Στις περιοχές της Ινδίας που έχουν πληγεί επί δεκαετίες από συγκρούσεις, η έννοια της ασφάλειας μετράται πλέον όχι μόνο με τη μείωση της βίας, αλλά και με την επέκταση των υποδομών
Ένας δρόμος που φτάνει σε ένα απομακρυσμένο χωριό, μια σιδηροδρομική γραμμή που εισέρχεται σε μια μέχρι πρότινος απομονωμένη περιοχή, ένας σταθμός κινητής τηλεφωνίας που υψώνεται πάνω από ένα δασικό τοπίο ή ένα σχολείο που ανοίγει τις πόρτες του για παιδιά φυλετικών κοινοτήτων μπορούν να πουν για την εθνική ασφάλεια όσα και ένα φυλάκιο.
Στις περιοχές της Ινδίας που έχουν πληγεί επί δεκαετίες από συγκρούσεις, η έννοια της ασφάλειας μετράται πλέον όχι μόνο με τη μείωση της βίας, αλλά και με την επέκταση των υποδομών, των μέσων διαβίωσης, των δημόσιων υπηρεσιών και των οικονομικών ευκαιριών.
Η αλλαγή αυτή είναι εμφανής σε τρία μεγάλα μέτωπα που έχουν διαμορφώσει επί δεκαετίες το τοπίο της εσωτερικής ασφάλειας της Ινδίας: το Τζαμού και Κασμίρ, τις περιοχές που επηρεάζονται από την Αριστερή Εξτρεμιστική Βία και τη Βορειοανατολική Ινδία.
Οι συνθήκες και η ιστορία κάθε περιοχής είναι διαφορετικές.
Ωστόσο, η αναπτυξιακή προσέγγιση βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε μια κοινή αρχή: η ασφάλεια δημιουργεί τον χώρο για την ανάπτυξη, ενώ η ανάπτυξη ενισχύει τις κοινωνικές και οικονομικές βάσεις μιας διαρκούς σταθερότητας.
Τα αποτελέσματα γίνονται πλέον ολοένα πιο ορατά.
Το Τζαμού και Κασμίρ καταγράφει επέκταση του τουρισμού, των υποδομών και των επενδύσεων. Ο πρώην «Κόκκινος Διάδρομος» έχει φτάσει σε ιστορικό σημείο ως προς τη μείωση της Αριστερής Εξτρεμιστικής Βίας, ενώ η Βορειοανατολική Ινδία επανατοποθετείται, μέσω ειρηνευτικών συμφωνιών, συνδεσιμότητας και της πολιτικής Act East, ως γέφυρα της χώρας με τη Νοτιοανατολική Ασία.
Ασφάλεια και ανάπτυξη σε ένα ενιαίο στρατηγικό πλαίσιο
Η νέα προσέγγιση της Ινδίας βασίζεται στην αντίληψη ότι η ασφάλεια δεν μπορεί να παραμένει αποκομμένη από τη διακυβέρνηση και την κοινωνική ευημερία. Η εμπειρία από την Αριστερή Εξτρεμιστική Βία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η Εθνική Πολιτική και το Σχέδιο Δράσης της κυβέρνησης, που τέθηκαν σε εφαρμογή το 2015, συνδύασαν τις επιχειρήσεις ασφαλείας με αναπτυξιακά προγράμματα, την κατασκευή υποδομών και την αποκατάσταση και επανένταξη των πληγέντων.
Σύμφωνα με την τελευταία κυβερνητική αποτίμηση, η Ινδία απαλλάχθηκε ουσιαστικά από την Αριστερή Εξτρεμιστική Βία στις 31 Μαρτίου 2026.
Ο αριθμός των περιοχών που επηρεάζονταν από τη βία μειώθηκε από 126 το 2014 σε μόλις δύο το 2026, ενώ οι περιοχές που θεωρούνταν περισσότερο πληττόμενες μειώθηκαν από 35 σε μηδέν. Τα περιστατικά που συνδέονταν με την Αριστερή Εξτρεμιστική Βία μειώθηκαν από 870 το 2014 σε 234 το 2025, ενώ οι νεκροί περιορίστηκαν από 310 σε 100.
Οι τρεις πυλώνες που περιγράφει η κυβέρνηση — Vishwaas, Nirman και Jan Kalyan — αποτυπώνουν το ευρύτερο μοντέλο. Το Vishwaas αφορά την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μέσω της ασφάλειας, της επανένταξης και της συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών.
Το Nirman επικεντρώνεται στους δρόμους, τις τηλεπικοινωνίες, τις τραπεζικές υπηρεσίες και τις υποδομές. Το Jan Kalyan εντάσσει στην ίδια αναπτυξιακή αλυσίδα την κοινωνική πρόνοια, την εκπαίδευση, την υγεία, την απασχόληση και την αξιοπρέπεια.
Η σημασία αυτού του μοντέλου ξεπερνά τα όρια του πρώην «Κόκκινου Διαδρόμου», καθώς παρόμοιες αρχές εφαρμόζονται και στο Τζαμού και Κασμίρ και στη Βορειοανατολική Ινδία: ενίσχυση της ασφάλειας, διεύρυνση της κρατικής παρουσίας, βελτίωση της συνδεσιμότητας και διασφάλιση ότι η ανάπτυξη φτάνει μέχρι και την τελευταία κοινότητα.
Τζαμού και Κασμίρ: Από τη σταθερότητα στην οικονομική δραστηριότητα
Το Τζαμού και Κασμίρ αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο η βελτίωση της ασφάλειας μπορεί να δημιουργήσει χώρο για ευρύτερη οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία, οι οργανωμένες απεργίες και οι διακοπές λειτουργίας μειώθηκαν από 52 περιστατικά το 2018 σε μηδέν από το 2023 έως τον Απρίλιο του 2026.
Περισσότερες από 41.000 θέσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα δημιουργήθηκαν από το 2019 έως τον Μάιο του 2026, ενώ περισσότεροι από 981.000 άνθρωποι απέκτησαν δυνατότητα αυτοαπασχόλησης μέσω κρατικά υποστηριζόμενων προγραμμάτων κατά την προηγούμενη τετραετία.
Ο τουρισμός αποτελεί έναν από τους πιο εμφανείς δείκτες αυτής της αλλαγής. Το Τζαμού και Κασμίρ κατέγραψε περισσότερες από 23 εκατομμύρια αφίξεις τουριστών το 2024, τον υψηλότερο αριθμό στην καταγεγραμμένη ιστορία του, σύμφωνα με κυβερνητική αποτίμηση.
Παράλληλα, οι επενδύσεις αυξήθηκαν σημαντικά, με περίπου 2 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή 180 δισεκατομμύρια ρουπίες, να εισρέουν στην περιοχή από το 2016-17 έως το 2025-26, έναντι περίπου 870 εκατομμυρίων δολαρίων, ή 80 δισεκατομμυρίων ρουπιών, κατά τις προηγούμενες επτά δεκαετίες.
Οι υποδομές ενισχύουν αυτή την οικονομική εξωστρέφεια. Τον Φεβρουάριο του 2026, το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε σημαντική επέκταση του διεθνούς αεροδρομίου του Σριναγκάρ, με νέο τερματικό σταθμό που θα μπορεί να εξυπηρετεί έως και 10 εκατομμύρια επιβάτες τον χρόνο.
Σημαντικό ορόσημο αποτελεί και η διάνοιξη της κύριας σήραγγας του Ζοζίλα τον Ιούνιο του 2026. Το έργο αναμένεται να ενισχύσει τη σύνδεση του Τζαμού και Κασμίρ με το Λαντάκ καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, στηρίζοντας τον τουρισμό, το εμπόριο αλλά και τη στρατηγική κινητικότητα.
Παράλληλα, προχωρά και η αγροτική συνδεσιμότητα. Τον Απρίλιο του 2026, η κεντρική κυβέρνηση ενέκρινε νέο πακέτο έργων στο Τζαμού και Κασμίρ στο πλαίσιο του προγράμματος PMGSY-IV, μαζί με σημαντική στήριξη για την αγροτική οικονομία και τις γυναικείες ομάδες αυτοβοήθειας.
Το μοτίβο είναι πλέον σαφές: η σταθερότητα στον τομέα της ασφάλειας συνοδεύεται από δρόμους, αεροπορικές συνδέσεις, τουρισμό, απασχόληση, γεωργία και χρηματοπιστωτική ένταξη, επιτρέποντας στο Τζαμού και Κασμίρ να συμμετέχει πιο ενεργά στην εθνική οικονομία.
Από τον «Κόκκινο Διάδρομο» στους διαδρόμους ανάπτυξης
Η περίπτωση της Αριστερής Εξτρεμιστικής Βίας καταδεικνύει ίσως με τον πιο άμεσο τρόπο τη σχέση ανάμεσα στις επιχειρήσεις ασφαλείας και την ανάπτυξη.
Από το 2014 έχουν κατασκευαστεί περισσότερα από 12.249 χιλιόμετρα δρόμων σε περιοχές που επηρεάζονταν από την εξτρεμιστική βία, ενώ έχουν εγκριθεί έργα για ακόμη 17.319 χιλιόμετρα.
Παράλληλα, έχουν εγκατασταθεί περισσότερες από 9.600 κεραίες κινητής τηλεφωνίας, με αποτέλεσμα η κάλυψη να φτάνει πλέον στο 96% των χωριών στις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο.
Η χρηματοπιστωτική ένταξη προχώρησε παράλληλα με τις υποδομές. Από τον Απρίλιο του 2015 έως τον Μάρτιο του 2026 δημιουργήθηκαν στις πληγείσες περιοχές 1.804 τραπεζικά καταστήματα, 1.321 ΑΤΜ, 74.720 τραπεζικοί ανταποκριτές και 6.025 ταχυδρομεία.
Η επέκταση των επίσημων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών έδωσε στις απομακρυσμένες κοινότητες μεγαλύτερη πρόσβαση στις τράπεζες, στις κρατικές ενισχύσεις και στην οικονομική δραστηριότητα.
Η εκπαίδευση και η επαγγελματική κατάρτιση αποτελούν έναν ακόμη πυλώνα. Η κυβέρνηση έχει εγκρίνει 259 Σχολεία Πρότυπης Οικιστικής Εκπαίδευσης Eklavya, από τα οποία έχουν αναπτυχθεί τα 179, καθώς και 46 Ινστιτούτα Βιομηχανικής Κατάρτισης και 49 Κέντρα Ανάπτυξης Δεξιοτήτων.
Περισσότεροι από 90.000 νέοι και γυναίκες έχουν λάβει επαγγελματική κατάρτιση.
Το πλαίσιο παράδοσης όπλων και επανένταξης συμπληρώνει αυτή την αναπτυξιακή προσπάθεια.
Το 2025 παρέδωσαν τα όπλα τους 2.337 Ναξαλίτες, ενώ συνολικά 3.927 μέλη οργανώσεων παρέδωσαν τα όπλα τους από το 2024 έως τον Μάρτιο του 2026. Τα προγράμματα επανένταξης συνδυάζουν οικονομική στήριξη με κατάρτιση, στέγαση και ευκαιρίες απασχόλησης, βοηθώντας πρώην μέλη ένοπλων οργανώσεων και τις οικογένειές τους να επιστρέψουν στην οικονομική και κοινωνική ζωή.
Η μεταμόρφωση, επομένως, λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις: η βελτίωση της ασφάλειας επιτρέπει στις υποδομές και στις κοινωνικές παροχές να φτάσουν βαθύτερα στις απομακρυσμένες περιοχές, ενώ οι καλύτεροι δρόμοι, τα σχολεία, οι επικοινωνίες, οι τράπεζες και οι θέσεις εργασίας ενισχύουν την παρουσία της πολιτείας και της πολιτικής διοίκησης.
Βορειοανατολική Ινδία: Οι ειρηνευτικές συμφωνίες ανοίγουν τον δρόμο στη συνδεσιμότητα
Στη Βορειοανατολική Ινδία, το μοντέλο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στον διάλογο, τις ειρηνευτικές συμφωνίες, την επανένταξη και την οικονομική ενσωμάτωση.
Από το 2019, η κυβέρνηση έχει υπογράψει 12 σημαντικές ειρηνευτικές συμφωνίες με οργανώσεις και κοινότητες της περιοχής, μεταξύ άλλων με τις NLFT, Bru-Reang, Bodo, Karbi, DNLA, UNLF, ULFA και Tipra.
Περισσότεροι από 10.900 νέοι έχουν παραδώσει τα όπλα τους και έχουν επιστρέψει στην κοινωνία.
Τα κυβερνητικά στοιχεία καταγράφουν επίσης μείωση κατά 70% των περιστατικών βίας, κατά 72% των απωλειών μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας και κατά 85% των απωλειών αμάχων, σύμφωνα με τη χρονική περίοδο σύγκρισης που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση.
Η αναπτυξιακή προσπάθεια ακολούθησε τις ειρηνευτικές συμφωνίες.
Στο πλαίσιο της πολιτικής Act East, η συνδεσιμότητα αντιμετωπίζεται πλέον ως μια ευρύτερη οικονομική έννοια που περιλαμβάνει δρόμους, σιδηροδρόμους, ψηφιακά δίκτυα, αεροπορικές συνδέσεις, πλωτές μεταφορές και σχέσεις μεταξύ των λαών.
Από το 2014-15 έως το 2024-25, οι συνολικές δαπάνες για την ανάπτυξη της Βορειοανατολικής Ινδίας μέσω του μηχανισμού του 10% της Συνολικής Δημοσιονομικής Στήριξης έφτασαν περίπου τα 66 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή 6,11 τρισεκατομμύρια ρουπίες.
Το μήκος του εθνικού οδικού δικτύου στην περιοχή αυξήθηκε από 10.905 χιλιόμετρα το 2014 σε 16.207 χιλιόμετρα έως τον Μάρτιο του 2025. Παράλληλα, μέσα σε μία δεκαετία κατασκευάστηκαν ακόμη 46.296 χιλιόμετρα αγροτικών δρόμων μέσω του προγράμματος PMGSY.
Οι επενδύσεις στους σιδηροδρόμους έχουν επίσης αυξηθεί, ενώ μεγάλα έργα, όπως οι σιδηροδρομικές γραμμές Bhairabi-Sairang, Agartala-Sabroom και Jiribam-Imphal, ενισχύουν την περιφερειακή διασύνδεση.
Παράλληλα, επεκτείνεται και η ψηφιακή συνδεσιμότητα. Έως τον Δεκέμβριο του 2025, 6.355 χωριά και τοπικές διοικητικές κοινότητες είχαν καταστεί έτοιμες να παρέχουν πρόσβαση σε υψηλής ταχύτητας διαδίκτυο, ενώ είχαν εγκατασταθεί 3.718 κεραίες κινητής τηλεφωνίας, καλύπτοντας 5.366 χωριά και περιοχές.
Συνολικά, 90 περιφερειακές αεροπορικές συνδέσεις έχουν τεθεί σε λειτουργία μέσω του προγράμματος UDAN.
Από τις συνοριακές περιοχές στις πύλες προς τη Νοτιοανατολική Ασία
Η αναπτυξιακή στρατηγική στη Βορειοανατολική Ινδία συνδέεται πλέον όλο και περισσότερο με τη γενικότερη οικονομική γεωγραφία της χώρας.
Η πολιτική Act East επιδιώκει να συνδέσει την περιοχή με τις αγορές της Νοτιοανατολικής Ασίας μέσω εμπορικών περασμάτων, κέντρων logistics και υποδομών μεταφορών.
Ο αριθμός των εθνικών πλωτών οδών στην περιοχή αυξήθηκε από μία σε 20, ενώ επενδύσεις σε δρόμους, ηλεκτρική ενέργεια και ψηφιακές υποδομές προορίζονται να συνδέσουν τις απομακρυσμένες περιοχές με τις εθνικές και περιφερειακές αλυσίδες αξίας.
Η περιοχή των Bodo αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα της σχέσης ανάμεσα στην ειρήνη και την ανάπτυξη.
Τον Μάρτιο του 2026, ο πρωθυπουργός εγκαινίασε και έθεσε τον θεμέλιο λίθο για αναπτυξιακά έργα αξίας άνω των 485 εκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή 45,7 δισεκατομμυρίων ρουπιών, στο Kokrajhar, περιγράφοντας την περιοχή ως μια περιοχή που βρίσκεται πλέον σε τροχιά ειρήνης και ανάπτυξης.
Η επανένταξη απέκτησε επίσης απτό οικονομικό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο της συμφωνίας Bru-Reang, εκτοπισμένες οικογένειες έλαβαν στέγαση και πρόσβαση σε σχολεία, υπηρεσίες υγείας και άλλες βασικές υποδομές, ενώ η επαγγελματική κατάρτιση εντάχθηκε στη διαδικασία επανένταξής τους.
Ένα μοντέλο, τρεις περιοχές, μία ευρύτερη αναπτυξιακή λογική
Το Τζαμού και Κασμίρ, ο πρώην «Κόκκινος Διάδρομος» και η Βορειοανατολική Ινδία είναι γεωγραφικά και πολιτικά διαφορετικές περιοχές. Ωστόσο, η πρόσφατη πορεία τους αποκαλύπτει μια κοινή αναπτυξιακή λογική.
Στο Τζαμού και Κασμίρ, η σταθερότητα στον τομέα της ασφάλειας ανοίγει χώρο για τον τουρισμό, τις επενδύσεις, τις υποδομές και την απασχόληση.
Στις περιοχές που επηρεάζονταν από την Αριστερή Εξτρεμιστική Βία, η αποδυνάμωση των εξτρεμιστικών δικτύων συνοδεύεται από δρόμους, σχολεία, τραπεζικές υπηρεσίες, κινητή τηλεφωνία και προγράμματα στήριξης των φυλετικών κοινοτήτων.
Στη Βορειοανατολική Ινδία, οι ειρηνευτικές συμφωνίες και η επανένταξη συνοδεύονται από αυτοκινητοδρόμους, σιδηροδρόμους, αεροδρόμια, ψηφιακά δίκτυα και διασυνοριακή οικονομική διασύνδεση.
Η αλλαγή, επομένως, δεν αφορά απλώς τη μετάβαση από τη σύγκρουση στην ηρεμία. Αφορά τη μετατροπή της ηρεμίας σε δυνατότητα: τη δυνατότητα κατασκευής υποδομών, παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, προσέλκυσης επενδύσεων, ενίσχυσης της εκπαίδευσης, δημιουργίας θέσεων εργασίας και σύνδεσης των κοινοτήτων με τις αγορές.
Το αναδυόμενο μοντέλο ασφάλειας και ανάπτυξης της Ινδίας τοποθετεί την αρχιτεκτονική της ασφάλειας και εκείνη της κοινωνικής πρόνοιας μέσα σε ένα ενιαίο ευρύτερο πλαίσιο.
Η ασφάλεια δημιουργεί τις προϋποθέσεις. Η συνδεσιμότητα μεταφέρει τις ευκαιρίες. Η κοινωνική πρόνοια ενισχύει την ένταξη. Και η οικονομική δραστηριότητα προσδίδει στην ειρήνη μια σταθερή αναπτυξιακή διάσταση.
Το αποτέλεσμα είναι μια νέα γεωγραφία ευκαιριών.
Περιοχές που κάποτε προσδιορίζονταν κυρίως μέσα από τις συγκρούσεις ενσωματώνονται πλέον όλο και περισσότερο στους δρόμους, τους σιδηροδρόμους, τα ψηφιακά δίκτυα, την τουριστική οικονομία, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τους περιφερειακούς εμπορικούς διαδρόμους της Ινδίας.
www.bankingnews.gr
Στις περιοχές της Ινδίας που έχουν πληγεί επί δεκαετίες από συγκρούσεις, η έννοια της ασφάλειας μετράται πλέον όχι μόνο με τη μείωση της βίας, αλλά και με την επέκταση των υποδομών, των μέσων διαβίωσης, των δημόσιων υπηρεσιών και των οικονομικών ευκαιριών.
Η αλλαγή αυτή είναι εμφανής σε τρία μεγάλα μέτωπα που έχουν διαμορφώσει επί δεκαετίες το τοπίο της εσωτερικής ασφάλειας της Ινδίας: το Τζαμού και Κασμίρ, τις περιοχές που επηρεάζονται από την Αριστερή Εξτρεμιστική Βία και τη Βορειοανατολική Ινδία.
Οι συνθήκες και η ιστορία κάθε περιοχής είναι διαφορετικές.
Ωστόσο, η αναπτυξιακή προσέγγιση βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε μια κοινή αρχή: η ασφάλεια δημιουργεί τον χώρο για την ανάπτυξη, ενώ η ανάπτυξη ενισχύει τις κοινωνικές και οικονομικές βάσεις μιας διαρκούς σταθερότητας.
Τα αποτελέσματα γίνονται πλέον ολοένα πιο ορατά.
Το Τζαμού και Κασμίρ καταγράφει επέκταση του τουρισμού, των υποδομών και των επενδύσεων. Ο πρώην «Κόκκινος Διάδρομος» έχει φτάσει σε ιστορικό σημείο ως προς τη μείωση της Αριστερής Εξτρεμιστικής Βίας, ενώ η Βορειοανατολική Ινδία επανατοποθετείται, μέσω ειρηνευτικών συμφωνιών, συνδεσιμότητας και της πολιτικής Act East, ως γέφυρα της χώρας με τη Νοτιοανατολική Ασία.
Ασφάλεια και ανάπτυξη σε ένα ενιαίο στρατηγικό πλαίσιο
Η νέα προσέγγιση της Ινδίας βασίζεται στην αντίληψη ότι η ασφάλεια δεν μπορεί να παραμένει αποκομμένη από τη διακυβέρνηση και την κοινωνική ευημερία. Η εμπειρία από την Αριστερή Εξτρεμιστική Βία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η Εθνική Πολιτική και το Σχέδιο Δράσης της κυβέρνησης, που τέθηκαν σε εφαρμογή το 2015, συνδύασαν τις επιχειρήσεις ασφαλείας με αναπτυξιακά προγράμματα, την κατασκευή υποδομών και την αποκατάσταση και επανένταξη των πληγέντων.
Σύμφωνα με την τελευταία κυβερνητική αποτίμηση, η Ινδία απαλλάχθηκε ουσιαστικά από την Αριστερή Εξτρεμιστική Βία στις 31 Μαρτίου 2026.
Ο αριθμός των περιοχών που επηρεάζονταν από τη βία μειώθηκε από 126 το 2014 σε μόλις δύο το 2026, ενώ οι περιοχές που θεωρούνταν περισσότερο πληττόμενες μειώθηκαν από 35 σε μηδέν. Τα περιστατικά που συνδέονταν με την Αριστερή Εξτρεμιστική Βία μειώθηκαν από 870 το 2014 σε 234 το 2025, ενώ οι νεκροί περιορίστηκαν από 310 σε 100.
Οι τρεις πυλώνες που περιγράφει η κυβέρνηση — Vishwaas, Nirman και Jan Kalyan — αποτυπώνουν το ευρύτερο μοντέλο. Το Vishwaas αφορά την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μέσω της ασφάλειας, της επανένταξης και της συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών.
Το Nirman επικεντρώνεται στους δρόμους, τις τηλεπικοινωνίες, τις τραπεζικές υπηρεσίες και τις υποδομές. Το Jan Kalyan εντάσσει στην ίδια αναπτυξιακή αλυσίδα την κοινωνική πρόνοια, την εκπαίδευση, την υγεία, την απασχόληση και την αξιοπρέπεια.
Η σημασία αυτού του μοντέλου ξεπερνά τα όρια του πρώην «Κόκκινου Διαδρόμου», καθώς παρόμοιες αρχές εφαρμόζονται και στο Τζαμού και Κασμίρ και στη Βορειοανατολική Ινδία: ενίσχυση της ασφάλειας, διεύρυνση της κρατικής παρουσίας, βελτίωση της συνδεσιμότητας και διασφάλιση ότι η ανάπτυξη φτάνει μέχρι και την τελευταία κοινότητα.
Τζαμού και Κασμίρ: Από τη σταθερότητα στην οικονομική δραστηριότητα
Το Τζαμού και Κασμίρ αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο η βελτίωση της ασφάλειας μπορεί να δημιουργήσει χώρο για ευρύτερη οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία, οι οργανωμένες απεργίες και οι διακοπές λειτουργίας μειώθηκαν από 52 περιστατικά το 2018 σε μηδέν από το 2023 έως τον Απρίλιο του 2026.
Περισσότερες από 41.000 θέσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα δημιουργήθηκαν από το 2019 έως τον Μάιο του 2026, ενώ περισσότεροι από 981.000 άνθρωποι απέκτησαν δυνατότητα αυτοαπασχόλησης μέσω κρατικά υποστηριζόμενων προγραμμάτων κατά την προηγούμενη τετραετία.
Ο τουρισμός αποτελεί έναν από τους πιο εμφανείς δείκτες αυτής της αλλαγής. Το Τζαμού και Κασμίρ κατέγραψε περισσότερες από 23 εκατομμύρια αφίξεις τουριστών το 2024, τον υψηλότερο αριθμό στην καταγεγραμμένη ιστορία του, σύμφωνα με κυβερνητική αποτίμηση.
Παράλληλα, οι επενδύσεις αυξήθηκαν σημαντικά, με περίπου 2 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή 180 δισεκατομμύρια ρουπίες, να εισρέουν στην περιοχή από το 2016-17 έως το 2025-26, έναντι περίπου 870 εκατομμυρίων δολαρίων, ή 80 δισεκατομμυρίων ρουπιών, κατά τις προηγούμενες επτά δεκαετίες.
Οι υποδομές ενισχύουν αυτή την οικονομική εξωστρέφεια. Τον Φεβρουάριο του 2026, το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε σημαντική επέκταση του διεθνούς αεροδρομίου του Σριναγκάρ, με νέο τερματικό σταθμό που θα μπορεί να εξυπηρετεί έως και 10 εκατομμύρια επιβάτες τον χρόνο.
Σημαντικό ορόσημο αποτελεί και η διάνοιξη της κύριας σήραγγας του Ζοζίλα τον Ιούνιο του 2026. Το έργο αναμένεται να ενισχύσει τη σύνδεση του Τζαμού και Κασμίρ με το Λαντάκ καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, στηρίζοντας τον τουρισμό, το εμπόριο αλλά και τη στρατηγική κινητικότητα.
Παράλληλα, προχωρά και η αγροτική συνδεσιμότητα. Τον Απρίλιο του 2026, η κεντρική κυβέρνηση ενέκρινε νέο πακέτο έργων στο Τζαμού και Κασμίρ στο πλαίσιο του προγράμματος PMGSY-IV, μαζί με σημαντική στήριξη για την αγροτική οικονομία και τις γυναικείες ομάδες αυτοβοήθειας.
Το μοτίβο είναι πλέον σαφές: η σταθερότητα στον τομέα της ασφάλειας συνοδεύεται από δρόμους, αεροπορικές συνδέσεις, τουρισμό, απασχόληση, γεωργία και χρηματοπιστωτική ένταξη, επιτρέποντας στο Τζαμού και Κασμίρ να συμμετέχει πιο ενεργά στην εθνική οικονομία.
Από τον «Κόκκινο Διάδρομο» στους διαδρόμους ανάπτυξης
Η περίπτωση της Αριστερής Εξτρεμιστικής Βίας καταδεικνύει ίσως με τον πιο άμεσο τρόπο τη σχέση ανάμεσα στις επιχειρήσεις ασφαλείας και την ανάπτυξη.
Από το 2014 έχουν κατασκευαστεί περισσότερα από 12.249 χιλιόμετρα δρόμων σε περιοχές που επηρεάζονταν από την εξτρεμιστική βία, ενώ έχουν εγκριθεί έργα για ακόμη 17.319 χιλιόμετρα.
Παράλληλα, έχουν εγκατασταθεί περισσότερες από 9.600 κεραίες κινητής τηλεφωνίας, με αποτέλεσμα η κάλυψη να φτάνει πλέον στο 96% των χωριών στις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο.
Η χρηματοπιστωτική ένταξη προχώρησε παράλληλα με τις υποδομές. Από τον Απρίλιο του 2015 έως τον Μάρτιο του 2026 δημιουργήθηκαν στις πληγείσες περιοχές 1.804 τραπεζικά καταστήματα, 1.321 ΑΤΜ, 74.720 τραπεζικοί ανταποκριτές και 6.025 ταχυδρομεία.
Η επέκταση των επίσημων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών έδωσε στις απομακρυσμένες κοινότητες μεγαλύτερη πρόσβαση στις τράπεζες, στις κρατικές ενισχύσεις και στην οικονομική δραστηριότητα.
Η εκπαίδευση και η επαγγελματική κατάρτιση αποτελούν έναν ακόμη πυλώνα. Η κυβέρνηση έχει εγκρίνει 259 Σχολεία Πρότυπης Οικιστικής Εκπαίδευσης Eklavya, από τα οποία έχουν αναπτυχθεί τα 179, καθώς και 46 Ινστιτούτα Βιομηχανικής Κατάρτισης και 49 Κέντρα Ανάπτυξης Δεξιοτήτων.
Περισσότεροι από 90.000 νέοι και γυναίκες έχουν λάβει επαγγελματική κατάρτιση.
Το πλαίσιο παράδοσης όπλων και επανένταξης συμπληρώνει αυτή την αναπτυξιακή προσπάθεια.
Το 2025 παρέδωσαν τα όπλα τους 2.337 Ναξαλίτες, ενώ συνολικά 3.927 μέλη οργανώσεων παρέδωσαν τα όπλα τους από το 2024 έως τον Μάρτιο του 2026. Τα προγράμματα επανένταξης συνδυάζουν οικονομική στήριξη με κατάρτιση, στέγαση και ευκαιρίες απασχόλησης, βοηθώντας πρώην μέλη ένοπλων οργανώσεων και τις οικογένειές τους να επιστρέψουν στην οικονομική και κοινωνική ζωή.
Η μεταμόρφωση, επομένως, λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις: η βελτίωση της ασφάλειας επιτρέπει στις υποδομές και στις κοινωνικές παροχές να φτάσουν βαθύτερα στις απομακρυσμένες περιοχές, ενώ οι καλύτεροι δρόμοι, τα σχολεία, οι επικοινωνίες, οι τράπεζες και οι θέσεις εργασίας ενισχύουν την παρουσία της πολιτείας και της πολιτικής διοίκησης.
Βορειοανατολική Ινδία: Οι ειρηνευτικές συμφωνίες ανοίγουν τον δρόμο στη συνδεσιμότητα
Στη Βορειοανατολική Ινδία, το μοντέλο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στον διάλογο, τις ειρηνευτικές συμφωνίες, την επανένταξη και την οικονομική ενσωμάτωση.
Από το 2019, η κυβέρνηση έχει υπογράψει 12 σημαντικές ειρηνευτικές συμφωνίες με οργανώσεις και κοινότητες της περιοχής, μεταξύ άλλων με τις NLFT, Bru-Reang, Bodo, Karbi, DNLA, UNLF, ULFA και Tipra.
Περισσότεροι από 10.900 νέοι έχουν παραδώσει τα όπλα τους και έχουν επιστρέψει στην κοινωνία.
Τα κυβερνητικά στοιχεία καταγράφουν επίσης μείωση κατά 70% των περιστατικών βίας, κατά 72% των απωλειών μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας και κατά 85% των απωλειών αμάχων, σύμφωνα με τη χρονική περίοδο σύγκρισης που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση.
Η αναπτυξιακή προσπάθεια ακολούθησε τις ειρηνευτικές συμφωνίες.
Στο πλαίσιο της πολιτικής Act East, η συνδεσιμότητα αντιμετωπίζεται πλέον ως μια ευρύτερη οικονομική έννοια που περιλαμβάνει δρόμους, σιδηροδρόμους, ψηφιακά δίκτυα, αεροπορικές συνδέσεις, πλωτές μεταφορές και σχέσεις μεταξύ των λαών.
Από το 2014-15 έως το 2024-25, οι συνολικές δαπάνες για την ανάπτυξη της Βορειοανατολικής Ινδίας μέσω του μηχανισμού του 10% της Συνολικής Δημοσιονομικής Στήριξης έφτασαν περίπου τα 66 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή 6,11 τρισεκατομμύρια ρουπίες.
Το μήκος του εθνικού οδικού δικτύου στην περιοχή αυξήθηκε από 10.905 χιλιόμετρα το 2014 σε 16.207 χιλιόμετρα έως τον Μάρτιο του 2025. Παράλληλα, μέσα σε μία δεκαετία κατασκευάστηκαν ακόμη 46.296 χιλιόμετρα αγροτικών δρόμων μέσω του προγράμματος PMGSY.
Οι επενδύσεις στους σιδηροδρόμους έχουν επίσης αυξηθεί, ενώ μεγάλα έργα, όπως οι σιδηροδρομικές γραμμές Bhairabi-Sairang, Agartala-Sabroom και Jiribam-Imphal, ενισχύουν την περιφερειακή διασύνδεση.
Παράλληλα, επεκτείνεται και η ψηφιακή συνδεσιμότητα. Έως τον Δεκέμβριο του 2025, 6.355 χωριά και τοπικές διοικητικές κοινότητες είχαν καταστεί έτοιμες να παρέχουν πρόσβαση σε υψηλής ταχύτητας διαδίκτυο, ενώ είχαν εγκατασταθεί 3.718 κεραίες κινητής τηλεφωνίας, καλύπτοντας 5.366 χωριά και περιοχές.
Συνολικά, 90 περιφερειακές αεροπορικές συνδέσεις έχουν τεθεί σε λειτουργία μέσω του προγράμματος UDAN.
Από τις συνοριακές περιοχές στις πύλες προς τη Νοτιοανατολική Ασία
Η αναπτυξιακή στρατηγική στη Βορειοανατολική Ινδία συνδέεται πλέον όλο και περισσότερο με τη γενικότερη οικονομική γεωγραφία της χώρας.
Η πολιτική Act East επιδιώκει να συνδέσει την περιοχή με τις αγορές της Νοτιοανατολικής Ασίας μέσω εμπορικών περασμάτων, κέντρων logistics και υποδομών μεταφορών.
Ο αριθμός των εθνικών πλωτών οδών στην περιοχή αυξήθηκε από μία σε 20, ενώ επενδύσεις σε δρόμους, ηλεκτρική ενέργεια και ψηφιακές υποδομές προορίζονται να συνδέσουν τις απομακρυσμένες περιοχές με τις εθνικές και περιφερειακές αλυσίδες αξίας.
Η περιοχή των Bodo αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα της σχέσης ανάμεσα στην ειρήνη και την ανάπτυξη.
Τον Μάρτιο του 2026, ο πρωθυπουργός εγκαινίασε και έθεσε τον θεμέλιο λίθο για αναπτυξιακά έργα αξίας άνω των 485 εκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή 45,7 δισεκατομμυρίων ρουπιών, στο Kokrajhar, περιγράφοντας την περιοχή ως μια περιοχή που βρίσκεται πλέον σε τροχιά ειρήνης και ανάπτυξης.
Η επανένταξη απέκτησε επίσης απτό οικονομικό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο της συμφωνίας Bru-Reang, εκτοπισμένες οικογένειες έλαβαν στέγαση και πρόσβαση σε σχολεία, υπηρεσίες υγείας και άλλες βασικές υποδομές, ενώ η επαγγελματική κατάρτιση εντάχθηκε στη διαδικασία επανένταξής τους.
Ένα μοντέλο, τρεις περιοχές, μία ευρύτερη αναπτυξιακή λογική
Το Τζαμού και Κασμίρ, ο πρώην «Κόκκινος Διάδρομος» και η Βορειοανατολική Ινδία είναι γεωγραφικά και πολιτικά διαφορετικές περιοχές. Ωστόσο, η πρόσφατη πορεία τους αποκαλύπτει μια κοινή αναπτυξιακή λογική.
Στο Τζαμού και Κασμίρ, η σταθερότητα στον τομέα της ασφάλειας ανοίγει χώρο για τον τουρισμό, τις επενδύσεις, τις υποδομές και την απασχόληση.
Στις περιοχές που επηρεάζονταν από την Αριστερή Εξτρεμιστική Βία, η αποδυνάμωση των εξτρεμιστικών δικτύων συνοδεύεται από δρόμους, σχολεία, τραπεζικές υπηρεσίες, κινητή τηλεφωνία και προγράμματα στήριξης των φυλετικών κοινοτήτων.
Στη Βορειοανατολική Ινδία, οι ειρηνευτικές συμφωνίες και η επανένταξη συνοδεύονται από αυτοκινητοδρόμους, σιδηροδρόμους, αεροδρόμια, ψηφιακά δίκτυα και διασυνοριακή οικονομική διασύνδεση.
Η αλλαγή, επομένως, δεν αφορά απλώς τη μετάβαση από τη σύγκρουση στην ηρεμία. Αφορά τη μετατροπή της ηρεμίας σε δυνατότητα: τη δυνατότητα κατασκευής υποδομών, παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, προσέλκυσης επενδύσεων, ενίσχυσης της εκπαίδευσης, δημιουργίας θέσεων εργασίας και σύνδεσης των κοινοτήτων με τις αγορές.
Το αναδυόμενο μοντέλο ασφάλειας και ανάπτυξης της Ινδίας τοποθετεί την αρχιτεκτονική της ασφάλειας και εκείνη της κοινωνικής πρόνοιας μέσα σε ένα ενιαίο ευρύτερο πλαίσιο.
Η ασφάλεια δημιουργεί τις προϋποθέσεις. Η συνδεσιμότητα μεταφέρει τις ευκαιρίες. Η κοινωνική πρόνοια ενισχύει την ένταξη. Και η οικονομική δραστηριότητα προσδίδει στην ειρήνη μια σταθερή αναπτυξιακή διάσταση.
Το αποτέλεσμα είναι μια νέα γεωγραφία ευκαιριών.
Περιοχές που κάποτε προσδιορίζονταν κυρίως μέσα από τις συγκρούσεις ενσωματώνονται πλέον όλο και περισσότερο στους δρόμους, τους σιδηροδρόμους, τα ψηφιακά δίκτυα, την τουριστική οικονομία, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τους περιφερειακούς εμπορικούς διαδρόμους της Ινδίας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών