Ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης αναμένει υψηλότερες πληρωμές μερισμάτων από τις ελληνικές τράπεζες
Η Moody’s μέσα σε λίγες ημέρες υποβάθμισε την προοπτική των ελληνικών τραπεζών σε σταθερή από θετική, κυρίως λόγω των γεωπολιτικών κινδύνων στη Μέση Ανατολή.
Και η αλλαγή των προοπτικών πραγματοποιήθηκε, αν και αναμένει πιο σταθερές επιδόσεις τη διετία 2026-2027, που θα υποστηριχθούν από ευνοϊκές συνθήκες και ισχυρή πιστωτική επέκταση.
Το παράδοξο δε της υποβάθμισης της προοπτικής των ελληνικών τραπεζών είναι ότι η Moody’s παραθέτει πίνακα από τον οποίο προκύπτει η συνεχής ετήσια βελτίωση όλων των δεικτών απόδοσης των τραπεζών από το 2021, δίχως να υπάρχει ούτε μια χρονιά υποχώρησης των αποδόσεων (πίνακας).
Μάλιστα, η Moody’s εκτιμά ότι θα προχωρήσουν σε υψηλότερες πληρωμές μερισμάτων, καθώς διαθέτουν κεφαλαιακά αποθέματα και παράγουν οργανικό κεφάλαιο. Συγκεκριμένα, σ’ ότι αφορά την κεφαλαιοποίηση, αυτή θα παραμείνει ισχυρή, “με τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας πάνω από τις απαιτήσεις του επόπτη και ισχυρή δημιουργία κεφαλαίου, αν και αυτό θα απορροφηθεί εν μέρει από την αύξηση των δανείων και τις υψηλότερες πληρωμές μερισμάτων”.
Οδηγός τα δάνεια
Για τον αμερικανικό οίκο αξιολόγησεις, η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών θα έχει ως οδηγό την αύξηση των δανείων στον εταιρικό δανεισμό, την αποδοτικότητα κόστους και τις ολοένα και πιο διαφοροποιημένες πηγές εσόδων. Πιο συγκεκριμένα, η ισχυρή και πιο βιώσιμη κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών υποστηρίζεται από την ισχυρή δημιουργία εσόδων προ προβλέψεων.
“Τα κέρδη υποστηρίζονται από την ανάπτυξη των δανείων πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και τα καθαρά περιθώρια τόκων θα παραμείνουν σταθερά, καθώς ο αντίκτυπος των χαμηλότερων επιτοκίων αντισταθμίζεται εν μέρει από τη χαμηλή ανατιμολόγηση των καταθέσεων. Η αποδοτικότητα κόστους παραμένει βασικό πλεονέκτημα, ενώ ο δείκτης κόστους προς έσοδα θα κυμαίνεται κατά μέσο όρο σε 36%, αν και αναμένουμε ότι τα λειτουργικά έξοδα θα αυξηθούν, καθώς οι τράπεζες επενδύουν στην τεχνολογία και το ανθρώπινο κεφάλαιο”, όπως επισημαίνει η ανάλυση.

Πλεονάζον κεφάλαιο για διανομές και επιλεκτικές εξαγορές
Σ’ ότι αφορά στη χρηματοδότηση, οι ελληνικές τράπεζες θα συνεχίσουν να επωφελούνται από μια μεγάλη, σταθερή βάση καταθέσεων. Η ευνοϊκή τιμολόγηση των καταθέσεων, που αντανακλά ένα υψηλό μερίδιο υπολοίπων μίας ημέρας και καταθέσεων χαμηλού κόστους, υποστηρίζει τη σταθερότητα των κερδών.
Επιπλέον, οι χαμηλοί λόγοι δανείων προς καταθέσεις, κατά μέσο όρο περίπου 66% το 2025, παρέχουν άφθονη δυνατότητα χρηματοδότησης περαιτέρω αύξησης του ισολογισμού μέσω καταθέσεων πελατών.
Αυτό το προφίλ χρηματοδότησης περιορίζει την εξάρτηση από τις αγορές χονδρικής και υποστηρίζει ισχυρά αποθέματα ρευστότητας, με τους λόγους κάλυψης ρευστότητας (LCRs) να κυμαίνονται κατά μέσο όρο περίπου στο 204%, αν και περίπου οι μισοί επενδυτικοί τίτλοι τους είναι με τη μορφή ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου. Η έκδοση χρέους των ελληνικών τραπεζών στις κεφαλαιαγορές (που αντλούν κυρίως προνομιούχα και μειωμένης εξασφάλισης ομόλογα) είναι περισσότερο από αρκετή για να ικανοποιήσουν τις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις (MREL) σε συνεχή βάση.
Οι δείκτες κεφαλαίου
Οι δείκτες κεφαλαίου θα σταθεροποιηθούν, αλλά η ποιότητα του κεφαλαίου θα συνεχίσει να βελτιώνεται. Η Moody’s εκτιμά ότι οι δείκτες Common Equity Tier 1 θα παραμείνουν ισχυροί, περίπου στο 15-16%, ενώ τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας των τραπεζών θα διατηρηθούν πάνω από τις κανονιστικές απαιτήσεις και τους εσωτερικούς στόχους.
Η δημιουργία κεφαλαίου είναι πιθανό να παραμείνει ισχυρή τους επόμενους 12-18 μήνες, υποστηριζόμενη από την ισχυρή κερδοφορία, αν και, όπως προαναφέρθηκε, μέρος αυτού του κεφαλαίου θα απορροφηθεί από την αύξηση των δανείων. Το δε πλεονάζον κεφάλαιο παρέχει οικονομική ευελιξία, συμπεριλαμβανομένων των διανομών προς τους μετόχους και των επιλεκτικών εξαγορών.
Σ’ ότι αφορά στις DTC, θα συνεχίσουν να επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα του κεφαλαίου, αλλά η επίδραση θα μειωθεί με την πάροδο του χρόνου μέσω της επιταχυνόμενης απόσβεσης.
Παφίλας Δημήτρης
dpafilas@yahoo.com
www.bankingnews.gr
Και η αλλαγή των προοπτικών πραγματοποιήθηκε, αν και αναμένει πιο σταθερές επιδόσεις τη διετία 2026-2027, που θα υποστηριχθούν από ευνοϊκές συνθήκες και ισχυρή πιστωτική επέκταση.
Το παράδοξο δε της υποβάθμισης της προοπτικής των ελληνικών τραπεζών είναι ότι η Moody’s παραθέτει πίνακα από τον οποίο προκύπτει η συνεχής ετήσια βελτίωση όλων των δεικτών απόδοσης των τραπεζών από το 2021, δίχως να υπάρχει ούτε μια χρονιά υποχώρησης των αποδόσεων (πίνακας).
Μάλιστα, η Moody’s εκτιμά ότι θα προχωρήσουν σε υψηλότερες πληρωμές μερισμάτων, καθώς διαθέτουν κεφαλαιακά αποθέματα και παράγουν οργανικό κεφάλαιο. Συγκεκριμένα, σ’ ότι αφορά την κεφαλαιοποίηση, αυτή θα παραμείνει ισχυρή, “με τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας πάνω από τις απαιτήσεις του επόπτη και ισχυρή δημιουργία κεφαλαίου, αν και αυτό θα απορροφηθεί εν μέρει από την αύξηση των δανείων και τις υψηλότερες πληρωμές μερισμάτων”.
Οδηγός τα δάνεια
Για τον αμερικανικό οίκο αξιολόγησεις, η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών θα έχει ως οδηγό την αύξηση των δανείων στον εταιρικό δανεισμό, την αποδοτικότητα κόστους και τις ολοένα και πιο διαφοροποιημένες πηγές εσόδων. Πιο συγκεκριμένα, η ισχυρή και πιο βιώσιμη κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών υποστηρίζεται από την ισχυρή δημιουργία εσόδων προ προβλέψεων.
“Τα κέρδη υποστηρίζονται από την ανάπτυξη των δανείων πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και τα καθαρά περιθώρια τόκων θα παραμείνουν σταθερά, καθώς ο αντίκτυπος των χαμηλότερων επιτοκίων αντισταθμίζεται εν μέρει από τη χαμηλή ανατιμολόγηση των καταθέσεων. Η αποδοτικότητα κόστους παραμένει βασικό πλεονέκτημα, ενώ ο δείκτης κόστους προς έσοδα θα κυμαίνεται κατά μέσο όρο σε 36%, αν και αναμένουμε ότι τα λειτουργικά έξοδα θα αυξηθούν, καθώς οι τράπεζες επενδύουν στην τεχνολογία και το ανθρώπινο κεφάλαιο”, όπως επισημαίνει η ανάλυση.

Πλεονάζον κεφάλαιο για διανομές και επιλεκτικές εξαγορές
Σ’ ότι αφορά στη χρηματοδότηση, οι ελληνικές τράπεζες θα συνεχίσουν να επωφελούνται από μια μεγάλη, σταθερή βάση καταθέσεων. Η ευνοϊκή τιμολόγηση των καταθέσεων, που αντανακλά ένα υψηλό μερίδιο υπολοίπων μίας ημέρας και καταθέσεων χαμηλού κόστους, υποστηρίζει τη σταθερότητα των κερδών.
Επιπλέον, οι χαμηλοί λόγοι δανείων προς καταθέσεις, κατά μέσο όρο περίπου 66% το 2025, παρέχουν άφθονη δυνατότητα χρηματοδότησης περαιτέρω αύξησης του ισολογισμού μέσω καταθέσεων πελατών.
Αυτό το προφίλ χρηματοδότησης περιορίζει την εξάρτηση από τις αγορές χονδρικής και υποστηρίζει ισχυρά αποθέματα ρευστότητας, με τους λόγους κάλυψης ρευστότητας (LCRs) να κυμαίνονται κατά μέσο όρο περίπου στο 204%, αν και περίπου οι μισοί επενδυτικοί τίτλοι τους είναι με τη μορφή ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου. Η έκδοση χρέους των ελληνικών τραπεζών στις κεφαλαιαγορές (που αντλούν κυρίως προνομιούχα και μειωμένης εξασφάλισης ομόλογα) είναι περισσότερο από αρκετή για να ικανοποιήσουν τις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις (MREL) σε συνεχή βάση.
Οι δείκτες κεφαλαίου
Οι δείκτες κεφαλαίου θα σταθεροποιηθούν, αλλά η ποιότητα του κεφαλαίου θα συνεχίσει να βελτιώνεται. Η Moody’s εκτιμά ότι οι δείκτες Common Equity Tier 1 θα παραμείνουν ισχυροί, περίπου στο 15-16%, ενώ τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας των τραπεζών θα διατηρηθούν πάνω από τις κανονιστικές απαιτήσεις και τους εσωτερικούς στόχους.
Η δημιουργία κεφαλαίου είναι πιθανό να παραμείνει ισχυρή τους επόμενους 12-18 μήνες, υποστηριζόμενη από την ισχυρή κερδοφορία, αν και, όπως προαναφέρθηκε, μέρος αυτού του κεφαλαίου θα απορροφηθεί από την αύξηση των δανείων. Το δε πλεονάζον κεφάλαιο παρέχει οικονομική ευελιξία, συμπεριλαμβανομένων των διανομών προς τους μετόχους και των επιλεκτικών εξαγορών.
Σ’ ότι αφορά στις DTC, θα συνεχίσουν να επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα του κεφαλαίου, αλλά η επίδραση θα μειωθεί με την πάροδο του χρόνου μέσω της επιταχυνόμενης απόσβεσης.
Παφίλας Δημήτρης
dpafilas@yahoo.com
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών