Γαλλία και Ιταλία βρίσκονται ξανά στο μικροσκόπιο των επενδυτών, καθώς το κόστος δανεισμού αυξάνεται και τα δημόσια χρέη παραμένουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα
O εφιάλτης της κρίσης χρέους επιστρέφει στις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων.
Όχι με τη μορφή της δραματικής κρίσης του 2010-2012 και της απειλής διάλυσης της ευρωζώνης, αλλά μέσα από έναν διαφορετικό μηχανισμό: υψηλότερα επιτόκια, ακριβότερη εξυπηρέτηση του χρέους, χαμηλή ανάπτυξη και ολοένα μεγαλύτερη δυσκολία των κυβερνήσεων να πείσουν τους επενδυτές ότι μπορούν να σταθεροποιήσουν τα δημόσια οικονομικά τους.
Στο επίκεντρο βρίσκονται πλέον δύο από τις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης, η Γαλλία και η Ιταλία.
Η Γαλλία αποτελεί σήμερα το πιο έντονο παράδειγμα.
Το γαλλικό υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι το δημόσιο χρέος θα εκτιναχθεί στο 119,3% του ΑΕΠ το 2026, από 115,7% το 2025, και θα συνεχίσει να αυξάνεται στο 121,7% το 2027.
Το 2019, πριν από την πανδημία, ο αντίστοιχος δείκτης βρισκόταν κάτω από το 100% του ΑΕΠ.
Την ίδια στιγμή, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας αναμένεται να κλείσει το 2026 στο 5,4% του ΑΕΠ, παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να το περιορίσει. Ο πρωθυπουργός Sébastien Lecornu έχει εξαγγείλει πρόγραμμα εξοικονόμησης 54 δισ. ευρώ για τον προϋπολογισμό του 2027, σε μια προσπάθεια να ανακόψει την επιδείνωση. Το πρόβλημα είναι ότι οι περικοπές πρέπει να περάσουν από ένα βαθιά διχασμένο κοινοβούλιο, την ώρα που η κοινωνική πίεση για το κόστος ζωής αυξάνεται.
Και οι αγορές έχουν ήδη στείλει το δικό τους μήνυμα.
Την Παρασκευή (18/9) , το spread του γαλλικού 10ετούς ομολόγου έναντι του γερμανικού Bund ξεπέρασε τη μία ποσοστιαία μονάδα, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από την κρίση χρέους της ευρωζώνης.


Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς έφτασε περίπου στο 4,46%, καθώς οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερη αποζημίωση για να διακρατούν γαλλικό χρέος.
Η Ιταλία έχει περισσότερο χρέος – αλλά μικρότερο έλλειμμα
Η εικόνα της Ιταλίας είναι διαφορετική και ίσως γι' αυτό ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Η Ρώμη εισέρχεται στην ίδια περίοδο με ένα πολύ μεγαλύτερο απόθεμα χρέους.
Το δημόσιο χρέος αναμένεται να αγγίξει σχεδόν το 139% του ΑΕΠ το 2026, επίπεδο που, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομίας Giancarlo Giorgetti θα καταστήσει την Ιταλία την πιο υπερχρεωμένη χώρα της ευρωζώνης (θα ξεπεράσει την Ελλάδα) .
Ο ίδιος προειδοποίησε στις 18 Σεπτεμβρίου ότι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται με «ανησυχητικό ρυθμό».
Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά σε σχέση με τη Γαλλία: το ιταλικό δημοσιονομικό έλλειμμα είναι πολύ χαμηλότερο.
Η Ρώμη στοχεύει σε έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ, ενώ προσπαθεί να εξέλθει νωρίτερα από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό σημαίνει ότι η αγορά δεν αντιμετωπίζει απλώς το απόλυτο ύψος του χρέους.
Αξιολογεί και την πορεία των ελλειμμάτων, την ανάπτυξη, το κόστος χρηματοδότησης και την ικανότητα κάθε κυβέρνησης να παρουσιάσει αξιόπιστη δημοσιονομική στρατηγική.
Παρά ταύτα, το κόστος δανεισμού της Ιταλίας ανεβαίνει. Σε πρόσφατη δημοπρασία, η απόδοση του 3ετούς BTP έφτασε το 3,43%, υψηλό από τον Ιούνιο του 2024, ενώ το 7ετές διαμορφώθηκε στο 3,98%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2023.
Το κοινό πρόβλημα: το ακριβότερο χρήμα
Το κοινό στοιχείο Γαλλίας και Ιταλίας δεν είναι μόνο το υψηλό χρέος. Είναι ότι οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν την άνοδο του κόστους χρήματος σε μια περίοδο χαμηλής ανάπτυξης.
Η Γερμανία, που λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την αγορά κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης, είδε το 10ετές Bund να αγγίζει στις 15 Σεπτεμβρίου απόδοση 3,57%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2009. Ακόμη και μετά την υποχώρηση των αποδόσεων, το γερμανικό 10ετές παρέμενε γύρω στο 3,50%.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τις χώρες με υψηλό χρέος.
Όσο υψηλότερη είναι η απόδοση στην οποία αναχρηματοδοτείται το δημόσιο χρέος, τόσο μεγαλύτερο γίνεται σταδιακά το βάρος των τόκων στον κρατικό προϋπολογισμό.
Και το περιβάλλον μπορεί να γίνει δυσκολότερο εάν οι ενεργειακές τιμές παραμείνουν υψηλές. Οι αγορές έχουν αυξήσει τις προσδοκίες για περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ μετά την άνοδο των τιμών ενέργειας, ενώ ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Boris Vujčić προειδοποίησε ότι η νομισματική πολιτική θα πρέπει να αξιολογεί συνολικά τα οικονομικά δεδομένα και όχι μόνο την πορεία του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

Δεν είναι ακόμη 2011 – αλλά οι αγορές δείχνουν τα δόντια τους
Η σημερινή κατάσταση απέχει σημαντικά από την κρίση χρέους της προηγούμενης δεκαετίας.
Η ευρωζώνη διαθέτει πλέον διαφορετικούς θεσμούς και μηχανισμούς προστασίας, ενώ η ΕΚΤ έχει εργαλεία που δεν υπήρχαν στην προηγούμενη κρίση.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα είναι αμελητέο.
Η ουσία της σημερινής πίεσης είναι ότι το «δωρεάν χρήμα» της προηγούμενης δεκαετίας έχει τελειώσει. Οι κυβερνήσεις πρέπει πλέον να χρηματοδοτούν τεράστια αποθέματα χρέους σε ένα περιβάλλον όπου οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις.
Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη για μεγάλες περικοπές ενώ το έλλειμμά της παραμένει πάνω από το 5% του ΑΕΠ. Η Ιταλία έχει ακόμη μεγαλύτερο χρέος και βλέπει το κόστος εξυπηρέτησής του να αυξάνεται.
Και πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ένας τρίτος παράγοντας: η ανάπτυξη.
Όσο χαμηλότερη είναι η ονομαστική ανάπτυξη μιας οικονομίας σε σχέση με το επιτόκιο με το οποίο δανείζεται το κράτος, τόσο δυσκολότερη γίνεται η σταθεροποίηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.
Έτσι, η νέα δοκιμασία του ευρωπαϊκού Νότου δεν είναι απαραίτητα μια νέα κρίση τύπου 2012. Είναι κάτι πιο σταδιακό και, ενδεχομένως, πιο επίμονο: η επιστροφή του κόστους του χρέους ως κεντρικού περιορισμού της οικονομικής πολιτικής.
Και αυτή τη φορά, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τον Νότο. Η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων έχει γίνει ευρωπαϊκό και παγκόσμιο φαινόμενο. Η διαφορά είναι ότι οι χώρες που κουβαλούν ήδη τα μεγαλύτερα χρέη έχουν πολύ μικρότερο περιθώριο να απορροφήσουν το σοκ.
Η Γαλλία το βλέπει πλέον καθαρά στο spread της.
Η Ιταλία το βλέπει στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της.
Το ερώτημα για τις αγορές δεν είναι αν η Ευρώπη επιστρέφει στο 2011.
Είναι πόσο καιρό μπορούν οι κυβερνήσεις να διαχειρίζονται χρέος 120%-140% του ΑΕΠ όταν το χρήμα παύει να είναι φθηνό.
Η διπλή αναβάθμιση από Moody’s και Scope Ratings βοηθά την Ελλάδα
Στο νέο υψηλό της ελληνικής πιστοληπτικής αξιολόγησης, τη σύγκλιση με την Ιταλία και το μήνυμα των οίκων για χρέος και δημοσιονομικές επιδόσεις δίνει έμφαση δημοσίευμα του Bloomberg, μετά τη διπλή αναβάθμιση της Ελλάδας από Moody’s και Scope Ratings.
Όπως αναφέρει το πρακτορείο, η Ελλάδα πέτυχε διπλή αναβάθμιση της πιστοληπτικής της εικόνας, φθάνοντας στη Scope Ratings στο ίδιο επίπεδο με την Ιταλία.
Η Scope αναβάθμισε την Ελλάδα σε BBB+, βαθμίδα αντίστοιχη με εκείνη στην οποία τοποθετεί την Ιταλία.
Πρόκειται για την υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση που διαθέτει σήμερα η Ελλάδα μεταξύ των μεγάλων οίκων αξιολόγησης.
Την ίδια ώρα, η Moody’s Ratings αναβάθμισε τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σε θετικές, διατηρώντας την αξιολόγηση στο Baa3, δηλαδή στο χαμηλότερο επίπεδο της επενδυτικής βαθμίδας.

Χρέος και πρωτογενή πλεονάσματα πίσω από την αναβάθμιση
Σύμφωνα με τη Scope, η αναβάθμιση αντανακλά την ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ και την ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας.
Θα πρέπει να σημειωθεί και η ευνοϊκή δομή του ελληνικού χρέους το οποίο σε σημαντικό ποσοστό βρίσκεται στα χέρια κράτων - του δημόσιου τομέα - και δεν υπόκειται στις διακυμάνσεις των ορέξεων των επενδυτών.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν, σύμφωνα με τον οίκο, τα υψηλά και διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, οι διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς και το ιστορικό συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης.
Από την πλευρά της, η Moody’s διαπιστώνει ολοένα περισσότερες ενδείξεις ότι η συνεχιζόμενη προσήλωση των ελληνικών αρχών στις διαρθρωτικές οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις αρχίζει να αποδίδει καρπούς, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα της οικονομίας και των δημόσιων οικονομικών περισσότερο από ό,τι προβλεπόταν μέχρι σήμερα.
Οι δύο ανακοινώσεις αποτελούν ακόμη ένα ορόσημο στην αποκατάσταση της θέσης της Ελλάδας ως δανειολήπτη στις διεθνείς αγορές, κλείνοντας ακόμη περισσότερο την απόσταση από την περίοδο της κρίσης χρέους.
Το ελληνικό χρέος οδεύει κάτω από το ιταλικό
Η δημοσιονομική προσαρμογή της Ελλάδας έχει προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό ώστε η χώρα αναμένεται να καταφέρει μέσα στο 2026 να μειώσει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ κάτω από εκείνον της Ιταλίας.
Σε αυτή την περίπτωση, η Ιταλία θα διαθέτει πλέον τον υψηλότερο λόγο δημόσιου χρέους μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Οι ελληνικές αποδόσεις κάτω από Γαλλία, Ιταλία και ΗΠΑ
Η μεταβολή της εικόνας της Ελλάδας αποτυπώνεται πλέον και στις αγορές ομολόγων. Οι αποδόσεις των ελληνικών τίτλων βρίσκονται χαμηλότερα από εκείνες της Γαλλίας, της Ιταλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Ελλάδα ξεχωρίζει στην ευρωπαϊκή περιφέρεια για την υπεραπόδοση των δημοσιονομικών της μεγεθών, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδυτές εμφανίζονται όλο και περισσότερο ανήσυχοι για τη δημοσιονομική κατάσταση άλλων μεγάλων οικονομιών.
Την Παρασκευή (18/9), ένας από τους βασικούς δείκτες του κινδύνου των γαλλικών ομολόγων έφθασε σε επίπεδο-ορόσημο για πρώτη φορά εδώ και 14 χρόνια.
Την ίδια στιγμή, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από πολλές άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, ενώ τα πρωτογενή πλεονάσματα της κυβέρνησης –τα οποία δεν περιλαμβάνουν τις πληρωμές τόκων– υπερβαίνουν συστηματικά τους στόχους.
Πρόωρες αποπληρωμές χρέους 13 δισ. ευρώ
Οι ισχυρότερες δημοσιονομικές επιδόσεις επιτρέπουν στην Αθήνα να συνεχίζει τις πρόωρες αποπληρωμές προς τους πιστωτές της.
Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών σχεδιάζει να αποπληρώσει περίπου 13 δισ. ευρώ χρέους από τα προγράμματα διάσωσης μέσα στο 2026, συνεχίζοντας αντίστοιχες κινήσεις και τα επόμενα χρόνια.
Η στρατηγική των πρόωρων αποπληρωμών αποτελεί μέρος της προσπάθειας για ταχύτερη μείωση του δημόσιου χρέους και περαιτέρω ενίσχυση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί μια... ήσυχη νησίδα στη θύελλα της Ευρωζώνης (παρά τα όσα λέει η κυβέρνηση), η οικονομία παραμένει ευθραυστη χαρακτηριζόμενη από χαμηλή παραγωγικότητα - μια μικρή δόνηση είναι ικανή να συμπαρασύρει τα όποια πρόσφατα αναπτυξιακά επιτεύγματα.
www.bankingnews.gr
Όχι με τη μορφή της δραματικής κρίσης του 2010-2012 και της απειλής διάλυσης της ευρωζώνης, αλλά μέσα από έναν διαφορετικό μηχανισμό: υψηλότερα επιτόκια, ακριβότερη εξυπηρέτηση του χρέους, χαμηλή ανάπτυξη και ολοένα μεγαλύτερη δυσκολία των κυβερνήσεων να πείσουν τους επενδυτές ότι μπορούν να σταθεροποιήσουν τα δημόσια οικονομικά τους.
Στο επίκεντρο βρίσκονται πλέον δύο από τις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης, η Γαλλία και η Ιταλία.
Η Γαλλία αποτελεί σήμερα το πιο έντονο παράδειγμα.
Το γαλλικό υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι το δημόσιο χρέος θα εκτιναχθεί στο 119,3% του ΑΕΠ το 2026, από 115,7% το 2025, και θα συνεχίσει να αυξάνεται στο 121,7% το 2027.
Το 2019, πριν από την πανδημία, ο αντίστοιχος δείκτης βρισκόταν κάτω από το 100% του ΑΕΠ.
Την ίδια στιγμή, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας αναμένεται να κλείσει το 2026 στο 5,4% του ΑΕΠ, παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να το περιορίσει. Ο πρωθυπουργός Sébastien Lecornu έχει εξαγγείλει πρόγραμμα εξοικονόμησης 54 δισ. ευρώ για τον προϋπολογισμό του 2027, σε μια προσπάθεια να ανακόψει την επιδείνωση. Το πρόβλημα είναι ότι οι περικοπές πρέπει να περάσουν από ένα βαθιά διχασμένο κοινοβούλιο, την ώρα που η κοινωνική πίεση για το κόστος ζωής αυξάνεται.
Και οι αγορές έχουν ήδη στείλει το δικό τους μήνυμα.
Την Παρασκευή (18/9) , το spread του γαλλικού 10ετούς ομολόγου έναντι του γερμανικού Bund ξεπέρασε τη μία ποσοστιαία μονάδα, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από την κρίση χρέους της ευρωζώνης.


Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς έφτασε περίπου στο 4,46%, καθώς οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερη αποζημίωση για να διακρατούν γαλλικό χρέος.
Η Ιταλία έχει περισσότερο χρέος – αλλά μικρότερο έλλειμμα
Η εικόνα της Ιταλίας είναι διαφορετική και ίσως γι' αυτό ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Η Ρώμη εισέρχεται στην ίδια περίοδο με ένα πολύ μεγαλύτερο απόθεμα χρέους.
Το δημόσιο χρέος αναμένεται να αγγίξει σχεδόν το 139% του ΑΕΠ το 2026, επίπεδο που, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομίας Giancarlo Giorgetti θα καταστήσει την Ιταλία την πιο υπερχρεωμένη χώρα της ευρωζώνης (θα ξεπεράσει την Ελλάδα) .
Ο ίδιος προειδοποίησε στις 18 Σεπτεμβρίου ότι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται με «ανησυχητικό ρυθμό».
Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά σε σχέση με τη Γαλλία: το ιταλικό δημοσιονομικό έλλειμμα είναι πολύ χαμηλότερο.
Η Ρώμη στοχεύει σε έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ, ενώ προσπαθεί να εξέλθει νωρίτερα από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό σημαίνει ότι η αγορά δεν αντιμετωπίζει απλώς το απόλυτο ύψος του χρέους.
Αξιολογεί και την πορεία των ελλειμμάτων, την ανάπτυξη, το κόστος χρηματοδότησης και την ικανότητα κάθε κυβέρνησης να παρουσιάσει αξιόπιστη δημοσιονομική στρατηγική.
Παρά ταύτα, το κόστος δανεισμού της Ιταλίας ανεβαίνει. Σε πρόσφατη δημοπρασία, η απόδοση του 3ετούς BTP έφτασε το 3,43%, υψηλό από τον Ιούνιο του 2024, ενώ το 7ετές διαμορφώθηκε στο 3,98%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2023.
Το κοινό πρόβλημα: το ακριβότερο χρήμα
Το κοινό στοιχείο Γαλλίας και Ιταλίας δεν είναι μόνο το υψηλό χρέος. Είναι ότι οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν την άνοδο του κόστους χρήματος σε μια περίοδο χαμηλής ανάπτυξης.
Η Γερμανία, που λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την αγορά κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης, είδε το 10ετές Bund να αγγίζει στις 15 Σεπτεμβρίου απόδοση 3,57%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2009. Ακόμη και μετά την υποχώρηση των αποδόσεων, το γερμανικό 10ετές παρέμενε γύρω στο 3,50%.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τις χώρες με υψηλό χρέος.
Όσο υψηλότερη είναι η απόδοση στην οποία αναχρηματοδοτείται το δημόσιο χρέος, τόσο μεγαλύτερο γίνεται σταδιακά το βάρος των τόκων στον κρατικό προϋπολογισμό.
Και το περιβάλλον μπορεί να γίνει δυσκολότερο εάν οι ενεργειακές τιμές παραμείνουν υψηλές. Οι αγορές έχουν αυξήσει τις προσδοκίες για περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ μετά την άνοδο των τιμών ενέργειας, ενώ ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Boris Vujčić προειδοποίησε ότι η νομισματική πολιτική θα πρέπει να αξιολογεί συνολικά τα οικονομικά δεδομένα και όχι μόνο την πορεία του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

Δεν είναι ακόμη 2011 – αλλά οι αγορές δείχνουν τα δόντια τους
Η σημερινή κατάσταση απέχει σημαντικά από την κρίση χρέους της προηγούμενης δεκαετίας.
Η ευρωζώνη διαθέτει πλέον διαφορετικούς θεσμούς και μηχανισμούς προστασίας, ενώ η ΕΚΤ έχει εργαλεία που δεν υπήρχαν στην προηγούμενη κρίση.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα είναι αμελητέο.
Η ουσία της σημερινής πίεσης είναι ότι το «δωρεάν χρήμα» της προηγούμενης δεκαετίας έχει τελειώσει. Οι κυβερνήσεις πρέπει πλέον να χρηματοδοτούν τεράστια αποθέματα χρέους σε ένα περιβάλλον όπου οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις.
Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη για μεγάλες περικοπές ενώ το έλλειμμά της παραμένει πάνω από το 5% του ΑΕΠ. Η Ιταλία έχει ακόμη μεγαλύτερο χρέος και βλέπει το κόστος εξυπηρέτησής του να αυξάνεται.
Και πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ένας τρίτος παράγοντας: η ανάπτυξη.
Όσο χαμηλότερη είναι η ονομαστική ανάπτυξη μιας οικονομίας σε σχέση με το επιτόκιο με το οποίο δανείζεται το κράτος, τόσο δυσκολότερη γίνεται η σταθεροποίηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.
Έτσι, η νέα δοκιμασία του ευρωπαϊκού Νότου δεν είναι απαραίτητα μια νέα κρίση τύπου 2012. Είναι κάτι πιο σταδιακό και, ενδεχομένως, πιο επίμονο: η επιστροφή του κόστους του χρέους ως κεντρικού περιορισμού της οικονομικής πολιτικής.
Και αυτή τη φορά, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τον Νότο. Η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων έχει γίνει ευρωπαϊκό και παγκόσμιο φαινόμενο. Η διαφορά είναι ότι οι χώρες που κουβαλούν ήδη τα μεγαλύτερα χρέη έχουν πολύ μικρότερο περιθώριο να απορροφήσουν το σοκ.
Η Γαλλία το βλέπει πλέον καθαρά στο spread της.
Η Ιταλία το βλέπει στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της.
Το ερώτημα για τις αγορές δεν είναι αν η Ευρώπη επιστρέφει στο 2011.
Είναι πόσο καιρό μπορούν οι κυβερνήσεις να διαχειρίζονται χρέος 120%-140% του ΑΕΠ όταν το χρήμα παύει να είναι φθηνό.
Η διπλή αναβάθμιση από Moody’s και Scope Ratings βοηθά την Ελλάδα
Στο νέο υψηλό της ελληνικής πιστοληπτικής αξιολόγησης, τη σύγκλιση με την Ιταλία και το μήνυμα των οίκων για χρέος και δημοσιονομικές επιδόσεις δίνει έμφαση δημοσίευμα του Bloomberg, μετά τη διπλή αναβάθμιση της Ελλάδας από Moody’s και Scope Ratings.
Όπως αναφέρει το πρακτορείο, η Ελλάδα πέτυχε διπλή αναβάθμιση της πιστοληπτικής της εικόνας, φθάνοντας στη Scope Ratings στο ίδιο επίπεδο με την Ιταλία.
Η Scope αναβάθμισε την Ελλάδα σε BBB+, βαθμίδα αντίστοιχη με εκείνη στην οποία τοποθετεί την Ιταλία.
Πρόκειται για την υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση που διαθέτει σήμερα η Ελλάδα μεταξύ των μεγάλων οίκων αξιολόγησης.
Την ίδια ώρα, η Moody’s Ratings αναβάθμισε τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σε θετικές, διατηρώντας την αξιολόγηση στο Baa3, δηλαδή στο χαμηλότερο επίπεδο της επενδυτικής βαθμίδας.

Χρέος και πρωτογενή πλεονάσματα πίσω από την αναβάθμιση
Σύμφωνα με τη Scope, η αναβάθμιση αντανακλά την ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ και την ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας.
Θα πρέπει να σημειωθεί και η ευνοϊκή δομή του ελληνικού χρέους το οποίο σε σημαντικό ποσοστό βρίσκεται στα χέρια κράτων - του δημόσιου τομέα - και δεν υπόκειται στις διακυμάνσεις των ορέξεων των επενδυτών.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν, σύμφωνα με τον οίκο, τα υψηλά και διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, οι διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς και το ιστορικό συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης.
Από την πλευρά της, η Moody’s διαπιστώνει ολοένα περισσότερες ενδείξεις ότι η συνεχιζόμενη προσήλωση των ελληνικών αρχών στις διαρθρωτικές οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις αρχίζει να αποδίδει καρπούς, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα της οικονομίας και των δημόσιων οικονομικών περισσότερο από ό,τι προβλεπόταν μέχρι σήμερα.
Οι δύο ανακοινώσεις αποτελούν ακόμη ένα ορόσημο στην αποκατάσταση της θέσης της Ελλάδας ως δανειολήπτη στις διεθνείς αγορές, κλείνοντας ακόμη περισσότερο την απόσταση από την περίοδο της κρίσης χρέους.
Το ελληνικό χρέος οδεύει κάτω από το ιταλικό
Η δημοσιονομική προσαρμογή της Ελλάδας έχει προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό ώστε η χώρα αναμένεται να καταφέρει μέσα στο 2026 να μειώσει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ κάτω από εκείνον της Ιταλίας.
Σε αυτή την περίπτωση, η Ιταλία θα διαθέτει πλέον τον υψηλότερο λόγο δημόσιου χρέους μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Οι ελληνικές αποδόσεις κάτω από Γαλλία, Ιταλία και ΗΠΑ
Η μεταβολή της εικόνας της Ελλάδας αποτυπώνεται πλέον και στις αγορές ομολόγων. Οι αποδόσεις των ελληνικών τίτλων βρίσκονται χαμηλότερα από εκείνες της Γαλλίας, της Ιταλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Ελλάδα ξεχωρίζει στην ευρωπαϊκή περιφέρεια για την υπεραπόδοση των δημοσιονομικών της μεγεθών, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδυτές εμφανίζονται όλο και περισσότερο ανήσυχοι για τη δημοσιονομική κατάσταση άλλων μεγάλων οικονομιών.
Την Παρασκευή (18/9), ένας από τους βασικούς δείκτες του κινδύνου των γαλλικών ομολόγων έφθασε σε επίπεδο-ορόσημο για πρώτη φορά εδώ και 14 χρόνια.
Την ίδια στιγμή, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από πολλές άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, ενώ τα πρωτογενή πλεονάσματα της κυβέρνησης –τα οποία δεν περιλαμβάνουν τις πληρωμές τόκων– υπερβαίνουν συστηματικά τους στόχους.
Πρόωρες αποπληρωμές χρέους 13 δισ. ευρώ
Οι ισχυρότερες δημοσιονομικές επιδόσεις επιτρέπουν στην Αθήνα να συνεχίζει τις πρόωρες αποπληρωμές προς τους πιστωτές της.
Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών σχεδιάζει να αποπληρώσει περίπου 13 δισ. ευρώ χρέους από τα προγράμματα διάσωσης μέσα στο 2026, συνεχίζοντας αντίστοιχες κινήσεις και τα επόμενα χρόνια.
Η στρατηγική των πρόωρων αποπληρωμών αποτελεί μέρος της προσπάθειας για ταχύτερη μείωση του δημόσιου χρέους και περαιτέρω ενίσχυση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί μια... ήσυχη νησίδα στη θύελλα της Ευρωζώνης (παρά τα όσα λέει η κυβέρνηση), η οικονομία παραμένει ευθραυστη χαρακτηριζόμενη από χαμηλή παραγωγικότητα - μια μικρή δόνηση είναι ικανή να συμπαρασύρει τα όποια πρόσφατα αναπτυξιακά επιτεύγματα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών