ανεβαίνουν άμεσα όταν υπάρχει διεθνής αναταραχή, αλλά μειώνονται με αργό ρυθμό όταν οι συνθήκες ομαλοποιούνται.
Η ελληνική αγροδιατροφική αλυσίδα χαρακτηρίζεται από συγκέντρωση ισχύος σε λίγους μεγάλους παίκτες, ιδιαίτερα στο στάδιο της λιανικής.
Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα των παραγωγών να διαπραγματευτούν καλύτερους όρους και ενισχύει τις πιέσεις προς τα κάτω στις τιμές παραγωγού.
Όταν οι διεθνείς τιμές ανεβαίνουν, η μετακύλιση προς τον παραγωγό είναι άμεση, με αυξήσεις στο κόστος εφοδίων και συχνά με πιέσεις για χαμηλότερες τιμές αγοράς.
Όταν όμως οι διεθνείς τιμές υποχωρούν, τα οφέλη δεν μεταφέρονται αναλογικά.
Η διατήρηση υψηλών τιμών στο ράφι, παρά τη διεθνή αποκλιμάκωση, έχει και ευρύτερες συνέπειες.
Η καταναλωτική ζήτηση επηρεάζεται, ιδίως σε προϊόντα που θεωρούνται μη απολύτως απαραίτητα.
Η μείωση της κατανάλωσης μπορεί να έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις στη μεταποίηση και, τελικά, στον ίδιο τον πρωτογενή τομέα.
Σε ένα περιβάλλον μειωμένης αγοραστικής δύναμης, η στασιμότητα ή η αύξηση των τιμών περιορίζει την κυκλοφορία χρήματος στην πραγματική οικονομία.
Εάν το κράτος δεν παρέμβει ουσιαστικά οι τιμές δεν θα αποκλιμακωθούν.
Η αβεβαιότητα εντείνεται
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τα προϊόντα που δεν παράγονται ευρέως στην Ελλάδα, όπως το κακάο ή ο καφές.
Αφορά συνολικά τη λειτουργία της αγοράς αγροτικών προϊόντων.
Αν η πτώση των διεθνών τιμών δεν μεταφέρεται ομαλά στον καταναλωτή, τότε δημιουργείται ένα προηγούμενο που επηρεάζει και τα εγχώρια προϊόντα.
Η έλλειψη διαφάνειας και η άνιση κατανομή της προστιθέμενης αξίας λειτουργούν αποτρεπτικά για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής.
Η ανάγκη για ουσιαστική εποπτεία της αγοράς και ενίσχυση της διαφάνειας είναι προφανής.
Μηχανισμοί παρακολούθησης των τιμών από το χωράφι έως το ράφι, ενίσχυση των συλλογικών σχημάτων παραγωγών και αυστηροί έλεγχοι για φαινόμενα αθέμιτων πρακτικών μπορούν να συμβάλουν στην εξισορρόπηση της κατάστασης.
Ταυτόχρονα, η στήριξη του κόστους παραγωγής, ιδίως στην ενέργεια, παραμένει κρίσιμη για τη βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα.
Σε μια περίοδο όπου η επισιτιστική ασφάλεια επανέρχεται στο προσκήνιο ως στρατηγική προτεραιότητα για την Ευρώπη, η ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά.
Η διατήρηση ενός βιώσιμου και ανταγωνιστικού πρωτογενούς τομέα απαιτεί ισορροπία στην αλυσίδα αξίας και δίκαιη κατανομή των ωφελειών και των βαρών.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών