(upd 3) Οι δηλώσεις του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Abbas Araghchi ότι οι συνομιλίες με τις ΗΠΑ την Παρασκευή (6/2/2026) ήταν «ένα καλό ξεκίνημα» μπορεί να ακούγονται μετριοπαθείς, όμως πίσω από αυτή τη φράση κρύβεται ένα από τα πιο επικίνδυνα και περίπλοκα γεωπολιτικά παζάρια της σύγχρονης Μέσης Ανατολής.
Ένα παζάρι στο οποίο και οι δύο πλευρές προετοιμάζονται για πόλεμο, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν απεγνωσμένα να τον αποφύγουν.
«Οι απόψεις μας μεταφέρθηκαν εκατέρωθεν, και αυτό ήταν πολύ σημαντικό», δήλωσε ο Araghchi προσθέτοντας ότι εκφράστηκαν τόσο οι ανησυχίες όσο και τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του ιρανικού λαού, μέσα σε μια «πολύ καλή ατμόσφαιρα».
Πρόκειται για λόγια προσεκτικά επιλεγμένα: αρκετά αισιόδοξα ώστε να αφήνουν περιθώριο συνέχισης των συνομιλιών, αλλά αρκετά επιφυλακτικά ώστε να μη δημιουργούν την εντύπωση υποχώρησης.
Ωστόσο στη συνέχεια ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν δήλωσε πως η ιρανική αντιπροσωπεία στο Ομάν τόνισε ότι οποιεσδήποτε συνομιλίες για τα πυρηνικά πρέπει να πραγματοποιηθούν «χωρίς απειλές». «Προϋπόθεση για οποιονδήποτε διάλογο είναι η αποχή από απειλές και πιέσεις», σημείωσε ο Araghchi.
«Θέσαμε αυτό το σημείο με σαφήνεια σήμερα και αναμένουμε να τηρηθεί προκειμένου να επιτραπεί η συνέχιση των συνομιλιών», πρόσθεσε.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως μέχρι στιγμής δεν υπάρχει δημόσια τοποθέτηση από την αμερικανική πλευρά για την έκβαση των συνομιλιών.
Έμμεσες συνομιλίες και συγκρατημένη αισιοδοξία
Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι αυτές οι συνομιλίες δεν διεξήχθησαν πρόσωπο με πρόσωπο.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν λειτούργησε ως διαμεσολαβητής, μεταφέροντας μηνύματα μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτον.
Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι υπήρξε και δεύτερη, μακρά συνάντηση θεωρείται στο Ιράν θετικό σημάδι.
Η λογική είναι απλή: αν υπήρχε πλήρες αδιέξοδο, δεν θα υπήρχε λόγος συνέχειας.
Ωστόσο, αυτή η συγκρατημένη αισιοδοξία δεν αναιρεί τις βαθιές και ουσιαστικές διαφωνίες.
Η Τεχεράνη επιμένει ότι οι συνομιλίες πρέπει να περιοριστούν αποκλειστικά στο πυρηνικό της πρόγραμμα.
Το Ιράν δηλώνει αμετακίνητο στο δικαίωμά του για εμπλουτισμό ουρανίου εντός της επικράτειάς του και απορρίπτει κατηγορηματικά οποιαδήποτε μεταφορά εμπλουτισμένου ουρανίου πέραν των 400 κιλών.
Αντίθετα, οι ΗΠΑ πιέζουν για ένα «ευρύτερο πακέτο» που θα περιλαμβάνει το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα, τις ενεργειακές εξαγωγές προς την Κίνα και τις σχέσεις της Τεχεράνης με περιφερειακούς συμμάχους.
Για το Ιράν, όλα αυτά θεωρούνται απολύτως εκτός διαπραγμάτευσης.
Very serious talks mediating between Iran and the US in Muscat today.
— Badr Albusaidi - بدر البوسعيدي (@badralbusaidi) February 6, 2026
It was useful to clarify both Iranian and American thinking and identify areas for possible progress. We aim to reconvene in due course, with the results to be considered carefully in Tehran and Washington. pic.twitter.com/OWctzf2CXA
Διπλωματία υπό τη σκιά στρατιωτικής κλιμάκωσης
Ο Abas Aslani, ανώτερος ερευνητής στο Κέντρο Στρατηγικών Μελετών Μέσης Ανατολής στην Τεχεράνη, επισημαίνει ότι και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν έναν κοινό, ζοφερό κίνδυνο: χωρίς διπλωματική εμπλοκή, η στρατιωτική κλιμάκωση —στην περιοχή είναι πιθανή.
Όπως τόνισε στο παρελθόν η κυβέρνηση Trump συζητούσε ανοιχτά τη στρατιωτική ενίσχυση και την ανάπτυξη δυνάμεων στην περιοχή.
Πλέον, και από την ιρανική πλευρά ακούγονται προειδοποιήσεις ότι η απουσία συμφωνίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε πόλεμο.
Ιρανοί αξιωματούχοι, ακόμη και στο ανώτατο επίπεδο, έχουν δηλώσει ότι μια ενδεχόμενη σύγκρουση δεν θα περιοριστεί, αλλά θα μετατραπεί σε περιφερειακή πυρκαγιά.
Όπως λέει ο Aslani πρόκειται ουσιαστικά για μια «μάχη αποτροπής» μεταξύ δύο πλευρών που επιδεικνύουν ισχύ, ελπίζοντας ότι η άλλη θα υποχωρήσει πρώτη.

«Προετοιμάζονται για πόλεμο, αλλά δεν θέλουν πόλεμο»
Η εικόνα αυτή συμπυκνώνεται εύστοχα στη φράση του αναλυτή Vali Nasr: «Και το Ιράν και οι ΗΠΑ προετοιμάζονται για πόλεμο, αλλά δεν θέλουν να πάνε σε πόλεμο».
Παρά τις απειλές της Ουάσινγκτον μετά τη φονική καταστολή των διαδηλώσεων στο Ιράν, οι πράξεις της αμερικανικής κυβέρνησης δείχνουν μια σαφή προτίμηση στη διπλωματία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το περιστατικό πριν από δύο εβδομάδες, όταν υπήρχε διάχυτη προσδοκία αμερικανικής επίθεσης — σε τέτοιο βαθμό που το Ιράν έκλεισε τον εναέριο χώρο του.
Τελικά, η επίθεση δεν ήρθε.
Αντίθετα, η Ουάσινγκτον άρχισε διαβουλεύσεις με περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Ομάν και η Αίγυπτος, επιχειρώντας να διαμορφώσει ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης.

Ο ρόλος των περιφερειακών δυνάμεων και το Ομάν
Το επόμενο κεφάλαιο αυτής της μακράς και προβληματικής ιστορίας άνοιξε στο Ομάν, όπου ο Araghchi και ο ειδικός απεσταλμένος του Trump Steve Witkoff είχαν συνάντηση με ενδιάμεσους με στόχο την αποτροπή ενός πολέμου. Αρχικά, οι συνομιλίες είχαν σχεδιαστεί ως πολυμερές φόρουμ στην Κωνσταντινούπολη, με τη συμμετοχή της Τουρκίας, του Κατάρ, του Ομάν και της Σαουδικής Αραβίας.
Το Ιράν, ωστόσο, επέμεινε —και πέτυχε— τη μετατροπή τους σε διμερείς συνομιλίες με αποκλειστικό αντικείμενο το πυρηνικό ζήτημα.
Η αμερικανική αποδοχή αυτής της αλλαγής δείχνει τη σημαντική επιρροή που ασκούν περιφερειακοί σύμμαχοι της Ουάσινγκτον.
Οι χώρες αυτές φοβούνται τις συνέπειες ενός πολέμου: το κλείσιμο των Στενών του Hormuz αντίποινα σε βάσεις που φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις και το γενικευμένο χάος που θα προκαλούσε η αποσταθεροποίηση του Ιράν.

Το όριο της περιφερειακής πίεσης και η «αντίσταση» της Τεχεράνης - Ιράν: Δεν συνθηκολογούμε
Ωστόσο, αυτή η περιφερειακή μόχλευση έχει όρια.
Μπορεί να έχει φέρει τις δύο πλευρές στο τραπέζι, αλλά δεν μπορεί να επιβάλει μια συμφωνία που καμία δεν θεωρεί αποδεκτή.
Η επιμονή του Ιράν να ελέγχει τον τόπο, τη μορφή και την ατζέντα των συνομιλιών έστειλε ένα σαφές μήνυμα: η Τεχεράνη δεν προσέρχεται για να συνθηκολογήσει, αλλά για να διαπραγματευτεί από θέση αντίστασης.
Αυτό οδηγεί σε μια θεμελιώδη σύγκρουση.
Ο Donald Trump έχοντας μιλήσει για «αρμάδα» στον Περσικό Κόλπο, χρειάζεται μια γρήγορη και ηχηρή νίκη — στρατιωτική ή διπλωματική.
Το Ιράν, όμως, δεν προσφέρει την άνευ όρων παράδοση που θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως τέτοια νίκη.
Μια στρατιωτική επίθεση θα ήταν επικίνδυνη, απρόβλεπτη και πιθανότατα παρατεταμένη, με αμερικανικές απώλειες.

Το πυρηνικό ζήτημα και οι πραγματικές κόκκινες γραμμές
Η ειρωνεία είναι ότι, εάν η κόκκινη γραμμή των ΗΠΑ είναι όντως η απόκτηση πυρηνικού όπλου από το Ιράν, τότε η Ουάσινγκτον «σπρώχνει μια ανοιχτή πόρτα».
Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν επιδιώκουν την οπλοποίηση του πυρηνικού τους προγράμματα.
Ακόμη και μετά τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα σε Fordow και Natanz, η Τεχεράνη επιμένει στη διαπραγμάτευση.
Αν οι ΗΠΑ θέλουν να μετατρέψουν το «καμία οπλοποίηση» σε «κανένας εμπλουτισμός», θα πρέπει να προσφέρουν άμεση και ουσιαστική άρση κυρώσεων.
Μια τέτοια πρόταση θα έθετε την ιρανική ηγεσία μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: οικονομική ανάσα εν μέσω εσωτερικής αναταραχής, με αντάλλαγμα την εγκατάλειψη ενός δικαιώματος που αυτή τη στιγμή είναι σε μεγάλο βαθμό θεωρητικό.

Ισραήλ, πύραυλοι και το πραγματικό διακύβευμα
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι τεχνικό αλλά πολιτικό.
Για το Ισραήλ, το ζήτημα του Ιράν δεν αφορά μόνο τα πυρηνικά.
Αφορά τη συνολική ισορροπία ισχύος στην περιοχή.
Οι βαλλιστικοί πύραυλοι αποτελούν για την Τεχεράνη τον τελευταίο αξιόπιστο αποτρεπτικό μηχανισμό απέναντι στην ισραηλινή στρατιωτική υπεροχή.
Για το Ιράν, δεν είναι διαπραγματεύσιμο χαρτί, αλλά θεμέλιο της εθνικής του άμυνας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τεχεράνη δεν πρέπει να μιλήσει γι’ αυτό το ζήτημα.
Η συζήτηση δεν ισοδυναμεί με παραχώρηση.
Μπορεί, τουλάχιστον, να λειτουργήσει ως δίαυλος για την απευθείας μεταφορά στρατηγικών ανησυχιών προς την Ουάσινγκτον.
Ένα τελευταίο παράθυρο πριν την καταστροφή
Αν ο επόμενος γύρος συνομιλιών αποτύχει, οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές: περιφερειακός πόλεμος, αμερικανικές απώλειες και σοβαρό πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία.
Για να αποφευχθεί αυτό το σενάριο, ο καλείται να ακούσει όχι την κυβέρνηση του Ισραήλ, αλλά τους περιφερειακούς εταίρους του — το Κατάρ, το Ομάν, τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και την Αίγυπτο — που ζητούν πραγματική διπλωματία και όχι μια προσχηματική διαδικασία που οδηγεί στον πόλεμο.
Η ιστορία δείχνει ότι, σε αυτή τη σύγκρουση, η διπλωματία δεν είναι αδυναμία.
Είναι η τελευταία γραμμή άμυνας πριν από το χάος.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών