Ενώ οι εργαζόμενοι που επανέφεραν τον Trump στον Λευκό Οίκο καταστρέφονται από τις τιμές των καυσίμων και των τροφίμων, ο πόλεμος στο Ιράν εξελίσσεται. σε τεράστια ευλογία για την τάξη των δωρητών του Trump — για τους πετρελαιάδες, τους «cloudalists» ή τους τεχνοφεουδάρχες, τους μεσίτες ακινήτων και τους χρηματοπιστωτικούς παράγοντες
Όταν άρχισαν να πέφτουν οι βόμβες στο Ιράν, όσοι παρακολουθούν σοβαρά τις εξελίξεις είδαν σε αυτές το πολιτικό Βατερλώ του Donald Trump, σύμφωνα με την αρθρογραφία που έχει αναπτύξει το BN..
Όπως σημειώνει o Γιάνης Βαρουφάκης σε άρθρο του στο Unheard, παρακολουθώντας την εκλογική συμμαχία των MAGA που έφερε για δεύτερη φορά στον Λευκό Οίκο τον Donald Trump — ένα «τοξικό μείγμα εργατικής δυσαρέσκειας και φοροελαφρύνσεων για δισεκατομμυριούχους» — να μετατρέπεται σε εσωτερικό ταξικό εμφύλιο, παραφράζοντας τον Winston Churchill για τη μάχη του Ελ Αλαμέιν, εκτίμησε ότι στη δεύτερη θητεία του, πριν από το Ιράν, ο Trump δεν είχε γνωρίσει σοβαρή ήττα, αλλά μετά το Ιράν δεν θα γευτεί άλλη νίκη.
Παρότι, όπως λέει, εξακολουθεί να στηρίζει αυτή την πρόβλεψη, θεωρεί πως πλέον πρέπει να προστεθεί μια νέα παρατήρηση: ότι ο πόλεμος με το Ιράν χάρισε στον πλουτοκρατικό κύκλο του Trump μια εντυπωσιακά επικερδή νίκη.
Ο Βαρουφάκης σημειώνει ότι σε μια δημοκρατία που έχει μεταλλαχθεί σε ολιγαρχία με περιοδικές εκλογές, οι ολοένα αυξανόμενες περιουσίες των πλουτοκρατών αποκτούν δυσανάλογη σημασία.
Ενώ οι εργαζόμενοι που επανέφεραν τον Trump στον Λευκό Οίκο καταστρέφονται από τις τιμές των καυσίμων και των τροφίμων, ο πόλεμος στο Ιράν εξελίσσεται, κατά την άποψή του, σε τεράστια ευλογία για την τάξη των δωρητών του Trump — για τους πετρελαιάδες, τους «cloudalists», τους τεχνοφεουδάρχες, τους μεσίτες ακινήτων και τους χρηματοπιστωτικούς παράγοντες.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, ακόμη κι αν ο καπετάνιος βυθίζεται μαζί με το πλοίο, οι επιβάτες της πρώτης θέσης έχουν ήδη επιβιβαστεί στις πολυτελείς σωσίβιες λέμβους τους, μεταφέροντας μαζί τους τα πρόσφατα μερίσματα του πολέμου με το Ιράν.
Συνεχίζοντας, καλεί τον αναγνώστη να «ακολουθήσει το χρήμα».
Η αισχρή ανάκαμψη
Υπενθυμίζει ότι όταν η Ρωσία ξεκίνησε τη στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία το 2022, μέσα σε δέκα εβδομάδες εταιρείες αξίας άνω των 10 δισ. δολαρίων έχασαν συνολικά 2,4 τρισ. δολάρια χρηματιστηριακής αξίας.
Ο φόβος, η αβεβαιότητα και η προοπτική μιας κατεστραμμένης παγκόσμιας τάξης εξαφάνισαν τεράστιο πλούτο, καθώς οι μέτοχοι αντιλήφθηκαν ότι ένας πόλεμος στην Ευρώπη ήταν καταστροφικός για τα κέρδη τους.
Αντίθετα, συγκρίνοντας την περίπτωση του Ιράν, σημειώνει ότι μέσα στις δέκα εβδομάδες μετά τους πρώτους βομβαρδισμούς, εταιρείες αξίας άνω των 10 δισ. δολαρίων κέρδισαν συνολικά 5,6 τρισ. δολάρια χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης — «5.600 δισεκατομμύρια δολάρια που δημιουργήθηκαν μέσα από έναν πόλεμο τον οποίο σχεδόν όλοι θεωρούν επιτομή της παραφροσύνης».
Ο ίδιος χαρακτηρίζει την ταχύτητα αυτής της χρηματιστηριακής ανάκαμψης «οριακά αισχρή».
Υπενθυμίζει ότι μετά τη φούσκα των dot-com το 2001 η Wall Street χρειάστηκε 1.016 ημέρες για να ανακάμψει, μετά την τραπεζική κρίση του 2008 χρειάστηκε 1.365 ημέρες, μετά την πανδημία 217 ημέρες και μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία 338 ημέρες.
Οι απώλειες που προκάλεσαν οι δασμοί της λεγόμενης «Ημέρας Απελευθέρωσης» του Trump, όπως αναφέρει, εξαφανίστηκαν μέσα σε 57 ημέρες.
Ο πόλεμος με το Ιράν, όμως, χρειάστηκε μόλις 12 ημέρες ώστε η Wall Street να αγνοήσει πλήρως τον τρίτο μεγάλο πόλεμο στον Περσικό Κόλπο, ο οποίος στέρησε από την παγκόσμια αγορά το ένα πέμπτο του πετρελαίου της, ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό φυσικού αερίου και σχεδόν το 90% του ηλίου που απαιτείται για την παραγωγή chip.
Ο Βαρουφάκης αναφέρει μάλιστα ότι ένας φοιτητής του σχολίασε πως «αυτό δεν είναι οικονομία της αγοράς αλλά μηχανισμός προστασίας με ticker symbols (τα σύμβολα των μετοχών στο χρηματιστήριο)».
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι βασικοί ωφελημένοι από αυτή την «αστραπιαία ανάκαμψη» ήταν οι «νεφο-φεουδάρχες» — όρος που χρησιμοποιεί για τους τεχνολογικούς κολοσσούς που έχουν ξεπεράσει τόσο τους παλιούς βιομηχάνους όσο και τους τραπεζίτες στην παγκόσμια ιεραρχία ισχύος.
Η ανάκαμψη των χρηματιστηρίων, εξηγεί, οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη φρενίτιδα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, παρά το αυξανόμενο κόστος ενέργειας και των επεξεργαστών.
Αναφέρει ότι εταιρείες όπως η Nvidia και η TSMC ενισχύθηκαν κατά 26%, ενώ η Alphabet πρόσθεσε 1,038 τρισ. δολάρια χρηματιστηριακής αξίας, η Amazon 663 δισ., η Microsoft 209 δισ. και η Oracle 142 δισ.
Κατά τον Βαρουφάκη, αυτά τα ποσά δεν είναι αφηρημένοι αριθμοί αλλά «η άμεση μεταφορά κοινωνικού πλούτου στα λογιστικά βιβλία μιας μικροσκοπικής ελίτ που έχει τον πλούτο τους σε φορολογικούς παραδείσους έχει μάθει να κερδίζει συστηματικά από τον θάνατο και την παγκόσμια αστάθεια».

Ο ταξικός πόλεμος εντός του MAGA
Στο σημείο αυτό, όπως αναφέρει, γίνεται πλέον ξεκάθαρος ο νέος ταξικός πόλεμος μέσα στο κίνημα των MAGA.
Το κόστος του πολέμου, σημειώνει, έπληξε κυρίως τους τομείς που εξυπηρετούν και απασχολούν τη βάση του Trump.
Οι εταιρείες καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών, τα προϊόντα που εξαρτώνται από τη λαϊκή κατανάλωση, οι μεταλλευτικές επιχειρήσεις, οι φαρμακευτικές, οι λιανεμπόριο και οι εταιρείες logistics δέχθηκαν ισχυρά πλήγματα.
Ο Βαρουφάκης θεωρεί ιδιαίτερα αποκαλυπτικό ότι ακόμη και η αμερικανική πολεμική βιομηχανία δυσκολεύεται να επωφεληθεί πλήρως από τον πόλεμο, καθώς οι επενδυτές φοβούνται ότι οι αμερικανικές εταιρείες όπλων δεν μπορούν να αυξήσουν αποτελεσματικά την παραγωγή τους.
Όπως γράφει, οι εταιρείες αυτές έχουν γίνει «βραδυκίνητες και γραφειοκρατικές» και δεν μπορούν πλέον «ούτε καν να εκμεταλλευτούν αποτελεσματικά έναν πόλεμο».
Παράλληλα, σημειώνει ότι εκτός από τους τεχνολογικούς κολοσσούς, μεγάλοι κερδισμένοι είναι και οι Big Oil — όχι όμως οι πολυεθνικές τύπου ExxonMobil ή Shell, που υπέστησαν ζημιές μετά τα ιρανικά πλήγματα σε εγκαταστάσεις στο Κατάρ, αλλά οι μεσαίου μεγέθους ανεξάρτητοι παραγωγοί fracking στο Permian Basin του Texas και του New Mexico.
Κατά τον ίδιο, αυτοί αποτελούν τη «βάση» του Trump.
Εξηγεί ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες χρειάζονται τιμές περίπου 65 δολαρίων ανά βαρέλι για να επιβιώσουν.
Μεταξύ Ιουλίου 2025 και Φεβρουαρίου 2026, όταν οι τιμές πετρελαίου βρίσκονταν κάτω από αυτό το επίπεδο, χάθηκε το 30% των θέσεων εργασίας και των γεωτρήσεων στον κλάδο.

Ωστόσο, μετά τον πόλεμο και το κλείσιμο των Στενών του Hormuz, ο τομέας του fracking γνώρισε νέα άνθηση.
Ο Βαρουφάκης υποστηρίζει ότι οι frackers ανησυχούν μόνο μήπως οι τιμές του πετρελαίου ξεπεράσουν υπερβολικά τα 90-95 δολάρια ανά βαρέλι, καθώς από εκεί και πέρα ο πληθωρισμός αρχίζει να πλήττει τη ζήτηση.
Αυτό, κατά την άποψή του, ίσως εξηγεί γιατί ο Trump επέλεξε να περιορίσει τον πόλεμο: επιδίωξε μια τιμή πετρελαίου αρκετά υψηλή ώστε να ωφελεί τους συμμάχους του, αλλά όχι τόσο υψηλή ώστε να προκαλέσει ύφεση.
Κατά τον ίδιο, ο Trump ουσιαστικά σχεδίασε μια τεράστια μεταφορά πλούτου από τους Αμερικανούς καταναλωτές και τις επιχειρήσεις προς τους συμμάχους του στον κλάδο του fracking.
«Ο ψηφοφόρος του MAGA πληρώνει κατά μέσο όρο 500 δολάρια περισσότερα τον μήνα για βενζίνη, ενώ ο χορηγός του Trump του Permian Basin αγοράζει τρίτη εξοχική κατοικία», γράφει χαρακτηριστικά.
Και καταλήγει ότι αυτό «δεν είναι κρατική στρατηγική αλλά το επιχειρηματικό μοντέλο της αγοράς ακινήτων εφαρμοσμένο στη γεωπολιτική: δημιουργείς ένα ελεγχόμενο σοκ, φουσκώνεις τις αξίες των περιουσιακών στοιχείων και εισπράττεις την πρόσοδο».
Συνοψίζοντας, ο Βαρουφάκης θεωρεί ότι η ουσία του σημερινού αμερικανικού ταξικού πολέμου αποτυπώνεται στη φράση:
«Η βάση των MAGA αιμορραγεί, ενώ η ελίτ γλεντά απίστευτα κέρδη», καταλήγει.
www.bankingnews.gr
Όπως σημειώνει o Γιάνης Βαρουφάκης σε άρθρο του στο Unheard, παρακολουθώντας την εκλογική συμμαχία των MAGA που έφερε για δεύτερη φορά στον Λευκό Οίκο τον Donald Trump — ένα «τοξικό μείγμα εργατικής δυσαρέσκειας και φοροελαφρύνσεων για δισεκατομμυριούχους» — να μετατρέπεται σε εσωτερικό ταξικό εμφύλιο, παραφράζοντας τον Winston Churchill για τη μάχη του Ελ Αλαμέιν, εκτίμησε ότι στη δεύτερη θητεία του, πριν από το Ιράν, ο Trump δεν είχε γνωρίσει σοβαρή ήττα, αλλά μετά το Ιράν δεν θα γευτεί άλλη νίκη.
Παρότι, όπως λέει, εξακολουθεί να στηρίζει αυτή την πρόβλεψη, θεωρεί πως πλέον πρέπει να προστεθεί μια νέα παρατήρηση: ότι ο πόλεμος με το Ιράν χάρισε στον πλουτοκρατικό κύκλο του Trump μια εντυπωσιακά επικερδή νίκη.
Ο Βαρουφάκης σημειώνει ότι σε μια δημοκρατία που έχει μεταλλαχθεί σε ολιγαρχία με περιοδικές εκλογές, οι ολοένα αυξανόμενες περιουσίες των πλουτοκρατών αποκτούν δυσανάλογη σημασία.
Ενώ οι εργαζόμενοι που επανέφεραν τον Trump στον Λευκό Οίκο καταστρέφονται από τις τιμές των καυσίμων και των τροφίμων, ο πόλεμος στο Ιράν εξελίσσεται, κατά την άποψή του, σε τεράστια ευλογία για την τάξη των δωρητών του Trump — για τους πετρελαιάδες, τους «cloudalists», τους τεχνοφεουδάρχες, τους μεσίτες ακινήτων και τους χρηματοπιστωτικούς παράγοντες.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, ακόμη κι αν ο καπετάνιος βυθίζεται μαζί με το πλοίο, οι επιβάτες της πρώτης θέσης έχουν ήδη επιβιβαστεί στις πολυτελείς σωσίβιες λέμβους τους, μεταφέροντας μαζί τους τα πρόσφατα μερίσματα του πολέμου με το Ιράν.
Συνεχίζοντας, καλεί τον αναγνώστη να «ακολουθήσει το χρήμα».
Η αισχρή ανάκαμψη
Υπενθυμίζει ότι όταν η Ρωσία ξεκίνησε τη στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία το 2022, μέσα σε δέκα εβδομάδες εταιρείες αξίας άνω των 10 δισ. δολαρίων έχασαν συνολικά 2,4 τρισ. δολάρια χρηματιστηριακής αξίας.
Ο φόβος, η αβεβαιότητα και η προοπτική μιας κατεστραμμένης παγκόσμιας τάξης εξαφάνισαν τεράστιο πλούτο, καθώς οι μέτοχοι αντιλήφθηκαν ότι ένας πόλεμος στην Ευρώπη ήταν καταστροφικός για τα κέρδη τους.
Αντίθετα, συγκρίνοντας την περίπτωση του Ιράν, σημειώνει ότι μέσα στις δέκα εβδομάδες μετά τους πρώτους βομβαρδισμούς, εταιρείες αξίας άνω των 10 δισ. δολαρίων κέρδισαν συνολικά 5,6 τρισ. δολάρια χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης — «5.600 δισεκατομμύρια δολάρια που δημιουργήθηκαν μέσα από έναν πόλεμο τον οποίο σχεδόν όλοι θεωρούν επιτομή της παραφροσύνης».
Ο ίδιος χαρακτηρίζει την ταχύτητα αυτής της χρηματιστηριακής ανάκαμψης «οριακά αισχρή».
Υπενθυμίζει ότι μετά τη φούσκα των dot-com το 2001 η Wall Street χρειάστηκε 1.016 ημέρες για να ανακάμψει, μετά την τραπεζική κρίση του 2008 χρειάστηκε 1.365 ημέρες, μετά την πανδημία 217 ημέρες και μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία 338 ημέρες.
Οι απώλειες που προκάλεσαν οι δασμοί της λεγόμενης «Ημέρας Απελευθέρωσης» του Trump, όπως αναφέρει, εξαφανίστηκαν μέσα σε 57 ημέρες.
Ο πόλεμος με το Ιράν, όμως, χρειάστηκε μόλις 12 ημέρες ώστε η Wall Street να αγνοήσει πλήρως τον τρίτο μεγάλο πόλεμο στον Περσικό Κόλπο, ο οποίος στέρησε από την παγκόσμια αγορά το ένα πέμπτο του πετρελαίου της, ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό φυσικού αερίου και σχεδόν το 90% του ηλίου που απαιτείται για την παραγωγή chip.
Ο Βαρουφάκης αναφέρει μάλιστα ότι ένας φοιτητής του σχολίασε πως «αυτό δεν είναι οικονομία της αγοράς αλλά μηχανισμός προστασίας με ticker symbols (τα σύμβολα των μετοχών στο χρηματιστήριο)».
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι βασικοί ωφελημένοι από αυτή την «αστραπιαία ανάκαμψη» ήταν οι «νεφο-φεουδάρχες» — όρος που χρησιμοποιεί για τους τεχνολογικούς κολοσσούς που έχουν ξεπεράσει τόσο τους παλιούς βιομηχάνους όσο και τους τραπεζίτες στην παγκόσμια ιεραρχία ισχύος.
Η ανάκαμψη των χρηματιστηρίων, εξηγεί, οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη φρενίτιδα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, παρά το αυξανόμενο κόστος ενέργειας και των επεξεργαστών.
Αναφέρει ότι εταιρείες όπως η Nvidia και η TSMC ενισχύθηκαν κατά 26%, ενώ η Alphabet πρόσθεσε 1,038 τρισ. δολάρια χρηματιστηριακής αξίας, η Amazon 663 δισ., η Microsoft 209 δισ. και η Oracle 142 δισ.
Κατά τον Βαρουφάκη, αυτά τα ποσά δεν είναι αφηρημένοι αριθμοί αλλά «η άμεση μεταφορά κοινωνικού πλούτου στα λογιστικά βιβλία μιας μικροσκοπικής ελίτ που έχει τον πλούτο τους σε φορολογικούς παραδείσους έχει μάθει να κερδίζει συστηματικά από τον θάνατο και την παγκόσμια αστάθεια».

Ο ταξικός πόλεμος εντός του MAGA
Στο σημείο αυτό, όπως αναφέρει, γίνεται πλέον ξεκάθαρος ο νέος ταξικός πόλεμος μέσα στο κίνημα των MAGA.
Το κόστος του πολέμου, σημειώνει, έπληξε κυρίως τους τομείς που εξυπηρετούν και απασχολούν τη βάση του Trump.
Οι εταιρείες καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών, τα προϊόντα που εξαρτώνται από τη λαϊκή κατανάλωση, οι μεταλλευτικές επιχειρήσεις, οι φαρμακευτικές, οι λιανεμπόριο και οι εταιρείες logistics δέχθηκαν ισχυρά πλήγματα.
Ο Βαρουφάκης θεωρεί ιδιαίτερα αποκαλυπτικό ότι ακόμη και η αμερικανική πολεμική βιομηχανία δυσκολεύεται να επωφεληθεί πλήρως από τον πόλεμο, καθώς οι επενδυτές φοβούνται ότι οι αμερικανικές εταιρείες όπλων δεν μπορούν να αυξήσουν αποτελεσματικά την παραγωγή τους.
Όπως γράφει, οι εταιρείες αυτές έχουν γίνει «βραδυκίνητες και γραφειοκρατικές» και δεν μπορούν πλέον «ούτε καν να εκμεταλλευτούν αποτελεσματικά έναν πόλεμο».
Παράλληλα, σημειώνει ότι εκτός από τους τεχνολογικούς κολοσσούς, μεγάλοι κερδισμένοι είναι και οι Big Oil — όχι όμως οι πολυεθνικές τύπου ExxonMobil ή Shell, που υπέστησαν ζημιές μετά τα ιρανικά πλήγματα σε εγκαταστάσεις στο Κατάρ, αλλά οι μεσαίου μεγέθους ανεξάρτητοι παραγωγοί fracking στο Permian Basin του Texas και του New Mexico.
Κατά τον ίδιο, αυτοί αποτελούν τη «βάση» του Trump.
Εξηγεί ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες χρειάζονται τιμές περίπου 65 δολαρίων ανά βαρέλι για να επιβιώσουν.
Μεταξύ Ιουλίου 2025 και Φεβρουαρίου 2026, όταν οι τιμές πετρελαίου βρίσκονταν κάτω από αυτό το επίπεδο, χάθηκε το 30% των θέσεων εργασίας και των γεωτρήσεων στον κλάδο.
Ωστόσο, μετά τον πόλεμο και το κλείσιμο των Στενών του Hormuz, ο τομέας του fracking γνώρισε νέα άνθηση.
Ο Βαρουφάκης υποστηρίζει ότι οι frackers ανησυχούν μόνο μήπως οι τιμές του πετρελαίου ξεπεράσουν υπερβολικά τα 90-95 δολάρια ανά βαρέλι, καθώς από εκεί και πέρα ο πληθωρισμός αρχίζει να πλήττει τη ζήτηση.
Αυτό, κατά την άποψή του, ίσως εξηγεί γιατί ο Trump επέλεξε να περιορίσει τον πόλεμο: επιδίωξε μια τιμή πετρελαίου αρκετά υψηλή ώστε να ωφελεί τους συμμάχους του, αλλά όχι τόσο υψηλή ώστε να προκαλέσει ύφεση.
Κατά τον ίδιο, ο Trump ουσιαστικά σχεδίασε μια τεράστια μεταφορά πλούτου από τους Αμερικανούς καταναλωτές και τις επιχειρήσεις προς τους συμμάχους του στον κλάδο του fracking.
«Ο ψηφοφόρος του MAGA πληρώνει κατά μέσο όρο 500 δολάρια περισσότερα τον μήνα για βενζίνη, ενώ ο χορηγός του Trump του Permian Basin αγοράζει τρίτη εξοχική κατοικία», γράφει χαρακτηριστικά.
Και καταλήγει ότι αυτό «δεν είναι κρατική στρατηγική αλλά το επιχειρηματικό μοντέλο της αγοράς ακινήτων εφαρμοσμένο στη γεωπολιτική: δημιουργείς ένα ελεγχόμενο σοκ, φουσκώνεις τις αξίες των περιουσιακών στοιχείων και εισπράττεις την πρόσοδο».
Συνοψίζοντας, ο Βαρουφάκης θεωρεί ότι η ουσία του σημερινού αμερικανικού ταξικού πολέμου αποτυπώνεται στη φράση:
«Η βάση των MAGA αιμορραγεί, ενώ η ελίτ γλεντά απίστευτα κέρδη», καταλήγει.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών