Μετά και τις τελευταίες εξελίξεις, το πετρέλαιο έχει χάσει πλέον πάνω από 5% από την έναρξη της εβδομάδας
Ισχυρές πιέσεις δέχονται την Τρίτη 25/8 οι τιμές του αργού πετρελαίου, σημειώνοντας απώλειες της τάξης του 3%, καθώς η Ουάσιγκτον φαίνεται να επιλέγει πλέον την οικονομική ασφυξία και την επιβολή κυρώσεων στο Ιράν αντί για την άμεση επανάληψη των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τους φόβους των επενδυτών για μια άμεση αναζωπύρωση των εχθροπραξιών.
Ειδικότερα, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent υποχωρούν κατά 3,5%, στα 87,35 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό West Texas Intermediate (WTI) κατέγραφε πτώση 3,2%, στα 82,26 δολάρια το βαρέλι.
Μετά και τις τελευταίες εξελίξεις, το πετρέλαιο έχει χάσει πλέον πάνω από 5% από την έναρξη της εβδομάδας, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε νέο γύρο κυρώσεων σε βάρος του Ιράν, αλλά και προσώπων και εταιρειών που η Ουάσιγκτον χαρακτηρίζει «διευκολυντές» του εμπορίου με την Ισλαμική Δημοκρατία.
Το «οικονομικό D-Day» των ΗΠΑ
Ο Λευκός Οίκος έχει περιγράψει τη νέα εκστρατεία ως «οικονομικό D-Day», ενώ ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, την έχει χαρακτηρίσει ως τη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική επίθεση που έχει εξαπολυθεί μέχρι σήμερα.
Ο Bessent υποστήριξε ότι η απόφαση της Ουάσιγκτον να αυξήσει δραστικά την οικονομική πίεση στην Τεχεράνη μειώνει, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, τις πιθανότητες να υπάρξει νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική σύγκρουση.
«Εάν εφαρμόζουμε τη μέγιστη οικονομική πίεση, αυτό σημαίνει ότι πιθανότατα δεν θα υπάρξει μεγάλης κλίμακας επανέναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων», ανέφερε.
Την ίδια ώρα, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών προετοιμάζεται να επαναφέρει στη Μέση Ανατολή Αμερικανούς διπλωμάτες, οι οποίοι είχαν απομακρυνθεί από την περιοχή, πιθανότατα ακόμη και εντός της τρέχουσας εβδομάδας.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται πρόσθετη ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον δεν αναμένει άμεση επιστροφή σε πολεμικές επιχειρήσεις πλήρους κλίμακας.
Οι ΗΠΑ επιστρέφουν διπλωμάτες στη Μέση Ανατολή
Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, το οποίο επικαλείται εσωτερικό έγγραφο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να επαναφέρουν διπλωματικό προσωπικό στις πρεσβείες τους στη Μέση Ανατολή που είχαν εκκενωθεί πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν.
Η επιστροφή των Αμερικανών διπλωματών, σε συνδυασμό με τη σταδιακή χαλάρωση των έκτακτων μέτρων ασφαλείας, θα μπορούσε να ξεκινήσει ακόμη και μέσα στις επόμενες ημέρες.
Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται να ενισχυθεί εκ νέου η αμερικανική διπλωματική παρουσία σε Ισραήλ, Λίβανο, Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ιορδανία, Ομάν, Ιράκ και Κουβέιτ.
Εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωσε στο Reuters ότι η αμερικανική κυβέρνηση επανεξετάζει σε συνεχή βάση τις συνθήκες ασφαλείας στις διπλωματικές της αποστολές ανά τον κόσμο. Μετά την τελευταία αξιολόγηση, αποφασίστηκε η προσαρμογή των επιπέδων στελέχωσης σε ορισμένες αποστολές στη Μέση Ανατολή.
Πρώτη στάση ο Λίβανος
Βάσει του εσωτερικού εγγράφου, η αμερικανική πρεσβεία στον Λίβανο αναμένεται να είναι η πρώτη που θα υποδεχθεί εκ νέου διπλωματικό προσωπικό, αν και αρχικά θα εξακολουθήσει να λειτουργεί με μειωμένη στελέχωση.
Στη συνέχεια, προβλέπεται πλήρης επαναφορά του προσωπικού στις αμερικανικές πρεσβείες στο Ισραήλ, την Ιορδανία και το Ομάν.
Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τον Λίβανο, η στελέχωση αναμένεται αρχικά να διαμορφωθεί στο 85% της κανονικής δυναμικότητας. Στις διπλωματικές αποστολές σε Ιράκ, Κουβέιτ και Μπαχρέιν, αντίθετα, το ανώτατο όριο θα διαμορφωθεί στο 75% του κανονικού προσωπικού.
Οι περικοπές προσωπικού είχαν ξεκινήσει ήδη από τον Φεβρουάριο, όταν η Ουάσιγκτον έδωσε τη δυνατότητα εθελοντικής αποχώρησης μη απαραίτητων υπαλλήλων και των οικογενειών τους από το Ισραήλ, καθώς η ένταση με το Ιράν κλιμακωνόταν.
Η σχεδιαζόμενη επιστροφή των διπλωματών και η χαλάρωση των έκτακτων μέτρων ασφαλείας συνιστούν, ως εκ τούτου, ένδειξη σταδιακής αποκατάστασης της αμερικανικής διπλωματικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή, μετά τις εκκενώσεις που προκάλεσε η σύγκρουση με το Ιράν.
Τραμπ: «Καθαρίστηκαν» οι νάρκες στα Στενά του Hormuz
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump δήλωσε την Τρίτη ότι το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό τον ενημέρωσε πως όλες οι νάρκες έχουν απομακρυνθεί από τα διεθνή ύδατα των Στενών του Hormuz.
Παράλληλα, έστειλε αυστηρή προειδοποίηση προς την Τεχεράνη, ξεκαθαρίζοντας ότι οποιοδήποτε πλοίο ή σκάφος επιχειρήσει να τοποθετήσει νέες νάρκες θα καταστρέφεται «άμεσα και συστηματικά».
Ο Trump ανέφερε ακόμη ότι οι ΗΠΑ, μέσω της Space Force, παρακολουθούν «κάθε τετραγωνική ίντσα» των Στενών του Hormuz, υπογραμμίζοντας ότι εφαρμόζεται πολιτική μηδενικής ανοχής απέναντι σε οποιαδήποτε νέα απόπειρα ναρκοθέτησης.
Η ασφάλεια στα Στενά του Hormuz εξακολουθεί να αποτελεί κομβικό ζήτημα για τις διεθνείς ενεργειακές αγορές, καθώς οποιαδήποτε διαταραχή στη ναυσιπλοΐα μπορεί να έχει άμεσες συνέπειες στις παγκόσμιες ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η στρατιωτική επιλογή παραμένει στο τραπέζι
Παρά τη σαφή στροφή της Ουάσιγκτον προς το οικονομικό μέτωπο, η στρατιωτική λύση δεν έχει αποκλειστεί.
Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Pete Hegseth, δήλωσε ότι η πιθανότητα νέων αμερικανικών στρατιωτικών πληγμάτων στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να εξετάζεται.
«Εάν χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε στρατιωτικά πλήγματα, θα το κάνουμε», ανέφερε, προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε πρόκληση από το Ιράν προς τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις θα προκαλέσει αντίδραση της Ουάσιγκτον.
Όπως εξήγησε, η οικονομική πίεση αποτελεί αυτή τη στιγμή το ισχυρότερο μέσο άσκησης πίεσης προς την Τεχεράνη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ΗΠΑ έχουν αποκλείσει το ενδεχόμενο στρατιωτικών επιχειρήσεων στα Στενά του Hormuz ή στην ευρύτερη περιοχή του Ιράν.
Τεχεράνη: «Είμαστε πλήρως προετοιμασμένοι»
Η ιρανική πλευρά, από την άλλη, δηλώνει έτοιμη να αντιμετωπίσει το νέο κύμα αμερικανικών κυρώσεων.
Ο υπουργός Οικονομίας του Ιράν, Ali Madanizadeh, δήλωσε στην κρατική τηλεόραση ότι η χώρα είναι «πλήρως προετοιμασμένη» να αντιμετωπίσει την πρόσθετη οικονομική πίεση που ασκούν οι ΗΠΑ.
Όπως ανέφερε, η κυβέρνηση έχει ήδη καταρτίσει διετές σχέδιο για τη διαχείριση των επιπτώσεων των νέων μέτρων, υποστηρίζοντας ότι διαθέτει τα απαραίτητα εργαλεία για να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες.
Η Κίνα προειδοποιεί την Ουάσιγκτον
Καθοριστικής σημασίας για το κατά πόσο θα αποδώσει η νέα αμερικανική στρατηγική είναι η στάση της Κίνας, δεδομένου ότι οι νέες κυρώσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν το Πεκίνο εάν συνεχίσει να αγοράζει ιρανικό πετρέλαιο.
Η Κίνα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους του Ιράν και έχει επανειλημμένα υποστηρίξει τη διπλωματική επίλυση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Lin Jian, δήλωσε ότι το Πεκίνο θα κάνει «ό,τι είναι απαραίτητο» προκειμένου να διασφαλίσει τα δικαιώματα και τα συμφέροντά του.
Παράλληλα, η Κίνα επανέλαβε την αντίθεσή της στις μονομερείς κυρώσεις που δεν βασίζονται στο διεθνές δίκαιο ή δεν έχουν την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Όπως υποστήριξε, ο οικονομικός πόλεμος και η πολιτική της μέγιστης πίεσης δεν μπορούν να οδηγήσουν σε βιώσιμη λύση.
Το Πεκίνο τόνισε ακόμη ότι οι οικονομικές του σχέσεις με την Τεχεράνη διεξάγονται στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να παρεμποδιστούν.
Το κρίσιμο στοίχημα των κυρώσεων
Οι αναλυτές της BBH θεωρούν ότι οι τελευταίες κινήσεις της κυβέρνησης Trump μοιάζουν περισσότερο με «προειδοποιητική βολή» παρά με αποφασιστικό χτύπημα στην ιρανική οικονομία.
Η Ουάσιγκτον επέκτεινε το καθεστώς κυρώσεων κατά του Ιράν, απέφυγε όμως προς το παρόν να επιβάλει άμεσες δευτερογενείς κυρώσεις σε χώρες που εξακολουθούν να συμμετέχουν στο εμπόριο με την Τεχεράνη.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η Κίνα, η οποία, σύμφωνα με τους αναλυτές, απορροφά περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου.
Κατά συνέπεια, η πραγματική αποτελεσματικότητα της νέας αμερικανικής στρατηγικής θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το εάν η Ουάσιγκτον θα είναι διατεθειμένη να επεκτείνει την πίεση και σε κινεζικές επιχειρήσεις.
Ένα τέτοιο βήμα θα μπορούσε να οδηγήσει στην επιβολή κυρώσεων σε μεγάλες κινεζικές τράπεζες και διυλιστήρια. Ταυτόχρονα, όμως, θα αύξανε τους κινδύνους για τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα από το Πεκίνο και να επιβαρύνει εκ νέου την εύθραυστη διαδικασία αποκλιμάκωσης στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας.
Για την αγορά πετρελαίου, πάντως, το άμεσο μήνυμα είναι σαφές: η επιλογή της Ουάσιγκτον να δώσει προτεραιότητα στον οικονομικό πόλεμο έναντι μιας νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης περιορίζει, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, το γεωπολιτικό premium που είχε ενσωματωθεί στις τιμές του αργού.
www.bankingnews.gr
Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τους φόβους των επενδυτών για μια άμεση αναζωπύρωση των εχθροπραξιών.
Ειδικότερα, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent υποχωρούν κατά 3,5%, στα 87,35 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό West Texas Intermediate (WTI) κατέγραφε πτώση 3,2%, στα 82,26 δολάρια το βαρέλι.
Μετά και τις τελευταίες εξελίξεις, το πετρέλαιο έχει χάσει πλέον πάνω από 5% από την έναρξη της εβδομάδας, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε νέο γύρο κυρώσεων σε βάρος του Ιράν, αλλά και προσώπων και εταιρειών που η Ουάσιγκτον χαρακτηρίζει «διευκολυντές» του εμπορίου με την Ισλαμική Δημοκρατία.
Το «οικονομικό D-Day» των ΗΠΑ
Ο Λευκός Οίκος έχει περιγράψει τη νέα εκστρατεία ως «οικονομικό D-Day», ενώ ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, την έχει χαρακτηρίσει ως τη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική επίθεση που έχει εξαπολυθεί μέχρι σήμερα.
Ο Bessent υποστήριξε ότι η απόφαση της Ουάσιγκτον να αυξήσει δραστικά την οικονομική πίεση στην Τεχεράνη μειώνει, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, τις πιθανότητες να υπάρξει νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική σύγκρουση.
«Εάν εφαρμόζουμε τη μέγιστη οικονομική πίεση, αυτό σημαίνει ότι πιθανότατα δεν θα υπάρξει μεγάλης κλίμακας επανέναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων», ανέφερε.
Την ίδια ώρα, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών προετοιμάζεται να επαναφέρει στη Μέση Ανατολή Αμερικανούς διπλωμάτες, οι οποίοι είχαν απομακρυνθεί από την περιοχή, πιθανότατα ακόμη και εντός της τρέχουσας εβδομάδας.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται πρόσθετη ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον δεν αναμένει άμεση επιστροφή σε πολεμικές επιχειρήσεις πλήρους κλίμακας.
Οι ΗΠΑ επιστρέφουν διπλωμάτες στη Μέση Ανατολή
Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, το οποίο επικαλείται εσωτερικό έγγραφο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να επαναφέρουν διπλωματικό προσωπικό στις πρεσβείες τους στη Μέση Ανατολή που είχαν εκκενωθεί πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν.
Η επιστροφή των Αμερικανών διπλωματών, σε συνδυασμό με τη σταδιακή χαλάρωση των έκτακτων μέτρων ασφαλείας, θα μπορούσε να ξεκινήσει ακόμη και μέσα στις επόμενες ημέρες.
Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται να ενισχυθεί εκ νέου η αμερικανική διπλωματική παρουσία σε Ισραήλ, Λίβανο, Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ιορδανία, Ομάν, Ιράκ και Κουβέιτ.
Εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωσε στο Reuters ότι η αμερικανική κυβέρνηση επανεξετάζει σε συνεχή βάση τις συνθήκες ασφαλείας στις διπλωματικές της αποστολές ανά τον κόσμο. Μετά την τελευταία αξιολόγηση, αποφασίστηκε η προσαρμογή των επιπέδων στελέχωσης σε ορισμένες αποστολές στη Μέση Ανατολή.
Πρώτη στάση ο Λίβανος
Βάσει του εσωτερικού εγγράφου, η αμερικανική πρεσβεία στον Λίβανο αναμένεται να είναι η πρώτη που θα υποδεχθεί εκ νέου διπλωματικό προσωπικό, αν και αρχικά θα εξακολουθήσει να λειτουργεί με μειωμένη στελέχωση.
Στη συνέχεια, προβλέπεται πλήρης επαναφορά του προσωπικού στις αμερικανικές πρεσβείες στο Ισραήλ, την Ιορδανία και το Ομάν.
Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τον Λίβανο, η στελέχωση αναμένεται αρχικά να διαμορφωθεί στο 85% της κανονικής δυναμικότητας. Στις διπλωματικές αποστολές σε Ιράκ, Κουβέιτ και Μπαχρέιν, αντίθετα, το ανώτατο όριο θα διαμορφωθεί στο 75% του κανονικού προσωπικού.
Οι περικοπές προσωπικού είχαν ξεκινήσει ήδη από τον Φεβρουάριο, όταν η Ουάσιγκτον έδωσε τη δυνατότητα εθελοντικής αποχώρησης μη απαραίτητων υπαλλήλων και των οικογενειών τους από το Ισραήλ, καθώς η ένταση με το Ιράν κλιμακωνόταν.
Η σχεδιαζόμενη επιστροφή των διπλωματών και η χαλάρωση των έκτακτων μέτρων ασφαλείας συνιστούν, ως εκ τούτου, ένδειξη σταδιακής αποκατάστασης της αμερικανικής διπλωματικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή, μετά τις εκκενώσεις που προκάλεσε η σύγκρουση με το Ιράν.
Τραμπ: «Καθαρίστηκαν» οι νάρκες στα Στενά του Hormuz
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump δήλωσε την Τρίτη ότι το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό τον ενημέρωσε πως όλες οι νάρκες έχουν απομακρυνθεί από τα διεθνή ύδατα των Στενών του Hormuz.
Παράλληλα, έστειλε αυστηρή προειδοποίηση προς την Τεχεράνη, ξεκαθαρίζοντας ότι οποιοδήποτε πλοίο ή σκάφος επιχειρήσει να τοποθετήσει νέες νάρκες θα καταστρέφεται «άμεσα και συστηματικά».
Ο Trump ανέφερε ακόμη ότι οι ΗΠΑ, μέσω της Space Force, παρακολουθούν «κάθε τετραγωνική ίντσα» των Στενών του Hormuz, υπογραμμίζοντας ότι εφαρμόζεται πολιτική μηδενικής ανοχής απέναντι σε οποιαδήποτε νέα απόπειρα ναρκοθέτησης.
Η ασφάλεια στα Στενά του Hormuz εξακολουθεί να αποτελεί κομβικό ζήτημα για τις διεθνείς ενεργειακές αγορές, καθώς οποιαδήποτε διαταραχή στη ναυσιπλοΐα μπορεί να έχει άμεσες συνέπειες στις παγκόσμιες ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η στρατιωτική επιλογή παραμένει στο τραπέζι
Παρά τη σαφή στροφή της Ουάσιγκτον προς το οικονομικό μέτωπο, η στρατιωτική λύση δεν έχει αποκλειστεί.
Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Pete Hegseth, δήλωσε ότι η πιθανότητα νέων αμερικανικών στρατιωτικών πληγμάτων στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να εξετάζεται.
«Εάν χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε στρατιωτικά πλήγματα, θα το κάνουμε», ανέφερε, προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε πρόκληση από το Ιράν προς τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις θα προκαλέσει αντίδραση της Ουάσιγκτον.
Όπως εξήγησε, η οικονομική πίεση αποτελεί αυτή τη στιγμή το ισχυρότερο μέσο άσκησης πίεσης προς την Τεχεράνη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ΗΠΑ έχουν αποκλείσει το ενδεχόμενο στρατιωτικών επιχειρήσεων στα Στενά του Hormuz ή στην ευρύτερη περιοχή του Ιράν.
Τεχεράνη: «Είμαστε πλήρως προετοιμασμένοι»
Η ιρανική πλευρά, από την άλλη, δηλώνει έτοιμη να αντιμετωπίσει το νέο κύμα αμερικανικών κυρώσεων.
Ο υπουργός Οικονομίας του Ιράν, Ali Madanizadeh, δήλωσε στην κρατική τηλεόραση ότι η χώρα είναι «πλήρως προετοιμασμένη» να αντιμετωπίσει την πρόσθετη οικονομική πίεση που ασκούν οι ΗΠΑ.
Όπως ανέφερε, η κυβέρνηση έχει ήδη καταρτίσει διετές σχέδιο για τη διαχείριση των επιπτώσεων των νέων μέτρων, υποστηρίζοντας ότι διαθέτει τα απαραίτητα εργαλεία για να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες.
Η Κίνα προειδοποιεί την Ουάσιγκτον
Καθοριστικής σημασίας για το κατά πόσο θα αποδώσει η νέα αμερικανική στρατηγική είναι η στάση της Κίνας, δεδομένου ότι οι νέες κυρώσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν το Πεκίνο εάν συνεχίσει να αγοράζει ιρανικό πετρέλαιο.
Η Κίνα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους του Ιράν και έχει επανειλημμένα υποστηρίξει τη διπλωματική επίλυση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Lin Jian, δήλωσε ότι το Πεκίνο θα κάνει «ό,τι είναι απαραίτητο» προκειμένου να διασφαλίσει τα δικαιώματα και τα συμφέροντά του.
Παράλληλα, η Κίνα επανέλαβε την αντίθεσή της στις μονομερείς κυρώσεις που δεν βασίζονται στο διεθνές δίκαιο ή δεν έχουν την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Όπως υποστήριξε, ο οικονομικός πόλεμος και η πολιτική της μέγιστης πίεσης δεν μπορούν να οδηγήσουν σε βιώσιμη λύση.
Το Πεκίνο τόνισε ακόμη ότι οι οικονομικές του σχέσεις με την Τεχεράνη διεξάγονται στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να παρεμποδιστούν.
Το κρίσιμο στοίχημα των κυρώσεων
Οι αναλυτές της BBH θεωρούν ότι οι τελευταίες κινήσεις της κυβέρνησης Trump μοιάζουν περισσότερο με «προειδοποιητική βολή» παρά με αποφασιστικό χτύπημα στην ιρανική οικονομία.
Η Ουάσιγκτον επέκτεινε το καθεστώς κυρώσεων κατά του Ιράν, απέφυγε όμως προς το παρόν να επιβάλει άμεσες δευτερογενείς κυρώσεις σε χώρες που εξακολουθούν να συμμετέχουν στο εμπόριο με την Τεχεράνη.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η Κίνα, η οποία, σύμφωνα με τους αναλυτές, απορροφά περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου.
Κατά συνέπεια, η πραγματική αποτελεσματικότητα της νέας αμερικανικής στρατηγικής θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το εάν η Ουάσιγκτον θα είναι διατεθειμένη να επεκτείνει την πίεση και σε κινεζικές επιχειρήσεις.
Ένα τέτοιο βήμα θα μπορούσε να οδηγήσει στην επιβολή κυρώσεων σε μεγάλες κινεζικές τράπεζες και διυλιστήρια. Ταυτόχρονα, όμως, θα αύξανε τους κινδύνους για τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα από το Πεκίνο και να επιβαρύνει εκ νέου την εύθραυστη διαδικασία αποκλιμάκωσης στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας.
Για την αγορά πετρελαίου, πάντως, το άμεσο μήνυμα είναι σαφές: η επιλογή της Ουάσιγκτον να δώσει προτεραιότητα στον οικονομικό πόλεμο έναντι μιας νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης περιορίζει, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, το γεωπολιτικό premium που είχε ενσωματωθεί στις τιμές του αργού.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών