Διαρκής πόλεμος ή στοχευμένα πλήγματα; Το αβυσσαλέο χάσμα στην ηγεσία του Ισραήλ, η συγκάλυψη της 7ης Οκτωβρίου και το εφιαλτικό σενάριο της επόμενης μέρας…
Η βασική διαφορά ανάμεσα στις αντιλήψεις του Netanyahu και του Eisenkot για την ασφάλεια γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στο ζήτημα του Ιράν.
Ο Netanyahu θεωρεί ότι η ανατροπή του καθεστώτος της Τεχεράνης αποτελεί έναν εφικτό και αναγκαίο στόχο και υποστηρίζει την εξαπόλυση ενός «ολομέτωπου πολέμου» για την επίτευξή του.
Ο Eisenkot, αντίθετα, δηλώνει ρητά ότι η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν «δεν αποτελεί εφικτό στόχο».
Όπως προκύπτει, ο Eisenkot υποστηρίζει τη στρατηγική της «εκστρατείας μεταξύ πολέμων», μια προσέγγιση που έρχεται σε αντίθεση με τη θεωρία του Netanyahu περί «διαρκούς πολέμου».
Με άλλα λόγια, ενώ ο Benjamin Netanyahu προσεγγίζει την ασφάλεια του Ισραήλ μέσα από το πρίσμα της «απόλυτης νίκης» και της εξάλειψης των εχθρικών δυνάμεων, ο Gadi Eisenkot, πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (IDF) και ηγετική φυσιογνωμία του κόμματος Yashar, στηρίζει τη στρατηγική του σκέψη σε μια διαφορετική λογική: στη διαχείριση των απειλών κατά τη διάρκεια περιόδων σχετικής ηρεμίας, προτού αυτές παγιωθούν και εξελιχθούν σε μόνιμη πραγματικότητα.
Η διαφορά ανάμεσα στους δύο δεν αφορά τόσο τους βασικούς στόχους ασφαλείας, καθώς αμφότεροι επιδιώκουν να περιορίσουν τις εχθρικές δυνάμεις που απειλούν το Ισραήλ, μεταξύ των οποίων και το Ιράν, καθώς και να καταστρέψουν τη στρατιωτική ισχύ της Hamas.
Η ουσιαστική διαφοροποίηση εντοπίζεται στις μεθόδους που προκρίνουν, στον τρόπο με τον οποίο αναλαμβάνουν κινδύνους και στον βαθμό ευθύνης που αναλαμβάνουν για τις αποφάσεις τους.
Ο Eisenkot εκπροσωπεί μια «ριζοσπαστική εναλλακτική» στη στρατηγική αντίληψη του Netanyahu, γνωστού και ως Bibi, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ειρηνιστής.
Ωστόσο, αυτή η εναλλακτική προσέγγιση επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το ισραηλινό δόγμα ασφάλειας, μετατοπίζοντάς το από τον «πόλεμο ως μόνιμη κατάσταση» στον «πόλεμο ως περιοδικό εργαλείο». Αυτή είναι και η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στις στρατηγικές αντιλήψεις των δύο ανδρών για την εθνική και στρατιωτική ασφάλεια.
Σημειωτέον, ο 66χρονος Eisenkot, πρώην αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων που έχασε έναν γιο και δύο ανιψιούς στον πόλεμο της Γάζας, εισήλθε στην πολιτική μόλις πριν από τέσσερα χρόνια και προσχώρησε στο πολεμικό συμβούλιο του Netanyahu μετά την επίθεση της Hamas, αλλά παραιτήθηκε οκτώ μήνες αργότερα.
Η ραχοκοκαλιά του δόγματος Eisenkot
Η κεντρική ιδέα του Eisenkot, την οποία ανέπτυξε κατά τη διάρκεια της θητείας του ως αρχηγού του Γενικού Επιτελείου των IDF, από το 2015 έως το 2019, είναι η λεγόμενη «εκστρατεία μεταξύ πολέμων».
Το δόγμα αυτό βασίζεται στην αρχή ότι το Ισραήλ δεν πρέπει να περιμένει την έναρξη ενός μεγάλου πολέμου για να αρχίσει να αντιμετωπίζει την αυξανόμενη ισχύ του Ιράν και των συμμάχων του.
Σύμφωνα με αυτή τη λογική, ο πόλεμος δεν ξεκινά κατ’ ανάγκην με επίσημη κήρυξη.
Αντίθετα, μπορεί να διεξάγεται μέσω μιας σειράς περιορισμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων, στοχευμένων επιθέσεων και εκτεταμένων δραστηριοτήτων συλλογής πληροφοριών.
Στο διάστημα μεταξύ μεγάλων πολεμικών αναμετρήσεων, οι ενέργειες αυτές αποσκοπούν στην αποδυνάμωση των εχθρικών δυνατοτήτων και στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος ασφαλείας ευνοϊκότερου για το Ισραήλ.
Εξηγώντας τη στρατηγική αυτή, ο Eisenkot και ο στρατιωτικός συνάδελφος και αναλυτής Gabi Siboni υποστήριξαν ότι στόχος είναι η ανάσχεση της περιφερειακής επιρροής του Ιράν προτού αυτή εξελιχθεί σε παγιωμένη απειλή για το Ισραήλ.
Οι επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών υποδομών στη Συρία που συνδέονται με το Ιράν, καθώς και οι επιχειρήσεις κατά της μεταφοράς προηγμένων οπλικών συστημάτων στη Hezbollah, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα εφαρμογής αυτής της στρατηγικής.
Κατά την αντίληψη του Eisenkot, η απειλή πρέπει να περιορίζεται εγκαίρως, προτού αποκτήσει τέτοια έκταση ώστε να καταστεί δύσκολα αναστρέψιμη.
Το δόγμα Dahiya: Η δυσανάλογη βία ως μέσο αποτροπής
Ο Eisenkot εκπροσωπεί, παράλληλα, μια ιδιαίτερα σκληρή προσέγγιση στα ζητήματα ασφάλειας.
Ορισμένοι αναλυτές τον συνδέουν με τη διαμόρφωση του λεγόμενου δόγματος Dahiya, μιας στρατηγικής που συνδέθηκε με τον πόλεμο του 2006 στον Λίβανο.
Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στη χρήση δυσανάλογης στρατιωτικής ισχύος ως απάντησης σε επιθέσεις, καθώς και στην καταστροφή πολιτικών υποδομών σε περιοχές όπου δραστηριοποιούνται ένοπλες οργανώσεις. Ο ίδιος ο Eisenkot έχει περιγράψει αυτή την προσέγγιση ως χρήση «δυσανάλογης βίας» από τον στρατό.
Το δόγμα αυτό συνδέθηκε αργότερα με τον τρόπο διεξαγωγής των ισραηλινών πολεμικών επιχειρήσεων στη Γάζα.
Η σημασία του συγκεκριμένου στοιχείου στη σύγκριση με τον Netanyahu είναι ότι ο Eisenkot δεν είναι κατ’ ανάγκην λιγότερο σκληρός από τον πολιτικό του αντίπαλο.
Σε ορισμένες πτυχές της στρατηγικής του για την ασφάλεια, μάλιστα, έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα ριζοσπαστικές θέσεις.
Εκείνο που τον διαφοροποιεί από τον Netanyahu δεν είναι τόσο η ένταση της στρατιωτικής βίας που θεωρεί αποδεκτή, όσο ο τρόπος με τον οποίο επιδιώκει να την αξιοποιήσει για την επίτευξη συγκεκριμένων στρατηγικών στόχων.
«Απόλυτος στόχος» ή «στρατηγική διαχείριση»;
Η σημαντικότερη απόκλιση ανάμεσα στις αντιλήψεις των Netanyahu και Eisenkot για την ασφάλεια αναδεικνύεται στο ζήτημα του Ιράν.
Ο Netanyahu θεωρεί την ανατροπή του καθεστώτος της Τεχεράνης εφικτό και αναγκαίο στόχο και τάσσεται υπέρ ενός «ολομέτωπου πολέμου» για την επίτευξή του.
Ο Eisenkot, αντίθετα, δηλώνει ότι η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν «δεν αποτελεί εφικτό στόχο».
Αντί για έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, δίνει έμφαση στον συνδυασμό οικονομικών πιέσεων, στοχευμένων στρατιωτικών πληγμάτων κατά του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και διπλωματικών πρωτοβουλιών.
Κατά την άποψή του, η οικονομική πίεση που ασκεί ο Donald Trump θα μπορούσε να οδηγήσει το Ιράν σε μια κατάσταση κατά την οποία θα αισθανόταν ηττημένο, χωρίς να απαιτηθεί μια στρατιωτική εκστρατεία πλήρους κλίμακας. Μια τέτοια εκστρατεία, άλλωστε, δεν θα εγγυόταν από μόνη της την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις αφορά, επομένως, τη διάκριση μεταξύ της επιδίωξης μιας αποφασιστικής, τελικής νίκης και της σταδιακής διαχείρισης μιας απειλής.
Ο Netanyahu επιδιώκει μια καθοριστική αναμέτρηση που θα οδηγήσει σε οριστική αλλαγή των δεδομένων.
Ο Eisenkot, αντίθετα, προκρίνει μια σταδιακή και ελεγχόμενη αποδυνάμωση του αντιπάλου, με στόχο να περιοριστούν οι δυνατότητές του χωρίς το Ισραήλ να εμπλακεί σε ατέρμονους πολέμους.
Η ανάληψη ευθύνης ως θεμελιώδης αρχή της ασφάλειας
Ένας ακόμη ακρογωνιαίος λίθος της στρατηγικής σκέψης του Eisenkot, που τον φέρνει σε ευθεία αντιπαράθεση με τον Netanyahu, είναι η αρχή της λογοδοσίας.
Ο Eisenkot χαρακτηρίζει τον Netanyahu «αντι-ηγέτη» και υποστηρίζει ότι η ανάληψη ευθύνης αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της στρατιωτικής κουλτούρας και της αποτελεσματικής ηγεσίας.
Όπως έχει δηλώσει, σύμφωνα με τη δική του αντίληψη για τη στρατιωτική διοίκηση: «Όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά, προωθήστε εκείνους που συνέβαλαν στην επιτυχία. Όταν τα πράγματα πηγαίνουν άσχημα, βγείτε μπροστά και αναλάβετε την ευθύνη».
Η θέση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τον τρόπο με τον οποίο ο Eisenkot αντιλαμβάνεται τη στάση του Netanyahu απέναντι στις αποτυχίες της ηγεσίας του.
Η βασική κριτική του αφορά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023. Σύμφωνα με τον Eisenkot, ο Netanyahu δεν έχει αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τις σοβαρές αποτυχίες στον τομέα της ασφάλειας που προηγήθηκαν της επίθεσης.
Ο Eisenkot έχει δεσμευτεί ότι, εφόσον αναλάβει την εξουσία, θα προωθήσει τη σύσταση ανεξάρτητης κρατικής εξεταστικής επιτροπής για τη διερεύνηση των αποτυχιών της 7ης Οκτωβρίου.
Με αυτόν τον τρόπο, η λογοδοσία αναδεικνύεται από προσωπικό χαρακτηριστικό ενός ηγέτη σε βασική αρχή εθνικής ασφάλειας. Χωρίς την ανάληψη ευθύνης, δεν είναι δυνατός ο εντοπισμός και η διόρθωση των λαθών. Και χωρίς τη διόρθωση των λαθών, δεν μπορεί να οικοδομηθεί μια σταθερή και βιώσιμη πολιτική ασφάλειας.
Ο Eisenkot δεν είναι ειρηνιστής
Συνολικά, ο Eisenkot δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «ειρηνοποιός» με τη συνήθη έννοια του όρου. Αντιτίθεται στην ίδρυση παλαιστινιακού κράτους, επιδιώκει την εξουδετέρωση της στρατιωτικής ισχύος της Hamas, υποστηρίζει την κατασκευή οικισμών στη Δυτική Όχθη και διατηρεί μια ιδιαίτερα εχθρική στάση απέναντι στο Ιράν.
Ωστόσο, η αντίληψή του για την ασφάλεια διαφοροποιείται από εκείνη του Netanyahu σε τρία βασικά σημεία:
1. Προληπτική αντιμετώπιση των απειλών: Αντί να αναμένει μια μεγάλη πολεμική αναμέτρηση, επιδιώκει να αποδυναμώνει σταδιακά τους αντιπάλους του Ισραήλ μέσα από περιορισμένες επιχειρήσεις και στοχευμένες ενέργειες.
2. Στρατηγική αυτοσυγκράτηση ως προς τους τελικούς στόχους: Δεν θεωρεί την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος ρεαλιστικό στόχο και προκρίνει έναν συνδυασμό στρατιωτικής πίεσης, οικονομικών κυρώσεων και διπλωματίας.
3. Λογοδοσία και ανάληψη ευθύνης: Θεωρεί ότι η αναγνώριση των αποτυχιών και η θεσμική διερεύνησή τους αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την αποκατάσταση και την ενίσχυση της ασφάλειας.
Η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον Netanyahu και τον Eisenkot δεν είναι, λοιπόν, ότι ο ένας επιδιώκει την ασφάλεια και ο άλλος την ειρήνη.
Και οι δύο προσεγγίζουν την ασφάλεια μέσα από μια σκληρή στρατηγική αντίληψη.
Εκείνο που τους διαχωρίζει είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται τη χρήση της στρατιωτικής ισχύος, τα όρια των εφικτών στόχων και την ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς εάν ο Eisenkot θα επιτεθεί στην Τεχεράνη σε περίπτωση που γίνει πρωθυπουργός του Ισραήλ.
Είναι εάν θα επιλέξει μια άμεση και ολοκληρωτική στρατιωτική αναμέτρηση ή εάν θα επιδιώξει να περιορίσει την ιρανική απειλή μέσω μιας σταδιακής, στοχευμένης και ελεγχόμενης στρατηγικής πίεσης.
www.bankingnews.gr
Ο Netanyahu θεωρεί ότι η ανατροπή του καθεστώτος της Τεχεράνης αποτελεί έναν εφικτό και αναγκαίο στόχο και υποστηρίζει την εξαπόλυση ενός «ολομέτωπου πολέμου» για την επίτευξή του.
Ο Eisenkot, αντίθετα, δηλώνει ρητά ότι η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν «δεν αποτελεί εφικτό στόχο».
Όπως προκύπτει, ο Eisenkot υποστηρίζει τη στρατηγική της «εκστρατείας μεταξύ πολέμων», μια προσέγγιση που έρχεται σε αντίθεση με τη θεωρία του Netanyahu περί «διαρκούς πολέμου».
Με άλλα λόγια, ενώ ο Benjamin Netanyahu προσεγγίζει την ασφάλεια του Ισραήλ μέσα από το πρίσμα της «απόλυτης νίκης» και της εξάλειψης των εχθρικών δυνάμεων, ο Gadi Eisenkot, πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (IDF) και ηγετική φυσιογνωμία του κόμματος Yashar, στηρίζει τη στρατηγική του σκέψη σε μια διαφορετική λογική: στη διαχείριση των απειλών κατά τη διάρκεια περιόδων σχετικής ηρεμίας, προτού αυτές παγιωθούν και εξελιχθούν σε μόνιμη πραγματικότητα.
Η διαφορά ανάμεσα στους δύο δεν αφορά τόσο τους βασικούς στόχους ασφαλείας, καθώς αμφότεροι επιδιώκουν να περιορίσουν τις εχθρικές δυνάμεις που απειλούν το Ισραήλ, μεταξύ των οποίων και το Ιράν, καθώς και να καταστρέψουν τη στρατιωτική ισχύ της Hamas.
Η ουσιαστική διαφοροποίηση εντοπίζεται στις μεθόδους που προκρίνουν, στον τρόπο με τον οποίο αναλαμβάνουν κινδύνους και στον βαθμό ευθύνης που αναλαμβάνουν για τις αποφάσεις τους.
Ο Eisenkot εκπροσωπεί μια «ριζοσπαστική εναλλακτική» στη στρατηγική αντίληψη του Netanyahu, γνωστού και ως Bibi, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ειρηνιστής.
Ωστόσο, αυτή η εναλλακτική προσέγγιση επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το ισραηλινό δόγμα ασφάλειας, μετατοπίζοντάς το από τον «πόλεμο ως μόνιμη κατάσταση» στον «πόλεμο ως περιοδικό εργαλείο». Αυτή είναι και η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στις στρατηγικές αντιλήψεις των δύο ανδρών για την εθνική και στρατιωτική ασφάλεια.
Σημειωτέον, ο 66χρονος Eisenkot, πρώην αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων που έχασε έναν γιο και δύο ανιψιούς στον πόλεμο της Γάζας, εισήλθε στην πολιτική μόλις πριν από τέσσερα χρόνια και προσχώρησε στο πολεμικό συμβούλιο του Netanyahu μετά την επίθεση της Hamas, αλλά παραιτήθηκε οκτώ μήνες αργότερα.
Η ραχοκοκαλιά του δόγματος Eisenkot
Η κεντρική ιδέα του Eisenkot, την οποία ανέπτυξε κατά τη διάρκεια της θητείας του ως αρχηγού του Γενικού Επιτελείου των IDF, από το 2015 έως το 2019, είναι η λεγόμενη «εκστρατεία μεταξύ πολέμων».
Το δόγμα αυτό βασίζεται στην αρχή ότι το Ισραήλ δεν πρέπει να περιμένει την έναρξη ενός μεγάλου πολέμου για να αρχίσει να αντιμετωπίζει την αυξανόμενη ισχύ του Ιράν και των συμμάχων του.
Σύμφωνα με αυτή τη λογική, ο πόλεμος δεν ξεκινά κατ’ ανάγκην με επίσημη κήρυξη.
Αντίθετα, μπορεί να διεξάγεται μέσω μιας σειράς περιορισμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων, στοχευμένων επιθέσεων και εκτεταμένων δραστηριοτήτων συλλογής πληροφοριών.
Στο διάστημα μεταξύ μεγάλων πολεμικών αναμετρήσεων, οι ενέργειες αυτές αποσκοπούν στην αποδυνάμωση των εχθρικών δυνατοτήτων και στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος ασφαλείας ευνοϊκότερου για το Ισραήλ.
Εξηγώντας τη στρατηγική αυτή, ο Eisenkot και ο στρατιωτικός συνάδελφος και αναλυτής Gabi Siboni υποστήριξαν ότι στόχος είναι η ανάσχεση της περιφερειακής επιρροής του Ιράν προτού αυτή εξελιχθεί σε παγιωμένη απειλή για το Ισραήλ.
Οι επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών υποδομών στη Συρία που συνδέονται με το Ιράν, καθώς και οι επιχειρήσεις κατά της μεταφοράς προηγμένων οπλικών συστημάτων στη Hezbollah, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα εφαρμογής αυτής της στρατηγικής.
Κατά την αντίληψη του Eisenkot, η απειλή πρέπει να περιορίζεται εγκαίρως, προτού αποκτήσει τέτοια έκταση ώστε να καταστεί δύσκολα αναστρέψιμη.
Το δόγμα Dahiya: Η δυσανάλογη βία ως μέσο αποτροπής
Ο Eisenkot εκπροσωπεί, παράλληλα, μια ιδιαίτερα σκληρή προσέγγιση στα ζητήματα ασφάλειας.
Ορισμένοι αναλυτές τον συνδέουν με τη διαμόρφωση του λεγόμενου δόγματος Dahiya, μιας στρατηγικής που συνδέθηκε με τον πόλεμο του 2006 στον Λίβανο.
Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στη χρήση δυσανάλογης στρατιωτικής ισχύος ως απάντησης σε επιθέσεις, καθώς και στην καταστροφή πολιτικών υποδομών σε περιοχές όπου δραστηριοποιούνται ένοπλες οργανώσεις. Ο ίδιος ο Eisenkot έχει περιγράψει αυτή την προσέγγιση ως χρήση «δυσανάλογης βίας» από τον στρατό.
Το δόγμα αυτό συνδέθηκε αργότερα με τον τρόπο διεξαγωγής των ισραηλινών πολεμικών επιχειρήσεων στη Γάζα.
Η σημασία του συγκεκριμένου στοιχείου στη σύγκριση με τον Netanyahu είναι ότι ο Eisenkot δεν είναι κατ’ ανάγκην λιγότερο σκληρός από τον πολιτικό του αντίπαλο.
Σε ορισμένες πτυχές της στρατηγικής του για την ασφάλεια, μάλιστα, έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα ριζοσπαστικές θέσεις.
Εκείνο που τον διαφοροποιεί από τον Netanyahu δεν είναι τόσο η ένταση της στρατιωτικής βίας που θεωρεί αποδεκτή, όσο ο τρόπος με τον οποίο επιδιώκει να την αξιοποιήσει για την επίτευξη συγκεκριμένων στρατηγικών στόχων.
«Απόλυτος στόχος» ή «στρατηγική διαχείριση»;
Η σημαντικότερη απόκλιση ανάμεσα στις αντιλήψεις των Netanyahu και Eisenkot για την ασφάλεια αναδεικνύεται στο ζήτημα του Ιράν.
Ο Netanyahu θεωρεί την ανατροπή του καθεστώτος της Τεχεράνης εφικτό και αναγκαίο στόχο και τάσσεται υπέρ ενός «ολομέτωπου πολέμου» για την επίτευξή του.
Ο Eisenkot, αντίθετα, δηλώνει ότι η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν «δεν αποτελεί εφικτό στόχο».
Αντί για έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, δίνει έμφαση στον συνδυασμό οικονομικών πιέσεων, στοχευμένων στρατιωτικών πληγμάτων κατά του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και διπλωματικών πρωτοβουλιών.
Κατά την άποψή του, η οικονομική πίεση που ασκεί ο Donald Trump θα μπορούσε να οδηγήσει το Ιράν σε μια κατάσταση κατά την οποία θα αισθανόταν ηττημένο, χωρίς να απαιτηθεί μια στρατιωτική εκστρατεία πλήρους κλίμακας. Μια τέτοια εκστρατεία, άλλωστε, δεν θα εγγυόταν από μόνη της την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις αφορά, επομένως, τη διάκριση μεταξύ της επιδίωξης μιας αποφασιστικής, τελικής νίκης και της σταδιακής διαχείρισης μιας απειλής.
Ο Netanyahu επιδιώκει μια καθοριστική αναμέτρηση που θα οδηγήσει σε οριστική αλλαγή των δεδομένων.
Ο Eisenkot, αντίθετα, προκρίνει μια σταδιακή και ελεγχόμενη αποδυνάμωση του αντιπάλου, με στόχο να περιοριστούν οι δυνατότητές του χωρίς το Ισραήλ να εμπλακεί σε ατέρμονους πολέμους.
Η ανάληψη ευθύνης ως θεμελιώδης αρχή της ασφάλειας
Ένας ακόμη ακρογωνιαίος λίθος της στρατηγικής σκέψης του Eisenkot, που τον φέρνει σε ευθεία αντιπαράθεση με τον Netanyahu, είναι η αρχή της λογοδοσίας.
Ο Eisenkot χαρακτηρίζει τον Netanyahu «αντι-ηγέτη» και υποστηρίζει ότι η ανάληψη ευθύνης αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της στρατιωτικής κουλτούρας και της αποτελεσματικής ηγεσίας.
Όπως έχει δηλώσει, σύμφωνα με τη δική του αντίληψη για τη στρατιωτική διοίκηση: «Όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά, προωθήστε εκείνους που συνέβαλαν στην επιτυχία. Όταν τα πράγματα πηγαίνουν άσχημα, βγείτε μπροστά και αναλάβετε την ευθύνη».
Η θέση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τον τρόπο με τον οποίο ο Eisenkot αντιλαμβάνεται τη στάση του Netanyahu απέναντι στις αποτυχίες της ηγεσίας του.
Η βασική κριτική του αφορά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023. Σύμφωνα με τον Eisenkot, ο Netanyahu δεν έχει αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τις σοβαρές αποτυχίες στον τομέα της ασφάλειας που προηγήθηκαν της επίθεσης.
Ο Eisenkot έχει δεσμευτεί ότι, εφόσον αναλάβει την εξουσία, θα προωθήσει τη σύσταση ανεξάρτητης κρατικής εξεταστικής επιτροπής για τη διερεύνηση των αποτυχιών της 7ης Οκτωβρίου.
Με αυτόν τον τρόπο, η λογοδοσία αναδεικνύεται από προσωπικό χαρακτηριστικό ενός ηγέτη σε βασική αρχή εθνικής ασφάλειας. Χωρίς την ανάληψη ευθύνης, δεν είναι δυνατός ο εντοπισμός και η διόρθωση των λαθών. Και χωρίς τη διόρθωση των λαθών, δεν μπορεί να οικοδομηθεί μια σταθερή και βιώσιμη πολιτική ασφάλειας.
Ο Eisenkot δεν είναι ειρηνιστής
Συνολικά, ο Eisenkot δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «ειρηνοποιός» με τη συνήθη έννοια του όρου. Αντιτίθεται στην ίδρυση παλαιστινιακού κράτους, επιδιώκει την εξουδετέρωση της στρατιωτικής ισχύος της Hamas, υποστηρίζει την κατασκευή οικισμών στη Δυτική Όχθη και διατηρεί μια ιδιαίτερα εχθρική στάση απέναντι στο Ιράν.
Ωστόσο, η αντίληψή του για την ασφάλεια διαφοροποιείται από εκείνη του Netanyahu σε τρία βασικά σημεία:
1. Προληπτική αντιμετώπιση των απειλών: Αντί να αναμένει μια μεγάλη πολεμική αναμέτρηση, επιδιώκει να αποδυναμώνει σταδιακά τους αντιπάλους του Ισραήλ μέσα από περιορισμένες επιχειρήσεις και στοχευμένες ενέργειες.
2. Στρατηγική αυτοσυγκράτηση ως προς τους τελικούς στόχους: Δεν θεωρεί την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος ρεαλιστικό στόχο και προκρίνει έναν συνδυασμό στρατιωτικής πίεσης, οικονομικών κυρώσεων και διπλωματίας.
3. Λογοδοσία και ανάληψη ευθύνης: Θεωρεί ότι η αναγνώριση των αποτυχιών και η θεσμική διερεύνησή τους αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την αποκατάσταση και την ενίσχυση της ασφάλειας.
Η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον Netanyahu και τον Eisenkot δεν είναι, λοιπόν, ότι ο ένας επιδιώκει την ασφάλεια και ο άλλος την ειρήνη.
Και οι δύο προσεγγίζουν την ασφάλεια μέσα από μια σκληρή στρατηγική αντίληψη.
Εκείνο που τους διαχωρίζει είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται τη χρήση της στρατιωτικής ισχύος, τα όρια των εφικτών στόχων και την ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς εάν ο Eisenkot θα επιτεθεί στην Τεχεράνη σε περίπτωση που γίνει πρωθυπουργός του Ισραήλ.
Είναι εάν θα επιλέξει μια άμεση και ολοκληρωτική στρατιωτική αναμέτρηση ή εάν θα επιδιώξει να περιορίσει την ιρανική απειλή μέσω μιας σταδιακής, στοχευμένης και ελεγχόμενης στρατηγικής πίεσης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών