Οι ΗΠΑ δεν θέλουν πλέον μόνο να εμποδίσουν τις αμερικανικές επιχειρήσεις να συναλλάσσονται με το Ιράν - Θέλουν να υποχρεώσουν και τον υπόλοιπο κόσμο να ακολουθήσει την αμερικανική πολιτική
Η νέα εκστρατεία του Αμερικανού προέδρου Donald Trump εναντίον του Ιράν δεν περιορίζεται πλέον στην Τεχεράνη.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να μετατρέψει την οικονομική απομόνωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας σε διεθνή υποχρέωση, προειδοποιώντας ότι κράτη, επιχειρήσεις, τράπεζες και εμπορικά δίκτυα που θα συνεχίσουν να συνεργάζονται με το Ιράν μπορούν να βρεθούν αντιμέτωπα με αμερικανικές κυρώσεις.
Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε τη νέα φάση ως «ECONOMIC D-DAY», υποσχόμενος τη «σκληρότερη οικονομική επιχείρηση» που έχει εφαρμοστεί ποτέ εναντίον χώρας.
Στο στόχαστρο έβαλε το λαθρεμπόριο πετρελαίου, τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος, τις μεταφορές χρημάτων, τις εταιρείες-βιτρίνες και τα δίκτυα πλοίων που επιτρέπουν στην Τεχεράνη να συνεχίζει να εμπορεύεται παρά τις κυρώσεις. Παράλληλα προειδοποίησε ότι συνέπειες θα αντιμετωπίσουν και τρίτες χώρες που διευκολύνουν αυτές τις δραστηριότητες.
Πίσω από την πολεμική ρητορική υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη στρατηγική: οι ΗΠΑ δεν θέλουν πλέον μόνο να εμποδίσουν τις αμερικανικές επιχειρήσεις να συναλλάσσονται με το Ιράν. Θέλουν να υποχρεώσουν και τον υπόλοιπο κόσμο να ακολουθήσει την αμερικανική πολιτική.
Και εκεί βρίσκεται το πραγματικό μέγεθος της σύγκρουσης.

Από τις κυρώσεις στον οικονομικό καταναγκασμό
Οι αμερικανικές κυρώσεις κατά του Ιράν δεν αποτελούν καινούργιο φαινόμενο.
Ξεκίνησαν μετά την κρίση των ομήρων το 1979, ενώ τις επόμενες δεκαετίες επεκτάθηκαν στο πετρέλαιο, στο τραπεζικό σύστημα, στις επενδύσεις, στη ναυτιλία και σε μεγάλο μέρος της ιρανικής οικονομίας.
Το 1995 η κυβέρνηση Clinton επέβαλε εκτεταμένους περιορισμούς στον πετρελαϊκό τομέα, ενώ μετά την αποχώρηση του Donald Trump από τη συμφωνία JCPOA το 2018 επανήλθε η πολιτική της «μέγιστης πίεσης».
Η διαφορά σήμερα είναι η κλίμακα.
Η αμερικανική κυβέρνηση δεν αρκείται στην απαγόρευση πρόσβασης του Ιράν στο δικό της χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Χρησιμοποιεί την ισχύ του δολαρίου, την πρόσβαση στις αμερικανικές τράπεζες και το μέγεθος της αμερικανικής αγοράς ώστε να επιβάλει ένα δίλημμα σε τρίτες χώρες:
ή συναλλάσσεστε με το Ιράν ή διατηρείτε ελεύθερη πρόσβαση στις ΗΠΑ.
Αυτό είναι το πραγματικό όπλο των λεγόμενων δευτερογενών κυρώσεων.
Και από την πλευρά των επικριτών της Ουάσιγκτον πρόκειται για μια μορφή εξωεδαφικής οικονομικής εξουσίας: αμερικανικοί νόμοι αποκτούν στην πράξη διεθνή εφαρμογή επειδή καμία μεγάλη τράπεζα ή πολυεθνική εταιρεία δεν μπορεί εύκολα να διακινδυνεύσει τον αποκλεισμό της από το δολάριο.

Το πραγματικό μήνυμα - τελεσίγραφο απευθύνεται στο Πεκίνο
Η μεγαλύτερη δοκιμασία δεν είναι όμως το Ιράν.
Είναι η Κίνα.
Εδώ και χρόνια, το Πεκίνο αποτελεί τον σημαντικότερο προορισμό του ιρανικού πετρελαίου.
Έκθεση του αμερικανικού Κογκρέσου σημείωνε ότι από το 2021 σχεδόν το σύνολο των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου κατέληγε στην Κίνα μέσω περίπλοκων εμπορικών και ναυτιλιακών μηχανισμών.
Παράλληλα, ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια, τα γνωστά «teapots», έχουν γίνει κεντρικός κρίκος του συστήματος.
Η κυβέρνηση Trump εξετάζει ακόμη αυστηρότερες κυρώσεις εναντίον τέτοιων εταιρειών και ενδεχομένως τραπεζών που διεκπεραιώνουν συναλλαγές, γνωρίζοντας όμως ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να προκαλέσει ευθεία οικονομική σύγκρουση με το Πεκίνο.
Το timing δεν είναι τυχαίο.
Ο Xi Jinping αναμένεται στις ΗΠΑ στις 24 Σεπτεμβρίου για συνάντηση με τον Donald Trump.
Έτσι η «Economic D-Day» είναι ταυτόχρονα μήνυμα προς την Τεχεράνη και προειδοποίηση προς το Πεκίνο: η Ουάσιγκτον θέλει η Κίνα να επιλέξει ανάμεσα στη στρατηγική της σχέση με το Ιράν και στο κόστος μιας νέας σύγκρουσης με τις ΗΠΑ.
Αυτό όμως δημιουργεί ένα ακόμη ερώτημα: με ποιο δικαίωμα η Ουάσιγκτον αποφασίζει από ποιον θα αγοράζει πετρέλαιο η Κίνα;
Οι ΗΠΑ μπορούν να απαγορεύσουν συναλλαγές εντός της δικής τους επικράτειας.
Μπορούν να απαγορεύσουν στις δικές τους εταιρείες να αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο.
Πολύ διαφορετικό όμως είναι να απειλούν ξένες επιχειρήσεις επειδή πραγματοποιούν συναλλαγές μεταξύ δύο τρίτων κρατών.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και ο κρίσιμος ρόλος του Dubai
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο βρίσκεται στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Το Dubai αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς, χρηματοπιστωτικούς και διαμετακομιστικούς κόμβους για το Ιράν.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει ήδη εντοπίσει δεκάδες εταιρείες-βιτρίνες και ανταλλακτήρια στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα που, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, βοηθούν ιρανικές επιχειρήσεις και τράπεζες να παρακάμπτουν τις κυρώσεις.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν στις 18 Αυγούστου αναστολή των εμπορικών και χρηματοπιστωτικών συναλλαγών με το Ιράν, μετά την κατηγορία ότι ιρανικοί πύραυλοι είχαν κινηθεί προς την επικράτειά τους – ισχυρισμό που η Τεχεράνη αρνήθηκε.
Η εξέλιξη εξυπηρετεί αντικειμενικά την αμερικανική στρατηγική, αλλά δημιουργεί σοβαρό δίλημμα για τα Εμιράτα.
Για να κλείσει πραγματικά το δίκτυο του Ιράν, οι αρχές θα πρέπει να ελέγχουν χιλιάδες εμπορικές εταιρείες, λογαριασμούς, ανταλλακτήρια, ναυτιλιακά σχήματα και πραγματικούς δικαιούχους.
Όσο βαθύτερα προχωρήσει αυτή η διαδικασία, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να πληγεί το ίδιο το μοντέλο του Dubai ως ελεύθερου διεθνούς εμπορικού κέντρου.
Η Ουάσιγκτον, δηλαδή, ζητά από τους συμμάχους της να πληρώσουν μέρος του οικονομικού κόστους της δικής της στρατηγικής.

Μια πολιτική που έχει ήδη αποτύχει να «στραγγαλίσει» το Ιράν
Το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Donald Trump είναι ότι η προηγούμενη εφαρμογή της «μέγιστης πίεσης» δεν πέτυχε τον τελικό της στόχο.
Πράγματι, μετά το 2018 οι ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου κατέρρευσαν προσωρινά. Όμως από το 2021 άρχισαν να ανακάμπτουν.
Μελέτη του Stanford Iran 2040 Project αποφαίνεται ότι μέχρι το 2024 οι συνολικές εξαγωγές πετρελαίου και μη πετρελαϊκών προϊόντων του Ιράν είχαν ξεπεράσει επίπεδα που είχαν καταγραφεί στην εποχή εφαρμογής της JCPOA, με την τάση να συνεχίζεται και το 2025.
Το αποτέλεσμα ήταν ένας ιδιότυπος οικονομικός ανταρτοπόλεμος.
Κάθε φορά που η Ουάσιγκτον εντοπίζει μια εταιρεία, εμφανίζεται άλλη.
Κάθε φορά που ένα πλοίο μπαίνει σε λίστα κυρώσεων, το φορτίο μεταφέρεται μέσω νέου ιδιοκτησιακού σχήματος.
Κάθε φορά που κλείνει μία χρηματοπιστωτική διαδρομή, δημιουργούνται νέοι μεσάζοντες.
Ακόμη και το Reuters περιέγραψε την αμερικανική τακτική ως ένα οικονομικό «whack-a-mole»: συνεχή καταδίωξη δικτύων που αντικαθίστανται με άλλα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυρώσεις δεν πονάνε το Ιράν.
Πονάνε – και πολύ.
Το ερώτημα είναι ποιον πονάνε περισσότερο.

Η οικονομική ασφυξία δεν πλήττει μόνο την κυβέρνηση
Η Τεχεράνη αντιμετωπίζει βαθιά οικονομική κρίση.
Τον Ιούλιο ο πληθωρισμός είχε φθάσει περίπου στο 66%, ενώ οι τιμές των τροφίμων αυξάνονταν με ακόμη ταχύτερους ρυθμούς.
Η πολεμική σύγκρουση, οι κυρώσεις και οι περιορισμοί στις εξαγωγές έχουν επιδεινώσει δραματικά την κατάσταση.
Αλλά αυτά τα μεγέθη δεν είναι αφηρημένα.
Σημαίνουν ακριβότερο ψωμί, φάρμακα, μεταφορές και στέγαση για εκατομμύρια ανθρώπους.
Η επίσημη αμερικανική θέση είναι ότι υπάρχουν εξαιρέσεις για τρόφιμα, φάρμακα και ανθρωπιστικά αγαθά. Όμως σε μια οικονομία που αποκόπτεται από τράπεζες, συνάλλαγμα, ασφαλιστικές εταιρείες και διεθνείς μεταφορές, η διάκριση ανάμεσα στο «στοχεύουμε την κυβέρνηση» και στο «καταρρέει η οικονομία της κοινωνίας» γίνεται συχνά θεωρητική.
Γι' αυτό και ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Abbas Araghchi χαρακτήρισε τις νέες απειλές «οικονομική τρομοκρατία», κατηγορώντας τον Donald Trump ότι επιχειρεί ταυτόχρονα να αποσπάσει την προσοχή από τα εσωτερικά προβλήματα των ΗΠΑ.
Μπορεί κανείς να απορρίψει τη γλώσσα της Τεχεράνης.
Είναι όμως δυσκολότερο να αγνοήσει ότι η Ουάσιγκτον δηλώνει πλέον ανοιχτά πως στόχος της είναι να προκαλέσει τη μέγιστη δυνατή οικονομική πίεση.

Και ποιος κερδίζει από την κρίση;
Υπάρχει επίσης μια ειρωνεία που σπάνια βρίσκεται στο επίκεντρο της αμερικανικής ρητορικής.
Καθώς ο πόλεμος και το αδιέξοδο στα Στενά του Hormuz έχουν περιορίσει την πρόσβαση της Ασίας σε πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής, ασιατικά διυλιστήρια στρέφονται όλο και περισσότερο σε αμερικανικό αργό. Τον Ιούλιο οι εξαγωγές αμερικανικού πετρελαίου προς την Ασία έφθασαν σε επίπεδα-ρεκόρ, ενώ αμερικανικά διυλιστήρια επωφελούνται από τη διεθνή αναστάτωση και τις υψηλότερες τιμές.
Η Ουάσιγκτον λοιπόν εμφανίζεται ως ο αρχιτέκτονας των κυρώσεων, ως στρατιωτικός παράγοντας της κρίσης και ταυτόχρονα ως προμηθευτής που κερδίζει νέες αγορές από τη διατάραξη των παλαιών ενεργειακών διαδρομών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος σχεδιάστηκε για να πουλήσουν οι ΗΠΑ περισσότερο πετρέλαιο.
Σημαίνει όμως ότι η οικονομική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από το ηθικό αφήγημα του Λευκού Οίκου.
Η «Economic D-Day» μπορεί τελικά να χτυπήσει την ίδια την αμερικανική ισχύ
Η Ουάσιγκτον διαθέτει ένα πανίσχυρο όπλο: το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα εξακολουθεί να εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από το δολάριο και τις αμερικανικές τράπεζες.
Ακριβώς όμως επειδή αυτό το όπλο είναι τόσο ισχυρό, η υπερβολική χρήση του δημιουργεί κίνητρα στις άλλες μεγάλες δυνάμεις να αναζητούν εναλλακτικές.
Η Κίνα έχει κάθε λόγο να αναπτύσσει μηχανισμούς πληρωμών και εμπορίου που μειώνουν την έκθεσή της στις αμερικανικές κυρώσεις.
Το ίδιο ισχύει για οποιαδήποτε χώρα βλέπει ότι μια πολιτική διαφωνία με την Ουάσιγκτον μπορεί κάποια στιγμή να μετατραπεί σε αποκλεισμό από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Και εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο στρατηγικό ρίσκο της πολιτικής Trump.
Οι ΗΠΑ μπορούν να κάνουν τη χρήση του δολαρίου όπλο.
Δεν μπορούν όμως να απαιτούν ταυτόχρονα από τον υπόλοιπο κόσμο να ξεχάσει ότι είναι όπλο.
Η «Economic D-Day» μπορεί να τραυματίσει σοβαρά την Τεχεράνη.
Μπορεί να δυσκολέψει το ιρανικό εμπόριο, να αποκόψει εταιρείες και να αυξήσει το κόστος των εξαγωγών.
Αλλά η πραγματική φιλοδοξία της Ουάσιγκτον είναι πολύ μεγαλύτερη: να αποφασίζει όχι μόνο με ποιον συναλλάσσονται οι Αμερικανοί, αλλά και με ποιον επιτρέπεται να συναλλάσσεται ο υπόλοιπος κόσμος.
Και όσο περισσότερο οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν την οικονομική τους υπεροχή ως μέσο εξαναγκασμού τρίτων χωρών, τόσο περισσότερο μετατρέπουν μια εκστρατεία κατά του Ιράν σε κάτι πολύ ευρύτερο:
σε μια μάχη για το εάν η αμερικανική οικονομική νομοθεσία μπορεί να λειτουργεί ως παγκόσμιος νόμος.
Αυτό δεν είναι απλώς «μέγιστη πίεση».
Είναι διεκδίκηση οικονομικής κυριαρχίας πάνω σε κράτη που δεν ψήφισαν ποτέ στο αμερικανικό Κογκρέσο.
www.bankingnews.gr
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να μετατρέψει την οικονομική απομόνωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας σε διεθνή υποχρέωση, προειδοποιώντας ότι κράτη, επιχειρήσεις, τράπεζες και εμπορικά δίκτυα που θα συνεχίσουν να συνεργάζονται με το Ιράν μπορούν να βρεθούν αντιμέτωπα με αμερικανικές κυρώσεις.
Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε τη νέα φάση ως «ECONOMIC D-DAY», υποσχόμενος τη «σκληρότερη οικονομική επιχείρηση» που έχει εφαρμοστεί ποτέ εναντίον χώρας.
Στο στόχαστρο έβαλε το λαθρεμπόριο πετρελαίου, τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος, τις μεταφορές χρημάτων, τις εταιρείες-βιτρίνες και τα δίκτυα πλοίων που επιτρέπουν στην Τεχεράνη να συνεχίζει να εμπορεύεται παρά τις κυρώσεις. Παράλληλα προειδοποίησε ότι συνέπειες θα αντιμετωπίσουν και τρίτες χώρες που διευκολύνουν αυτές τις δραστηριότητες.
Πίσω από την πολεμική ρητορική υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη στρατηγική: οι ΗΠΑ δεν θέλουν πλέον μόνο να εμποδίσουν τις αμερικανικές επιχειρήσεις να συναλλάσσονται με το Ιράν. Θέλουν να υποχρεώσουν και τον υπόλοιπο κόσμο να ακολουθήσει την αμερικανική πολιτική.
Και εκεί βρίσκεται το πραγματικό μέγεθος της σύγκρουσης.

Από τις κυρώσεις στον οικονομικό καταναγκασμό
Οι αμερικανικές κυρώσεις κατά του Ιράν δεν αποτελούν καινούργιο φαινόμενο.
Ξεκίνησαν μετά την κρίση των ομήρων το 1979, ενώ τις επόμενες δεκαετίες επεκτάθηκαν στο πετρέλαιο, στο τραπεζικό σύστημα, στις επενδύσεις, στη ναυτιλία και σε μεγάλο μέρος της ιρανικής οικονομίας.
Το 1995 η κυβέρνηση Clinton επέβαλε εκτεταμένους περιορισμούς στον πετρελαϊκό τομέα, ενώ μετά την αποχώρηση του Donald Trump από τη συμφωνία JCPOA το 2018 επανήλθε η πολιτική της «μέγιστης πίεσης».
Η διαφορά σήμερα είναι η κλίμακα.
Η αμερικανική κυβέρνηση δεν αρκείται στην απαγόρευση πρόσβασης του Ιράν στο δικό της χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Χρησιμοποιεί την ισχύ του δολαρίου, την πρόσβαση στις αμερικανικές τράπεζες και το μέγεθος της αμερικανικής αγοράς ώστε να επιβάλει ένα δίλημμα σε τρίτες χώρες:
ή συναλλάσσεστε με το Ιράν ή διατηρείτε ελεύθερη πρόσβαση στις ΗΠΑ.
Αυτό είναι το πραγματικό όπλο των λεγόμενων δευτερογενών κυρώσεων.
Και από την πλευρά των επικριτών της Ουάσιγκτον πρόκειται για μια μορφή εξωεδαφικής οικονομικής εξουσίας: αμερικανικοί νόμοι αποκτούν στην πράξη διεθνή εφαρμογή επειδή καμία μεγάλη τράπεζα ή πολυεθνική εταιρεία δεν μπορεί εύκολα να διακινδυνεύσει τον αποκλεισμό της από το δολάριο.

Το πραγματικό μήνυμα - τελεσίγραφο απευθύνεται στο Πεκίνο
Η μεγαλύτερη δοκιμασία δεν είναι όμως το Ιράν.
Είναι η Κίνα.
Εδώ και χρόνια, το Πεκίνο αποτελεί τον σημαντικότερο προορισμό του ιρανικού πετρελαίου.
Έκθεση του αμερικανικού Κογκρέσου σημείωνε ότι από το 2021 σχεδόν το σύνολο των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου κατέληγε στην Κίνα μέσω περίπλοκων εμπορικών και ναυτιλιακών μηχανισμών.
Παράλληλα, ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια, τα γνωστά «teapots», έχουν γίνει κεντρικός κρίκος του συστήματος.
Η κυβέρνηση Trump εξετάζει ακόμη αυστηρότερες κυρώσεις εναντίον τέτοιων εταιρειών και ενδεχομένως τραπεζών που διεκπεραιώνουν συναλλαγές, γνωρίζοντας όμως ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να προκαλέσει ευθεία οικονομική σύγκρουση με το Πεκίνο.
Το timing δεν είναι τυχαίο.
Ο Xi Jinping αναμένεται στις ΗΠΑ στις 24 Σεπτεμβρίου για συνάντηση με τον Donald Trump.
Έτσι η «Economic D-Day» είναι ταυτόχρονα μήνυμα προς την Τεχεράνη και προειδοποίηση προς το Πεκίνο: η Ουάσιγκτον θέλει η Κίνα να επιλέξει ανάμεσα στη στρατηγική της σχέση με το Ιράν και στο κόστος μιας νέας σύγκρουσης με τις ΗΠΑ.
Αυτό όμως δημιουργεί ένα ακόμη ερώτημα: με ποιο δικαίωμα η Ουάσιγκτον αποφασίζει από ποιον θα αγοράζει πετρέλαιο η Κίνα;
Οι ΗΠΑ μπορούν να απαγορεύσουν συναλλαγές εντός της δικής τους επικράτειας.
Μπορούν να απαγορεύσουν στις δικές τους εταιρείες να αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο.
Πολύ διαφορετικό όμως είναι να απειλούν ξένες επιχειρήσεις επειδή πραγματοποιούν συναλλαγές μεταξύ δύο τρίτων κρατών.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και ο κρίσιμος ρόλος του Dubai
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο βρίσκεται στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Το Dubai αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς, χρηματοπιστωτικούς και διαμετακομιστικούς κόμβους για το Ιράν.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει ήδη εντοπίσει δεκάδες εταιρείες-βιτρίνες και ανταλλακτήρια στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα που, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, βοηθούν ιρανικές επιχειρήσεις και τράπεζες να παρακάμπτουν τις κυρώσεις.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν στις 18 Αυγούστου αναστολή των εμπορικών και χρηματοπιστωτικών συναλλαγών με το Ιράν, μετά την κατηγορία ότι ιρανικοί πύραυλοι είχαν κινηθεί προς την επικράτειά τους – ισχυρισμό που η Τεχεράνη αρνήθηκε.
Η εξέλιξη εξυπηρετεί αντικειμενικά την αμερικανική στρατηγική, αλλά δημιουργεί σοβαρό δίλημμα για τα Εμιράτα.
Για να κλείσει πραγματικά το δίκτυο του Ιράν, οι αρχές θα πρέπει να ελέγχουν χιλιάδες εμπορικές εταιρείες, λογαριασμούς, ανταλλακτήρια, ναυτιλιακά σχήματα και πραγματικούς δικαιούχους.
Όσο βαθύτερα προχωρήσει αυτή η διαδικασία, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να πληγεί το ίδιο το μοντέλο του Dubai ως ελεύθερου διεθνούς εμπορικού κέντρου.
Η Ουάσιγκτον, δηλαδή, ζητά από τους συμμάχους της να πληρώσουν μέρος του οικονομικού κόστους της δικής της στρατηγικής.

Μια πολιτική που έχει ήδη αποτύχει να «στραγγαλίσει» το Ιράν
Το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Donald Trump είναι ότι η προηγούμενη εφαρμογή της «μέγιστης πίεσης» δεν πέτυχε τον τελικό της στόχο.
Πράγματι, μετά το 2018 οι ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου κατέρρευσαν προσωρινά. Όμως από το 2021 άρχισαν να ανακάμπτουν.
Μελέτη του Stanford Iran 2040 Project αποφαίνεται ότι μέχρι το 2024 οι συνολικές εξαγωγές πετρελαίου και μη πετρελαϊκών προϊόντων του Ιράν είχαν ξεπεράσει επίπεδα που είχαν καταγραφεί στην εποχή εφαρμογής της JCPOA, με την τάση να συνεχίζεται και το 2025.
Το αποτέλεσμα ήταν ένας ιδιότυπος οικονομικός ανταρτοπόλεμος.
Κάθε φορά που η Ουάσιγκτον εντοπίζει μια εταιρεία, εμφανίζεται άλλη.
Κάθε φορά που ένα πλοίο μπαίνει σε λίστα κυρώσεων, το φορτίο μεταφέρεται μέσω νέου ιδιοκτησιακού σχήματος.
Κάθε φορά που κλείνει μία χρηματοπιστωτική διαδρομή, δημιουργούνται νέοι μεσάζοντες.
Ακόμη και το Reuters περιέγραψε την αμερικανική τακτική ως ένα οικονομικό «whack-a-mole»: συνεχή καταδίωξη δικτύων που αντικαθίστανται με άλλα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυρώσεις δεν πονάνε το Ιράν.
Πονάνε – και πολύ.
Το ερώτημα είναι ποιον πονάνε περισσότερο.

Η οικονομική ασφυξία δεν πλήττει μόνο την κυβέρνηση
Η Τεχεράνη αντιμετωπίζει βαθιά οικονομική κρίση.
Τον Ιούλιο ο πληθωρισμός είχε φθάσει περίπου στο 66%, ενώ οι τιμές των τροφίμων αυξάνονταν με ακόμη ταχύτερους ρυθμούς.
Η πολεμική σύγκρουση, οι κυρώσεις και οι περιορισμοί στις εξαγωγές έχουν επιδεινώσει δραματικά την κατάσταση.
Αλλά αυτά τα μεγέθη δεν είναι αφηρημένα.
Σημαίνουν ακριβότερο ψωμί, φάρμακα, μεταφορές και στέγαση για εκατομμύρια ανθρώπους.
Η επίσημη αμερικανική θέση είναι ότι υπάρχουν εξαιρέσεις για τρόφιμα, φάρμακα και ανθρωπιστικά αγαθά. Όμως σε μια οικονομία που αποκόπτεται από τράπεζες, συνάλλαγμα, ασφαλιστικές εταιρείες και διεθνείς μεταφορές, η διάκριση ανάμεσα στο «στοχεύουμε την κυβέρνηση» και στο «καταρρέει η οικονομία της κοινωνίας» γίνεται συχνά θεωρητική.
Γι' αυτό και ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Abbas Araghchi χαρακτήρισε τις νέες απειλές «οικονομική τρομοκρατία», κατηγορώντας τον Donald Trump ότι επιχειρεί ταυτόχρονα να αποσπάσει την προσοχή από τα εσωτερικά προβλήματα των ΗΠΑ.
Μπορεί κανείς να απορρίψει τη γλώσσα της Τεχεράνης.
Είναι όμως δυσκολότερο να αγνοήσει ότι η Ουάσιγκτον δηλώνει πλέον ανοιχτά πως στόχος της είναι να προκαλέσει τη μέγιστη δυνατή οικονομική πίεση.

Και ποιος κερδίζει από την κρίση;
Υπάρχει επίσης μια ειρωνεία που σπάνια βρίσκεται στο επίκεντρο της αμερικανικής ρητορικής.
Καθώς ο πόλεμος και το αδιέξοδο στα Στενά του Hormuz έχουν περιορίσει την πρόσβαση της Ασίας σε πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής, ασιατικά διυλιστήρια στρέφονται όλο και περισσότερο σε αμερικανικό αργό. Τον Ιούλιο οι εξαγωγές αμερικανικού πετρελαίου προς την Ασία έφθασαν σε επίπεδα-ρεκόρ, ενώ αμερικανικά διυλιστήρια επωφελούνται από τη διεθνή αναστάτωση και τις υψηλότερες τιμές.
Η Ουάσιγκτον λοιπόν εμφανίζεται ως ο αρχιτέκτονας των κυρώσεων, ως στρατιωτικός παράγοντας της κρίσης και ταυτόχρονα ως προμηθευτής που κερδίζει νέες αγορές από τη διατάραξη των παλαιών ενεργειακών διαδρομών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος σχεδιάστηκε για να πουλήσουν οι ΗΠΑ περισσότερο πετρέλαιο.
Σημαίνει όμως ότι η οικονομική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από το ηθικό αφήγημα του Λευκού Οίκου.
Η «Economic D-Day» μπορεί τελικά να χτυπήσει την ίδια την αμερικανική ισχύ
Η Ουάσιγκτον διαθέτει ένα πανίσχυρο όπλο: το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα εξακολουθεί να εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από το δολάριο και τις αμερικανικές τράπεζες.
Ακριβώς όμως επειδή αυτό το όπλο είναι τόσο ισχυρό, η υπερβολική χρήση του δημιουργεί κίνητρα στις άλλες μεγάλες δυνάμεις να αναζητούν εναλλακτικές.
Η Κίνα έχει κάθε λόγο να αναπτύσσει μηχανισμούς πληρωμών και εμπορίου που μειώνουν την έκθεσή της στις αμερικανικές κυρώσεις.
Το ίδιο ισχύει για οποιαδήποτε χώρα βλέπει ότι μια πολιτική διαφωνία με την Ουάσιγκτον μπορεί κάποια στιγμή να μετατραπεί σε αποκλεισμό από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Και εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο στρατηγικό ρίσκο της πολιτικής Trump.
Οι ΗΠΑ μπορούν να κάνουν τη χρήση του δολαρίου όπλο.
Δεν μπορούν όμως να απαιτούν ταυτόχρονα από τον υπόλοιπο κόσμο να ξεχάσει ότι είναι όπλο.
Η «Economic D-Day» μπορεί να τραυματίσει σοβαρά την Τεχεράνη.
Μπορεί να δυσκολέψει το ιρανικό εμπόριο, να αποκόψει εταιρείες και να αυξήσει το κόστος των εξαγωγών.
Αλλά η πραγματική φιλοδοξία της Ουάσιγκτον είναι πολύ μεγαλύτερη: να αποφασίζει όχι μόνο με ποιον συναλλάσσονται οι Αμερικανοί, αλλά και με ποιον επιτρέπεται να συναλλάσσεται ο υπόλοιπος κόσμος.
Και όσο περισσότερο οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν την οικονομική τους υπεροχή ως μέσο εξαναγκασμού τρίτων χωρών, τόσο περισσότερο μετατρέπουν μια εκστρατεία κατά του Ιράν σε κάτι πολύ ευρύτερο:
σε μια μάχη για το εάν η αμερικανική οικονομική νομοθεσία μπορεί να λειτουργεί ως παγκόσμιος νόμος.
Αυτό δεν είναι απλώς «μέγιστη πίεση».
Είναι διεκδίκηση οικονομικής κυριαρχίας πάνω σε κράτη που δεν ψήφισαν ποτέ στο αμερικανικό Κογκρέσο.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών