Η παραδοσιακή συνταγή διασποράς κινδύνου που κυριάρχησε επί δεκαετίες στις διεθνείς αγορές φαίνεται να έχει υποστεί ρωγμές καθώς, σύμφωνα με ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), η κλασική ισορροπία μεταξύ μετοχών και ομολόγων δεν προσφέρει πλέον την προστασία που παρείχε στο παρελθόν, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονων αναταράξεων.
Αυτό διότι τα κρατικά ομόλογα δεν λειτουργούν πλέον ως αξιόπιστο «μαξιλάρι» όταν οι αγορές μετοχών καταρρέουν, γεγονός που αυξάνει τους συστημικούς κινδύνους και περιπλέκει τη διαχείριση χαρτοφυλακίων.
Η κατάρρευση της παραδοσιακής σχέσης μετοχών – ομολόγων
Ιστορικά, η αρνητική συσχέτιση μεταξύ μετοχών και ομολόγων αποτελούσε τον πυρήνα της στρατηγικής διασποράς. Όταν οι μετοχές υποχωρούσαν, οι επενδυτές στρέφονταν στην ασφάλεια των κρατικών τίτλων, οδηγώντας τις τιμές των ομολόγων υψηλότερα και εξισορροπώντας τις απώλειες.
Το κλασικό χαρτοφυλάκιο 60% μετοχές – 40% ομόλογα βασίστηκε ακριβώς σε αυτή τη δυναμική. Όμως, από το 2020 και μετά –με την πανδημία, τα σοκ στην προσφορά και την εκτόξευση του πληθωρισμού– η ιστορική αυτή σχέση έχει αλλάξει δραματικά.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΔΝΤ, μετοχές και ομόλογα τείνουν πλέον να κινούνται στην ίδια κατεύθυνση κατά τις έντονες διορθώσεις, επιτείνοντας τις απώλειες αντί να τις αντισταθμίζουν.
Σημείο καμπής το 2019
Η έρευνα εντοπίζει το σημείο καμπής στα τέλη του 2019. Από το 2000 έως τότε, η άνοδος της μεταβλητότητας –όπως αποτυπώνεται στον δείκτη VIX– συνοδευόταν από άνοδο των αναμενόμενων αποδόσεων των μετοχών (λόγω πτώσης τιμών) και ταυτόχρονη πτώση των αποδόσεων των ομολόγων (λόγω ανόδου τιμών). Αυτή η απόκλιση στήριζε τη διασπορά.
Μετά το 2020, όμως, το μοτίβο αντιστράφηκε. Σε περιόδους έντονης πίεσης, και οι δύο κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων καταγράφουν ταυτόχρονες απώλειες. Το φαινόμενο παρατηρείται έντονα στις ΗΠΑ, αλλά και –σε μικρότερο βαθμό– στη Γερμανία, την Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Το αποτέλεσμα είναι διπλό πλήγμα για τα χαρτοφυλάκια, καθώς οι απώλειες δεν αντισταθμίζονται αλλά συσσωρεύονται.
Πιέσεις από ελλείμματα και αυξημένη προσφορά ομολόγων
Ένας από τους βασικούς λόγους αυτής της μεταστροφής είναι η δημοσιονομική επιδείνωση. Τα αυξανόμενα ελλείμματα στις προηγμένες οικονομίες οδήγησαν σε εκρηκτική άνοδο της έκδοσης κρατικών τίτλων.
Την ίδια στιγμή, οι κεντρικές τράπεζες περιορίζουν τους ισολογισμούς τους, επιτρέποντας στα ομόλογα που κατέχουν να λήγουν χωρίς επανεπένδυση (quantitative tightening). Έτσι, ένα μεγαλύτερο μέρος της προσφοράς πρέπει να απορροφηθεί από ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι είναι πιο ευαίσθητοι στις τιμές.
Με τον πληθωρισμό να παραμένει πάνω από τους στόχους σε πολλές οικονομίες, οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερα ασφάλιστρα διάρκειας (term premiums), θεωρώντας τα κρατικά ομόλογα πιο ριψοκίνδυνα από ό,τι στο παρελθόν.
Με απλά λόγια: όταν αυξάνεται η αβεβαιότητα, οι τιμές των ομολόγων πλέον δεν ανεβαίνουν — συχνά πέφτουν μαζί με τις μετοχές.
Στροφή σε χρυσό και εναλλακτικά «καταφύγια»
Η αποδυνάμωση της αντισταθμιστικής λειτουργίας των κρατικών τίτλων αποτυπώνεται και στην έντονη άνοδο των πολύτιμων μετάλλων και ορισμένων νομισμάτων.
Ο χρυσός έχει υπερδιπλασιαστεί από τις αρχές του 2024, καθώς οι επενδυτές αναζητούν εναλλακτικά ασφαλή καταφύγια. Παράλληλα, σημαντικές κινήσεις καταγράφηκαν σε ασήμι, πλατίνα και παλλάδιο, ενώ νομίσματα όπως το ελβετικό φράγκο ενισχύθηκαν.
Η στροφή αυτή υποδηλώνει ότι η αγορά επαναπροσδιορίζει τι θεωρεί «ασφαλές» σε περιβάλλον υψηλού χρέους και επίμονου πληθωρισμού.
Κίνδυνοι για hedge funds, ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικά ταμεία
Η αλλαγή στη συσχέτιση δεν επηρεάζει μόνο ιδιώτες επενδυτές. Στρατηγικές risk parity και hedge funds που βασίστηκαν στην ιστορική αρνητική συσχέτιση μετοχών–ομολόγων, συχνά με χρήση μόχλευσης, ενδέχεται να βρεθούν εκτεθειμένα σε αναγκαστική απομόχλευση σε περιόδους πίεσης.
Ακόμη και θεσμικοί επενδυτές χαμηλού ρίσκου, όπως ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία, μπορεί να αντιμετωπίσουν υψηλότερη μεταβλητότητα χαρτοφυλακίων σε φάσεις διόρθωσης.
Η αύξηση της μεταβλητότητας ενισχύει τις πιέσεις χρηματοδότησης και μπορεί να επιταχύνει τις πωλήσεις, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο.
Προκλήσεις για νομισματική και δημοσιονομική πολιτική
Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να παρέμβουν σε περιόδους ακραίου στρες, όμως αυτό δεν αποτελεί μόνιμη λύση. Η υπερβολική εξάρτηση από έκτακτα μέτρα ενδέχεται να ενθαρρύνει υπερβολική ανάληψη κινδύνου.
Η αποκατάσταση του ρόλου των κρατικών ομολόγων ως ασφαλούς καταφυγίου προϋποθέτει δημοσιονομική πειθαρχία και αξιόπιστα πλαίσια πολιτικής. Παράλληλα, η διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών είναι κρίσιμη, καθώς η απροσδόκητη άνοδος του πληθωρισμού μετά το 2020 αποτέλεσε βασικό παράγοντα της αλλαγής συσχέτισης.
Οι ρυθμιστικές αρχές καλούνται επίσης να ενσωματώσουν σενάρια «κατάρρευσης συσχέτισης» στα stress tests, καθώς τα ιστορικά μοντέλα ενδέχεται να υποτιμούν τους νέους κινδύνους.

Μια νέα εποχή για τη διαχείριση κινδύνου
Η παραδοσιακή διασπορά δεν αρκεί πλέον. Οι επενδυτές οφείλουν να επανεξετάσουν τις στρατηγικές τους, ενσωματώνοντας εναλλακτικά περιουσιακά στοιχεία, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη ότι η υψηλή συσχέτιση σε περιόδους κρίσης μπορεί να εντείνει τη χρηματοπιστωτική αστάθεια.
Σε έναν κόσμο αυξημένων ελλειμμάτων, επίμονου πληθωρισμού και γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων, το μήνυμα του ΔΝΤ συνιστά ξεκάθαρη προειδοποίηση: όταν τα παραδοσιακά «αντίβαρα» παύουν να λειτουργούν, η μεταβλητότητα μπορεί να μετατραπεί σε συστημικό κίνδυνο.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών