Σκληρή απάντηση - Το τραγικό λάθος του στοιχήματος του Trump που επιχείρησε να εμπλέξει όλο τον πλανήτη στον οικονομικό αποκλεισμό του Ιράν
Οι νέες αμερικανικές κυρώσεις κατά του Ιράν δεν αποτελούν απλώς ακόμη ένα επεισόδιο στην πολυετή οικονομική αντιπαράθεση των ΗΠΑ με το Ιράν.
Η απόφαση της κυβέρνησης του Donald Trump να διευρύνει την οικονομική πίεση, απειλώντας παράλληλα ακόμη και τρίτες χώρες και επιχειρήσεις που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με το Ιράν, μετατρέπει τις κυρώσεις σε ευρύτερο εργαλείο γεωπολιτικού καταναγκασμού.
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Scott Bessent προειδοποίησε ότι χώρες και επιχειρήσεις που διατηρούν οικονομικές σχέσεις με την Τεχεράνη κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με αποκλεισμό από το χρηματοπιστωτικό σύστημα που βασίζεται στο δολάριο.
Η νέα δέσμη μέτρων αφορά περίπου 60 πρόσωπα, οντότητες και πλοία που συνδέονται με τις ιρανικές πετρελαϊκές και οικονομικές δραστηριότητες - με την έμφαση να δίδεται στις δευτερογενείς κυρώσεις
Το κρίσιμο στοιχείο, επομένως, δεν είναι μόνο η πίεση που ασκείται στην ιρανική οικονομία.
Είναι η απαίτηση της Ουάσιγκτον από τον υπόλοιπο κόσμο να ευθυγραμμιστεί με την αμερικανική πολιτική.
«Δεν θα υποκύψουμε στον οικονομικό εκβιασμό»
Η αντίδραση της Τεχεράνης ήταν άμεση.
Η ιρανική κυβέρνηση διαμηνύει ότι είναι προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει τις νέες κυρώσεις και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αντιποίνων.
Ο υπουργός Οικονομίας Ali Madanizadeh δήλωσε ότι το Ιράν είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει την αμερικανική πίεση, ενώ εκπρόσωπος των Φρουρών της Επανάστασης προειδοποίησε ότι μια επίθεση σε ιρανικές υποδομές θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήγματα εναντίον αμερικανικών συμφερόντων στη Μεση Ανατολή και αλλού, ενώ παράλληλα το Ιράν έχει διαμηνύσει ότι θα θεωρεί πράξη πολέμου τη συμμετοχή στο σύστημα των κυρώσεων.
Παράλληλα, η Τεχεράνη έχει καταστήσει σαφές ότι διαθέτει σημαντικά περιθώρια αντίδρασης μέσω της ενέργειας και της στρατηγικής θέσης των Στενών του Hormuz.
Έτσι, η αμερικανική στρατηγική δημιουργεί ένα επικίνδυνο δίλημμα: όσο αυξάνεται η οικονομική πίεση, τόσο μεγαλώνει και ο κίνδυνος η οικονομική σύγκρουση να μετατραπεί εκ νέου σε στρατιωτική και ενεργειακή κρίση.
Κίνα: Πλήρης απόρριψη των μονομερών κυρώσεων
Η πλέον βαρύνουσα πολιτική αντίδραση εκτός Ιράν προέρχεται από την Κίνα.
Το Πεκίνο απορρίπτει τις μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις και δηλώνει ότι θα προστατεύσει τα νόμιμα οικονομικά και εμπορικά του συμφέροντα.
Η στάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η Κίνα αποτελεί τον σημαντικότερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου.
Η Ουάσιγκτον , από την πλευρά της, φαίνεται να αντιμετωπίζει το ζήτημα με μεγαλύτερη προσοχή όταν πρόκειται για την Κίνα.
Η νέα δέσμη κυρώσεων δεν έπληξε βασικά κινεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, γεγονός που ερμηνεύεται ως προσπάθεια της αμερικανικής κυβέρνησης να μην οδηγήσει την αντιπαράθεση με την Κίνα σε πλήρη οικονομική σύγκρουση.
Εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές αντιφάσεις της αμερικανικής πολιτικής: Οι ΗΠΑ θέλουν να χρησιμοποιήσουν την ισχύ του δολαρίου για να υποχρεώσει τον κόσμο να απομονώσει το Ιράν, αλλά η εφαρμογή μιας τέτοιας στρατηγικής απέναντι στην Κίνα θα μπορούσε να προκαλέσει πολύ ευρύτερη αναστάτωση στο διεθνές οικονομικό σύστημα.
Ρωσία και BRICS: η αμφισβήτηση της αμερικανικής μονομέρειας
Η Ρωσία και η Κίνα αποτελούν ήδη τους δύο σημαντικότερους πόλους αντίστασης στην προσπάθεια των ΗΠΑ να επιβάλουν μονομερώς τους οικονομικούς της κανόνες στην υπόθεση του Ιράν.
Η ρωσική προσέγγιση παραμένει προσανατολισμένη στη διπλωματική επίλυση της κρίσης και στην απόρριψη της χρήσης μονομερών οικονομικών και στρατιωτικών πιέσεων.
Η Κίνα, από την άλλη, συνδυάζει την πολιτική καταδίκη των αμερικανικών μέτρων με τη διατήρηση των οικονομικών της σχέσεων με το Ιράν.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός ολοένα πιο εμφανούς διαχωρισμού: από τη μία πλευρά η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διατηρήσει ένα σύστημα διεθνούς οικονομικής πειθαρχίας βασισμένο στο δολάριο και στις αμερικανικές κυρώσεις• από την άλλη, Πεκίνο και Μόσμα υποστηρίζουν ένα μοντέλο στο οποίο οι διμερείς εμπορικές σχέσεις δεν θα εξαρτώνται από την έγκριση των ΗΠΑ.
Οι χώρες του περσικού Κόλπου δεν θέλουν μια νέα περιφερειακή έκρηξη
Ακόμη πιο σύνθετη είναι η στάση των αραβικών κρατών του Περσικού Κόλπου.
Οι κυβερνήσεις της περιοχής βρίσκονται ανάμεσα στη στρατηγική σχέση τους με τις ΗΠΑ και στον άμεσο κίνδυνο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης με το Ιράν.
Το ζήτημα των Στενών του Hormuz είναι καθοριστικό. Οποιαδήποτε σοβαρή διαταραχή στη ναυσιπλοΐα μπορεί να επηρεάσει τις εξαγωγές πετρελαίου, τις διεθνείς τιμές ενέργειας και, τελικά, τον πληθωρισμό σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το Πακιστάν, μάλιστα, επιχειρεί ενεργά να περιορίσει την κλιμάκωση. Ο στρατηγός Asim Munir είχε συνομιλίες με την ιρανική πλευρά με αντικείμενο την αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης και την αναζήτηση διπλωματικής λύσης.
Αυτό έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία: η περιφερειακή διπλωματία φαίνεται να προσπαθεί να δημιουργήσει χώρο για διαπραγμάτευση, την ώρα που η Ουάσιγκτον επιλέγει την περαιτέρω οικονομική πίεση.
Το κόστος επιστρέφει στις ίδιες τις ευρωπαϊκές οικονομίες
Η ευρωπαϊκή διάσταση είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα.
Η Γερμανία ήδη βιώνει τις συνέπειες της γεωπολιτικής αβεβαιότητας στις αγορές ομολόγων
. Ο υπουργός Οικονομικών Lars Klingbeil συνέδεσε ευθέως την άνοδο των επιτοκίων με την παγκόσμια αβεβαιότητα που προκαλεί ο πόλεμος του Donald Trump στο Ιράν.
Η απόδοση του γερμανικού 30ετούς ομολόγου έφτασε το 3,79%, στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία, ενώ το γερμανικό κράτος αναγκάστηκε να εκδώσει 30ετές ομόλογο με τη μεγαλύτερη απόδοση των τελευταίων 15 ετών.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: μια αμερικανική στρατηγική που υποτίθεται ότι αποσκοπεί στην οικονομική αποδυνάμωση του Ιράν παράγει ταυτόχρονα κόστος για τους συμμάχους της Washington, μέσω της ενέργειας, του πληθωρισμού, των επιτοκίων και του κόστους δανεισμού.
Από τις κυρώσεις στην αμφισβήτηση της αμερικανικής οικονομικής κυριαρχίας
Το βαθύτερο ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο το Ιράν.
Η σημερινή κρίση φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα εάν η αμερικανική οικονομική ισχύς μπορεί να χρησιμοποιείται επ' αόριστον ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής απέναντι σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Η απειλή αποκλεισμού από το δολαριακό σύστημα δίνει στις ΗΠΑ τεράστια ισχύ.
Ταυτόχρονα, όμως, ενισχύει τα κίνητρα της Κίνας, της Ρωσίας, του Ιράν και άλλων χωρών να αναζητήσουν εναλλακτικούς μηχανισμούς πληρωμών, εθνικά νομίσματα και διαφορετικά εμπορικά δίκτυα. Η ίδια η αμερικανική πίεση, επομένως, μπορεί μακροπρόθεσμα να επιταχύνει την προσπάθεια περιορισμού της εξάρτησης από το δολάριο.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα των νέων κυρώσεων.
Δεν διαμορφώνεται απαραίτητα ένα ενιαίο, οργανωμένο «αντιαμερικανικό μπλοκ».
Διαμορφώνεται όμως κάτι πιο σύνθετο και ίσως πιο σημαντικό: ένα πολιτικό και οικονομικό μέτωπο χωρών που, για διαφορετικούς λόγους, αμφισβητούν το δικαίωμα των ΗΠΑ να καθορίζουν μονομερώς ποιος μπορεί να εμπορεύεται με ποιον.
Το Ιράν αντιστέκεται στην οικονομική πολιορκία. Η Κίνα απορρίπτει τη μονομερή επιβολή κυρώσεων.
Η Ρωσία επιμένει στη διπλωματική λύση. Χώρες της περιοχής επιχειρούν να αποτρέψουν μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση. Και στην Ευρώπη αρχίζουν να γίνονται ορατές οι οικονομικές συνέπειες μιας σύγκρουσης που εξελίσσεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν οι κυρώσεις θα γονατίσουν την ιρανική οικονομία, αλλά εάν θα οδηγήσουν στην επιτάχυνση διαμόρσωσης ενός ευρύτερου διεθνούς μετώπου που αμφισβητεί την αμερικανική οικονομική κυριαρχία.
www.bankingnews.gr
Η απόφαση της κυβέρνησης του Donald Trump να διευρύνει την οικονομική πίεση, απειλώντας παράλληλα ακόμη και τρίτες χώρες και επιχειρήσεις που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με το Ιράν, μετατρέπει τις κυρώσεις σε ευρύτερο εργαλείο γεωπολιτικού καταναγκασμού.
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Scott Bessent προειδοποίησε ότι χώρες και επιχειρήσεις που διατηρούν οικονομικές σχέσεις με την Τεχεράνη κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με αποκλεισμό από το χρηματοπιστωτικό σύστημα που βασίζεται στο δολάριο.
Η νέα δέσμη μέτρων αφορά περίπου 60 πρόσωπα, οντότητες και πλοία που συνδέονται με τις ιρανικές πετρελαϊκές και οικονομικές δραστηριότητες - με την έμφαση να δίδεται στις δευτερογενείς κυρώσεις
Το κρίσιμο στοιχείο, επομένως, δεν είναι μόνο η πίεση που ασκείται στην ιρανική οικονομία.
Είναι η απαίτηση της Ουάσιγκτον από τον υπόλοιπο κόσμο να ευθυγραμμιστεί με την αμερικανική πολιτική.
«Δεν θα υποκύψουμε στον οικονομικό εκβιασμό»
Η αντίδραση της Τεχεράνης ήταν άμεση.
Η ιρανική κυβέρνηση διαμηνύει ότι είναι προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει τις νέες κυρώσεις και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αντιποίνων.
Ο υπουργός Οικονομίας Ali Madanizadeh δήλωσε ότι το Ιράν είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει την αμερικανική πίεση, ενώ εκπρόσωπος των Φρουρών της Επανάστασης προειδοποίησε ότι μια επίθεση σε ιρανικές υποδομές θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήγματα εναντίον αμερικανικών συμφερόντων στη Μεση Ανατολή και αλλού, ενώ παράλληλα το Ιράν έχει διαμηνύσει ότι θα θεωρεί πράξη πολέμου τη συμμετοχή στο σύστημα των κυρώσεων.
Παράλληλα, η Τεχεράνη έχει καταστήσει σαφές ότι διαθέτει σημαντικά περιθώρια αντίδρασης μέσω της ενέργειας και της στρατηγικής θέσης των Στενών του Hormuz.
Έτσι, η αμερικανική στρατηγική δημιουργεί ένα επικίνδυνο δίλημμα: όσο αυξάνεται η οικονομική πίεση, τόσο μεγαλώνει και ο κίνδυνος η οικονομική σύγκρουση να μετατραπεί εκ νέου σε στρατιωτική και ενεργειακή κρίση.
Κίνα: Πλήρης απόρριψη των μονομερών κυρώσεων
Η πλέον βαρύνουσα πολιτική αντίδραση εκτός Ιράν προέρχεται από την Κίνα.
Το Πεκίνο απορρίπτει τις μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις και δηλώνει ότι θα προστατεύσει τα νόμιμα οικονομικά και εμπορικά του συμφέροντα.
Η στάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η Κίνα αποτελεί τον σημαντικότερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου.
Η Ουάσιγκτον , από την πλευρά της, φαίνεται να αντιμετωπίζει το ζήτημα με μεγαλύτερη προσοχή όταν πρόκειται για την Κίνα.
Η νέα δέσμη κυρώσεων δεν έπληξε βασικά κινεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, γεγονός που ερμηνεύεται ως προσπάθεια της αμερικανικής κυβέρνησης να μην οδηγήσει την αντιπαράθεση με την Κίνα σε πλήρη οικονομική σύγκρουση.
Εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές αντιφάσεις της αμερικανικής πολιτικής: Οι ΗΠΑ θέλουν να χρησιμοποιήσουν την ισχύ του δολαρίου για να υποχρεώσει τον κόσμο να απομονώσει το Ιράν, αλλά η εφαρμογή μιας τέτοιας στρατηγικής απέναντι στην Κίνα θα μπορούσε να προκαλέσει πολύ ευρύτερη αναστάτωση στο διεθνές οικονομικό σύστημα.
Ρωσία και BRICS: η αμφισβήτηση της αμερικανικής μονομέρειας
Η Ρωσία και η Κίνα αποτελούν ήδη τους δύο σημαντικότερους πόλους αντίστασης στην προσπάθεια των ΗΠΑ να επιβάλουν μονομερώς τους οικονομικούς της κανόνες στην υπόθεση του Ιράν.
Η ρωσική προσέγγιση παραμένει προσανατολισμένη στη διπλωματική επίλυση της κρίσης και στην απόρριψη της χρήσης μονομερών οικονομικών και στρατιωτικών πιέσεων.
Η Κίνα, από την άλλη, συνδυάζει την πολιτική καταδίκη των αμερικανικών μέτρων με τη διατήρηση των οικονομικών της σχέσεων με το Ιράν.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός ολοένα πιο εμφανούς διαχωρισμού: από τη μία πλευρά η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διατηρήσει ένα σύστημα διεθνούς οικονομικής πειθαρχίας βασισμένο στο δολάριο και στις αμερικανικές κυρώσεις• από την άλλη, Πεκίνο και Μόσμα υποστηρίζουν ένα μοντέλο στο οποίο οι διμερείς εμπορικές σχέσεις δεν θα εξαρτώνται από την έγκριση των ΗΠΑ.
Οι χώρες του περσικού Κόλπου δεν θέλουν μια νέα περιφερειακή έκρηξη
Ακόμη πιο σύνθετη είναι η στάση των αραβικών κρατών του Περσικού Κόλπου.
Οι κυβερνήσεις της περιοχής βρίσκονται ανάμεσα στη στρατηγική σχέση τους με τις ΗΠΑ και στον άμεσο κίνδυνο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης με το Ιράν.
Το ζήτημα των Στενών του Hormuz είναι καθοριστικό. Οποιαδήποτε σοβαρή διαταραχή στη ναυσιπλοΐα μπορεί να επηρεάσει τις εξαγωγές πετρελαίου, τις διεθνείς τιμές ενέργειας και, τελικά, τον πληθωρισμό σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το Πακιστάν, μάλιστα, επιχειρεί ενεργά να περιορίσει την κλιμάκωση. Ο στρατηγός Asim Munir είχε συνομιλίες με την ιρανική πλευρά με αντικείμενο την αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης και την αναζήτηση διπλωματικής λύσης.
Αυτό έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία: η περιφερειακή διπλωματία φαίνεται να προσπαθεί να δημιουργήσει χώρο για διαπραγμάτευση, την ώρα που η Ουάσιγκτον επιλέγει την περαιτέρω οικονομική πίεση.
Το κόστος επιστρέφει στις ίδιες τις ευρωπαϊκές οικονομίες
Η ευρωπαϊκή διάσταση είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα.
Η Γερμανία ήδη βιώνει τις συνέπειες της γεωπολιτικής αβεβαιότητας στις αγορές ομολόγων
. Ο υπουργός Οικονομικών Lars Klingbeil συνέδεσε ευθέως την άνοδο των επιτοκίων με την παγκόσμια αβεβαιότητα που προκαλεί ο πόλεμος του Donald Trump στο Ιράν.
Η απόδοση του γερμανικού 30ετούς ομολόγου έφτασε το 3,79%, στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία, ενώ το γερμανικό κράτος αναγκάστηκε να εκδώσει 30ετές ομόλογο με τη μεγαλύτερη απόδοση των τελευταίων 15 ετών.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: μια αμερικανική στρατηγική που υποτίθεται ότι αποσκοπεί στην οικονομική αποδυνάμωση του Ιράν παράγει ταυτόχρονα κόστος για τους συμμάχους της Washington, μέσω της ενέργειας, του πληθωρισμού, των επιτοκίων και του κόστους δανεισμού.
Από τις κυρώσεις στην αμφισβήτηση της αμερικανικής οικονομικής κυριαρχίας
Το βαθύτερο ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο το Ιράν.
Η σημερινή κρίση φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα εάν η αμερικανική οικονομική ισχύς μπορεί να χρησιμοποιείται επ' αόριστον ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής απέναντι σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Η απειλή αποκλεισμού από το δολαριακό σύστημα δίνει στις ΗΠΑ τεράστια ισχύ.
Ταυτόχρονα, όμως, ενισχύει τα κίνητρα της Κίνας, της Ρωσίας, του Ιράν και άλλων χωρών να αναζητήσουν εναλλακτικούς μηχανισμούς πληρωμών, εθνικά νομίσματα και διαφορετικά εμπορικά δίκτυα. Η ίδια η αμερικανική πίεση, επομένως, μπορεί μακροπρόθεσμα να επιταχύνει την προσπάθεια περιορισμού της εξάρτησης από το δολάριο.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα των νέων κυρώσεων.
Δεν διαμορφώνεται απαραίτητα ένα ενιαίο, οργανωμένο «αντιαμερικανικό μπλοκ».
Διαμορφώνεται όμως κάτι πιο σύνθετο και ίσως πιο σημαντικό: ένα πολιτικό και οικονομικό μέτωπο χωρών που, για διαφορετικούς λόγους, αμφισβητούν το δικαίωμα των ΗΠΑ να καθορίζουν μονομερώς ποιος μπορεί να εμπορεύεται με ποιον.
Το Ιράν αντιστέκεται στην οικονομική πολιορκία. Η Κίνα απορρίπτει τη μονομερή επιβολή κυρώσεων.
Η Ρωσία επιμένει στη διπλωματική λύση. Χώρες της περιοχής επιχειρούν να αποτρέψουν μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση. Και στην Ευρώπη αρχίζουν να γίνονται ορατές οι οικονομικές συνέπειες μιας σύγκρουσης που εξελίσσεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν οι κυρώσεις θα γονατίσουν την ιρανική οικονομία, αλλά εάν θα οδηγήσουν στην επιτάχυνση διαμόρσωσης ενός ευρύτερου διεθνούς μετώπου που αμφισβητεί την αμερικανική οικονομική κυριαρχία.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών