Από την «ομαλή προσγείωση» στον όλεθρο της «αβεβαιότητας»…
Για ένα ιδιαίτερα εύθραυστο σκηνικό στην ελληνική οικονομία, όπου η πολιτική αβεβαιότητα και το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για εκτροχιασμό, προειδοποιεί με ανάλυσή της, την οποία σας παρουσιάζει το Bankingnews, η Moody’s Analytics.
Ειδικότερα, όπως επισημαίνεται, στην Ελλάδα αναμένεται να διεξαχθούν εκλογές έως τα μέσα του 2027, με τις δημοσκοπήσεις να υποδηλώνουν σημαντική πιθανότητα κανένα κόμμα να μην εξασφαλίσει αυτοδυναμία.
Η πρόσφατη ιστορία της χώρας περιλαμβάνει περιόδους αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας που συνέπεσαν με έντονες μεταβολές στις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες.
Η πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των εκλογών ρίχνει σκιά στις προοπτικές της οικονομίας.

Η ανάκαμψη δεν έχει βελτιώσει ουσιαστικά το βιοτικό επίπεδο
Επιφανειακά, λέει η Moody’s, οι πρόσφατες μακροοικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας υπήρξαν εντυπωσιακές.
Το ποσοστό ανεργίας βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2008, η ανάπτυξη έχει ξεπεράσει τον μέσο όρο της ευρωζώνης από το 2021 και μετά από μια δεκαετία κρίσης και επώδυνης λιτότητας, το βάρος του δημόσιου χρέους είναι πλέον πιο διαχειρίσιμο, φτάνοντας το 148% του ονομαστικού ΑΕΠ το 2025, σε σύγκριση με το ανώτατο επίπεδο του 206% του ΑΕΠ το 2020.
Ωστόσο, τα χρόνια της κρίσης έχουν αφήσει μόνιμα σημάδια στην ελληνική οικονομία.
Ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ παραμένει ο υψηλότερος στην ευρωζώνη.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ εξακολουθεί να είναι από τα χαμηλότερα στην ΕΕ και παραμένει 7,3% κάτω από το προ κρίσης επίπεδο του 2008.
Το 2025, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν μόλις οριακά υψηλότερο από εκείνο της Λετονίας και της Βουλγαρίας, ενώ η Ελλάδα έχει μείνει πίσω από την Κύπρο, την Πορτογαλία, τη Λιθουανία και την Κροατία κατά την τελευταία δεκαετία.
Το πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα υπήρξε ταραχώδες.
Από το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη το 2023, η κυβέρνηση έχει βρεθεί επανειλημμένα στο διεθνές προσκήνιο, πιο πρόσφατα λόγω διαμάχης με Ευρωπαίους εισαγγελείς σχετικά με τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πιθανότητα σχηματισμού μονοκομματικής κυβέρνησης στην επόμενη Βουλή είναι μικρή.
Με τις εκλογές να πλησιάζουν το 2027, η πολιτική αβεβαιότητα θα μπορούσε βραχυπρόθεσμα να εκτροχιάσει την οικονομική ανάπτυξη, ενδεχομένως ωθώντας την Ελλάδα ακόμη πιο πίσω σε σχέση με τους Ευρωπαίους εταίρους της.

Σε αντίθεση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι κυβερνήσεις συνεργασίας στην Ελλάδα υπήρξαν σπάνιες και σχηματίστηκαν κυρίως σε περιόδους έντονης αβεβαιότητας, όπως κατά την κρίση χρέους του 2012, τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, το δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015 και τις πρόωρες εκλογές του Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.
Όλες αυτές οι περίοδοι χαρακτηρίστηκαν από εξαιρετική πολιτική αναταραχή και αβεβαιότητα.
Η πολιτική αβεβαιότητα επηρεάζει τη μακροοικονομία μέσω πολλών διαύλων, όπως οι επενδύσεις, η προληπτική αποταμίευση, οι προσλήψεις, η τιμολόγηση, οι πιστωτικές αποφάσεις και οι ροές κεφαλαίων.
Όταν η πολιτική αβεβαιότητα συμπίπτει με εκλογικές περιόδους, οι μακροοικονομικές επιπτώσεις μπορεί να ενισχυθούν, όπως φάνηκε κατά την κρίση κρατικού χρέους της ευρωζώνης — οι αποδόσεις των ομολόγων εκτοξεύθηκαν και η ρευστότητα εξαφανίστηκε, ενώ η ανακούφιση ήρθε μόνο όταν το πολιτικό τοπίο έγινε πιο ξεκάθαρο.
Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι οι εκλογές επηρεάζουν τη δημοσιονομική πολιτική.
Για παράδειγμα, έρευνα των Shi και Svensson (2006), σημειώνει ο αμερικανικός οίκος, δείχνει ότι τα δημοσιονομικά ελλείμματα συνήθως αυξάνονται κατά τα εκλογικά έτη.
Κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα συχνά προηγήθηκε των εκλογών.
Ο Δείκτης Αβεβαιότητας Οικονομικής Πολιτικής (Economic Policy Uncertainty Index) εκτινάχθηκε στα υψηλότερα επίπεδα από την περίοδο της πανδημίας, φτάνοντας το 153 τον Μάρτιο, κυρίως λόγω των κοινών αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν, οι οποίες διέκοψαν τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Hormuz και αναστάτωσαν τις αγορές ενέργειας.
Ο δείκτης παρέμεινε αυξημένος στο 111 τον Απρίλιο, όταν πλέον στο επίκεντρο βρέθηκε η εγχώρια υπόθεση των αγροτικών επιδοτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ, με τη δικογραφία να διαβιβάζεται επίσημα στη Βουλή και να ακολουθούν ανασχηματισμοί.
Αυτό που διαφοροποιεί το 2026 από προηγούμενες εξάρσεις αβεβαιότητας είναι ότι πλέον οι επιπτώσεις περνούν στην πραγματική οικονομία.
Η ανεργία ακολουθούσε σταθερά πτωτική πορεία επί τέσσερα χρόνια, αλλά η τάση αυτή αντιστράφηκε στις αρχές του 2026, αυξανόμενη από 7,9% τον Δεκέμβριο σε 9% έως τον Μάρτιο.
Ταυτόχρονα, ο πληθωρισμός, που είχε υποχωρήσει στο 1,6% μόλις τον Οκτώβριο, ανέκαμψε στο 4,6% έως τον Απρίλιο, λόγω του αυξημένου ενεργειακού κόστους και των ακριβότερων εισαγωγών μετά τις αναταράξεις στα Στενά του Hormuz.

Οι προηγούμενες εξάρσεις του δείκτη EPU, το 2023 και το 2025, ήταν κυρίως πολιτικές κρίσεις που άφησαν ανέπαφη την ευρύτερη οικονομία.
Αυτή τη φορά, όμως, τα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα υψηλότερες τιμές και μια πιο αδύναμη αγορά εργασίας, ενώ οι ανησυχίες αυτές ενδέχεται να ενισχυθούν περαιτέρω από την εκλογική αβεβαιότητα.
Καθώς το χρονικό παράθυρο για τις εκλογές στενεύει, η πολιτική αβεβαιότητα ενδέχεται να εξελιχθεί με διάφορους τρόπους.
Οι μακροοικονομικές προοπτικές εξαρτώνται από την κατεύθυνση που θα λάβει αυτή η αβεβαιότητα.

Η οικονομετρική ανάλυση της Μoody’s δείχνει ότι οι αιφνιδιαστικές εκλογές και η αδυναμία ταχείας σχηματοποίησης κυβέρνησης μετά από μια εκλογική αναμέτρηση οδηγούν σε χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής πριν από την κάλπη, μέσω μειώσεων φόρων και αύξησης δαπανών, ενώ παράλληλα η αβεβαιότητα επιβαρύνει τις επενδύσεις, αυξάνει τα spreads και ωθεί τα νοικοκυριά στην αποταμίευση αντί στην κατανάλωση. Εξετάζουμε τέσσερα πιθανά σενάρια για τις επερχόμενες ελληνικές εκλογές:

1. Ομαλή προσγείωση (Soft Landing)
Στο ευνοϊκότερο σενάριο, το οποίο αποτελεί και τη βασική πρόβλεψη της Moody’s Analytics, οι βουλευτικές εκλογές διεξάγονται όπως έχει προγραμματιστεί γύρω στο δεύτερο τρίμηνο του 2027, μετά την πλήρη εξάντληση της θητείας της νυν κυβέρνησης.
Ο σχηματισμός κυβέρνησης επιτυγχάνεται μέσα σε έναν ή, το πολύ, δύο εκλογικούς γύρους, σύμφωνα με τα συνταγματικά χρονοδιαγράμματα και το πρόσφατο ιστορικό προηγούμενο.
Οι προεκλογικές πιέσεις για αυξημένες δαπάνες και τα προσωρινά μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης οδηγούν σε μια μέτρια και βραχύβια δημοσιονομική ώθηση της ανάπτυξης.
Παρότι αυτό επιτρέπει και μια διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος, το μέγεθος της απόκλισης παραμένει μικρό και δεν μεταβάλλει ουσιαστικά την άποψη των αγορών για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα.
Τα spreads των κρατικών ομολόγων παραμένουν κοντά στα επίπεδα ισορροπίας τους, χωρίς επίμονη ανατιμολόγηση, ενώ η πολιτική αβεβαιότητα επανέρχεται γρήγορα σε φυσιολογικά επίπεδα.
2. Ήπια αναταραχή (Mild Turbulence)
Σε αυτό το σενάριο, η κυβέρνηση, αντιμετωπίζοντας τη φθορά της εκλογικής της επιρροής κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους, επιλέγει να επισπεύσει τις εκλογές κατά έναν χρόνο ώστε να διατηρήσει πολιτικό πλεονέκτημα.
Ως αποτέλεσμα, προκηρύσσονται πρόωρες βουλευτικές εκλογές, οι οποίες διεξάγονται το τρίτο τρίμηνο του 2026, εκτός του κανονικού εκλογικού κύκλου.
Ο αιφνίδιος χαρακτήρας των εκλογών προκαλεί μέτρια αύξηση της πολιτικής αβεβαιότητας, σε συμφωνία με ιστορικά στοιχεία που δείχνουν ότι οι πρόωρες εκλογές τείνουν να αυξάνουν περισσότερο την αβεβαιότητα σε σχέση με τις προγραμματισμένες αναμετρήσεις.
Στο σενάριο αυτό, απαιτούνται δύο εκλογικοί γύροι για τον σχηματισμό κυβέρνησης, χωρίς όμως παρατεταμένο αδιέξοδο.
Οι δημοσιονομικές εξελίξεις ακολουθούν τα γνώριμα προεκλογικά πρότυπα, αλλά οι αντιδράσεις των αγορών παραμένουν σε γενικές γραμμές ομαλές, καθώς οι πρόωρες εκλογές εκλαμβάνονται ως τακτική πολιτική κίνηση και όχι ως ένδειξη θεσμικής αστάθειας.
Οι προσωρινές και ήπιες επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη περιορίζουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις το 2026, όμως η οικονομία επανέρχεται γρήγορα σε τροχιά σταθερότητας καθώς η πολιτική αβεβαιότητα αποκλιμακώνεται.
3. Σοβαρά δυσμενές σενάριο (Severely Adverse)
Σε αυτό το σενάριο, η εκλογική διαδικασία παρατείνεται και η αβεβαιότητα πέρι της οικονομικής πολιτικής εκτοξεύεται, καθώς οι επαναλαμβανόμενες εκλογές αποτυγχάνουν να δώσουν οριστικό αποτέλεσμα.
Καταλύτης είναι ένα αποτέλεσμα πρώτου γύρου στο οποίο το δεύτερο κόμμα καταγράφει ποσοστό ψήφων πολύ κοντά σε εκείνο του πρώτου κόμματος.
Αυτό δημιουργεί ισχυρά στρατηγικά κίνητρα για παράταση του εκλογικού κύκλου, είτε για ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος εντός μιας συμμαχικής κυβέρνησης, είτε για προσπάθεια ανάληψης της ηγεσίας μιας κυβερνητικής συμμαχίας, είτε ακόμη και για επιδίωξη αυτοδυναμίας σε επόμενο γύρο.
Παρόμοια κίνητρα ενδέχεται να προκύψουν και για το τρίτο κόμμα, περιπλέκοντας περαιτέρω τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Τελικά, αυτός ο αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος πολιτικής αστάθειας μπορεί να επιλυθεί μόνο μέσω ενός από δύο μηχανισμούς: είτε οι ψηφοφόροι, υπό αυξανόμενη οικονομική και χρηματοπιστωτική πίεση, δίνουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε ένα κόμμα για να αποκατασταθεί η κυβερνησιμότητα, είτε τα πολιτικά κόμματα, αντιμετωπίζοντας παρόμοιους περιορισμούς, συμφωνούν στον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας ώστε να αποτραπεί περαιτέρω επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών και της εμπιστοσύνης των πολιτών.
Οι επαναλαμβανόμενες αποτυχίες σχηματισμού σταθερής κυβερνητικής πλειοψηφίας οδηγούν σε πολλαπλούς διαδοχικούς εκλογικούς γύρους που εκτείνονται σε δύο τρίμηνα, με τον τελευταίο να διεξάγεται ακόμη και τον Αύγουστο του 2027.
Η πολιτική αβεβαιότητα παραμένει αυξημένη και η θεσμική επίλυση καθυστερεί επανειλημμένα.
Σε αντίθεση με τα ηπιότερα σενάρια, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται πλέον σε βραχυχρόνιες εκλογικές διαταραχές, αλλά αντανακλουν μια παρατεταμένη διάβρωση της σαφήνειας της οικονομικής πολιτικής και της θεσμικής αποτελεσματικότητας.
Τα spreads των κρατικών ομολόγων διευρύνονται, οι πιστωτικές συνθήκες γίνονται αυστηρότερες και η εμπιστοσύνη καταρρέει, οδηγώντας σε υποχώρηση των επενδύσεων και απότομη αύξηση της προληπτικής αποταμίευσης.
4. Πρωτοφανής αβεβαιότητα (Unprecedented Uncertainty)
Σε αυτό το «χειρότερο δυνατό» εκλογικό σενάριο, η δυναμική του σοβαρά δυσμενούς σεναρίου που περιγράφεται παραπάνω ακολουθεί μια αιφνιδιαστική πρόωρη εκλογική αναμέτρηση, οδηγώντας στο πλέον αποσταθεροποιητικό οικονομικό αποτέλεσμα.
Η εκλογική απορρύθμιση ξεκινά νωρίτερα στον πολιτικό κύκλο, με πρόωρες εκλογές το τρίτο τρίμηνο του 2026.
Ακολουθούν επανειλημμένες αποτυχίες σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης.
Όπως και στο σοβαρά δυσμενές σενάριο, τα οριακά αποτελέσματα μεταξύ των κομμάτων σε διαδοχικούς γύρους δημιουργούν κίνητρα για παράταση της εκλογικής διαδικασίας, οδηγώντας σε πολλαπλούς γύρους που εκτείνονται πολύ πέραν ενός μόνο τριμήνου.
Αυτό που διαφοροποιεί το συγκεκριμένο σενάριο είναι η αλληλεπίδραση μεταξύ του αιφνιδιαστικού χαρακτήρα των εκλογών και της παρατεταμένης πολιτικής αστάθειας. Μια πρόωρη εκλογική αναμέτρηση που στη συνέχεια εκφυλίζεται σε μια ακολουθία επαναλαμβανόμενων και ατελέσφορων εκλογικών διαδικασιών δεν θα είχε ουσιαστικό ιστορικό προηγούμενο, ενισχύοντας σημαντικά την αβεβαιότητα σε σχέση με προηγούμενες περιόδους.
Η αβεβαιότητα οικονομικής πολιτικής θεωρείται συνεπώς ότι παραμένει εξαιρετικά αυξημένη και επίμονη. Το συνδυαστικό αποτέλεσμα είναι μια παρατεταμένη επιδείνωση της εμπιστοσύνης, της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής και των επενδύσεων, που εκτείνεται πολύ πέρα από το άμεσο δημοσιονομικό ή διοικητικό κόστος των εκλογών.
Επιστροφή σε επικίνδυνα εδάφη
Οι προβλέψεις της Moody’s για την ανάπτυξη της Ελλάδας διαφέρουν ανάλογα με τα τέσσερα σενάρια.
Η βραχυπρόθεσμη αναταραχή από μια πρόωρη εκλογική αναμέτρηση το τρίτο τρίμηνο του 2026 είναι, από μόνη της, διαχειρίσιμη.
Η ανάπτυξη, η κατανάλωση και τα spreads αποκλίνουν οριακά κατά το υπόλοιπο του 2026, με τις επενδύσεις να είναι οι πρώτες που αποδυναμώνονται, καθώς οι επιχειρήσεις αντιδρούν στην εκλογική αβεβαιότητα, περνώντας σε αρνητικό έδαφος ήδη από το τέταρτο τρίμηνο του 2026 στα σενάρια πρόωρων εκλογών, αλλά παραμένοντας υπό έλεγχο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συμβεί το 2027.
Στα βασικά και ήπια σενάρια, το 2027 αποτελεί έτος ανάκαμψης.

Το ΑΕΠ αυξάνεται κατά 2,4% έως 2,7%, τα spreads παραμένουν κάτω από τις 250 μονάδες βάσης και το χρέος επανέρχεται σε πτωτική τροχιά από το 148% του ΑΕΠ.
Εάν οι πρόωρες εκλογές οδηγήσουν γρήγορα στον σχηματισμό κυβέρνησης, η οικονομία απορροφά την αναταραχή μέσα σε λίγα τρίμηνα.
Αν όμως αυτό δεν συμβεί, τότε το πρόβλημα μεταφέρεται στο 2027.
Οι επενδύσεις καταρρέουν κατά 8,2% σε ετήσια βάση, η κατανάλωση παγώνει, η ανεργία επιστρέφει πάνω από το 9% και τα spreads εκτοξεύονται πάνω από το 10% — επίπεδα που είχαν παρατηρηθεί τελευταία φορά κατά την κρίση δημόσιου χρέους και το 2015.
Οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονται απότομα πριν από επαναλαμβανόμενες εκλογικές αναμετρήσεις και στη συνέχεια συρρικνώνονται έντονα, προσθέτοντας μια δημοσιονομική αστάθεια στο σοκ εμπιστοσύνης.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το δημόσιο χρέος αυξάνεται προσωρινά πάνω από το σημείο εκκίνησης του 2025, ανατρέποντας χρόνια δημοσιονομικής προσαρμογής ακριβώς τη στιγμή που η εμπιστοσύνη των αγορών είναι πιο εύθραυστη.
Στο σενάριο «Πρωτοφανούς Αβεβαιότητας», το πραγματικό ΑΕΠ αυξάνεται μόλις κατά 0,6% το 2027.
Η βασική μας εκτίμηση παραμένει ότι η πολιτική σταθερότητα θα επιτευχθεί έπειτα από το πολύ δύο εκλογικές αναμετρήσεις.
Ο βασικός κίνδυνος, εν ολίγοις, δεν είναι οι πρόωρες εκλογές, αλλά οι πρόωρες εκλογές που οδηγούν σε διαρκείς εκλογές.
Η αύξηση του κόστους δανεισμού θα προσέθετε περαιτέρω πιέσεις ακριβώς τη στιγμή που επιχειρήσεις και νοικοκυριά ήδη περιορίζουν τη δραστηριότητά τους, και για μια χώρα που εξακολουθεί να φέρει το υψηλότερο βάρος χρέους στην ευρωζώνη, τα περιθώρια λάθους είναι εξαιρετικά περιορισμένα.
www.bankingnews.gr
Ειδικότερα, όπως επισημαίνεται, στην Ελλάδα αναμένεται να διεξαχθούν εκλογές έως τα μέσα του 2027, με τις δημοσκοπήσεις να υποδηλώνουν σημαντική πιθανότητα κανένα κόμμα να μην εξασφαλίσει αυτοδυναμία.
Η πρόσφατη ιστορία της χώρας περιλαμβάνει περιόδους αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας που συνέπεσαν με έντονες μεταβολές στις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες.
Η πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των εκλογών ρίχνει σκιά στις προοπτικές της οικονομίας.
Η ανάκαμψη δεν έχει βελτιώσει ουσιαστικά το βιοτικό επίπεδο
Επιφανειακά, λέει η Moody’s, οι πρόσφατες μακροοικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας υπήρξαν εντυπωσιακές.
Το ποσοστό ανεργίας βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2008, η ανάπτυξη έχει ξεπεράσει τον μέσο όρο της ευρωζώνης από το 2021 και μετά από μια δεκαετία κρίσης και επώδυνης λιτότητας, το βάρος του δημόσιου χρέους είναι πλέον πιο διαχειρίσιμο, φτάνοντας το 148% του ονομαστικού ΑΕΠ το 2025, σε σύγκριση με το ανώτατο επίπεδο του 206% του ΑΕΠ το 2020.
Ωστόσο, τα χρόνια της κρίσης έχουν αφήσει μόνιμα σημάδια στην ελληνική οικονομία.
Ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ παραμένει ο υψηλότερος στην ευρωζώνη.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ εξακολουθεί να είναι από τα χαμηλότερα στην ΕΕ και παραμένει 7,3% κάτω από το προ κρίσης επίπεδο του 2008.
Το 2025, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν μόλις οριακά υψηλότερο από εκείνο της Λετονίας και της Βουλγαρίας, ενώ η Ελλάδα έχει μείνει πίσω από την Κύπρο, την Πορτογαλία, τη Λιθουανία και την Κροατία κατά την τελευταία δεκαετία.
Το πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα υπήρξε ταραχώδες.
Από το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη το 2023, η κυβέρνηση έχει βρεθεί επανειλημμένα στο διεθνές προσκήνιο, πιο πρόσφατα λόγω διαμάχης με Ευρωπαίους εισαγγελείς σχετικά με τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πιθανότητα σχηματισμού μονοκομματικής κυβέρνησης στην επόμενη Βουλή είναι μικρή.
Με τις εκλογές να πλησιάζουν το 2027, η πολιτική αβεβαιότητα θα μπορούσε βραχυπρόθεσμα να εκτροχιάσει την οικονομική ανάπτυξη, ενδεχομένως ωθώντας την Ελλάδα ακόμη πιο πίσω σε σχέση με τους Ευρωπαίους εταίρους της.
Σε αντίθεση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι κυβερνήσεις συνεργασίας στην Ελλάδα υπήρξαν σπάνιες και σχηματίστηκαν κυρίως σε περιόδους έντονης αβεβαιότητας, όπως κατά την κρίση χρέους του 2012, τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, το δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015 και τις πρόωρες εκλογές του Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.
Όλες αυτές οι περίοδοι χαρακτηρίστηκαν από εξαιρετική πολιτική αναταραχή και αβεβαιότητα.
Η πολιτική αβεβαιότητα επηρεάζει τη μακροοικονομία μέσω πολλών διαύλων, όπως οι επενδύσεις, η προληπτική αποταμίευση, οι προσλήψεις, η τιμολόγηση, οι πιστωτικές αποφάσεις και οι ροές κεφαλαίων.
Όταν η πολιτική αβεβαιότητα συμπίπτει με εκλογικές περιόδους, οι μακροοικονομικές επιπτώσεις μπορεί να ενισχυθούν, όπως φάνηκε κατά την κρίση κρατικού χρέους της ευρωζώνης — οι αποδόσεις των ομολόγων εκτοξεύθηκαν και η ρευστότητα εξαφανίστηκε, ενώ η ανακούφιση ήρθε μόνο όταν το πολιτικό τοπίο έγινε πιο ξεκάθαρο.
Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι οι εκλογές επηρεάζουν τη δημοσιονομική πολιτική.
Για παράδειγμα, έρευνα των Shi και Svensson (2006), σημειώνει ο αμερικανικός οίκος, δείχνει ότι τα δημοσιονομικά ελλείμματα συνήθως αυξάνονται κατά τα εκλογικά έτη.
Κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα συχνά προηγήθηκε των εκλογών.
Ο Δείκτης Αβεβαιότητας Οικονομικής Πολιτικής (Economic Policy Uncertainty Index) εκτινάχθηκε στα υψηλότερα επίπεδα από την περίοδο της πανδημίας, φτάνοντας το 153 τον Μάρτιο, κυρίως λόγω των κοινών αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν, οι οποίες διέκοψαν τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Hormuz και αναστάτωσαν τις αγορές ενέργειας.
Ο δείκτης παρέμεινε αυξημένος στο 111 τον Απρίλιο, όταν πλέον στο επίκεντρο βρέθηκε η εγχώρια υπόθεση των αγροτικών επιδοτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ, με τη δικογραφία να διαβιβάζεται επίσημα στη Βουλή και να ακολουθούν ανασχηματισμοί.
Αυτό που διαφοροποιεί το 2026 από προηγούμενες εξάρσεις αβεβαιότητας είναι ότι πλέον οι επιπτώσεις περνούν στην πραγματική οικονομία.
Η ανεργία ακολουθούσε σταθερά πτωτική πορεία επί τέσσερα χρόνια, αλλά η τάση αυτή αντιστράφηκε στις αρχές του 2026, αυξανόμενη από 7,9% τον Δεκέμβριο σε 9% έως τον Μάρτιο.
Ταυτόχρονα, ο πληθωρισμός, που είχε υποχωρήσει στο 1,6% μόλις τον Οκτώβριο, ανέκαμψε στο 4,6% έως τον Απρίλιο, λόγω του αυξημένου ενεργειακού κόστους και των ακριβότερων εισαγωγών μετά τις αναταράξεις στα Στενά του Hormuz.
Οι προηγούμενες εξάρσεις του δείκτη EPU, το 2023 και το 2025, ήταν κυρίως πολιτικές κρίσεις που άφησαν ανέπαφη την ευρύτερη οικονομία.
Αυτή τη φορά, όμως, τα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα υψηλότερες τιμές και μια πιο αδύναμη αγορά εργασίας, ενώ οι ανησυχίες αυτές ενδέχεται να ενισχυθούν περαιτέρω από την εκλογική αβεβαιότητα.
Καθώς το χρονικό παράθυρο για τις εκλογές στενεύει, η πολιτική αβεβαιότητα ενδέχεται να εξελιχθεί με διάφορους τρόπους.
Οι μακροοικονομικές προοπτικές εξαρτώνται από την κατεύθυνση που θα λάβει αυτή η αβεβαιότητα.
Η οικονομετρική ανάλυση της Μoody’s δείχνει ότι οι αιφνιδιαστικές εκλογές και η αδυναμία ταχείας σχηματοποίησης κυβέρνησης μετά από μια εκλογική αναμέτρηση οδηγούν σε χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής πριν από την κάλπη, μέσω μειώσεων φόρων και αύξησης δαπανών, ενώ παράλληλα η αβεβαιότητα επιβαρύνει τις επενδύσεις, αυξάνει τα spreads και ωθεί τα νοικοκυριά στην αποταμίευση αντί στην κατανάλωση. Εξετάζουμε τέσσερα πιθανά σενάρια για τις επερχόμενες ελληνικές εκλογές:
1. Ομαλή προσγείωση (Soft Landing)
Στο ευνοϊκότερο σενάριο, το οποίο αποτελεί και τη βασική πρόβλεψη της Moody’s Analytics, οι βουλευτικές εκλογές διεξάγονται όπως έχει προγραμματιστεί γύρω στο δεύτερο τρίμηνο του 2027, μετά την πλήρη εξάντληση της θητείας της νυν κυβέρνησης.
Ο σχηματισμός κυβέρνησης επιτυγχάνεται μέσα σε έναν ή, το πολύ, δύο εκλογικούς γύρους, σύμφωνα με τα συνταγματικά χρονοδιαγράμματα και το πρόσφατο ιστορικό προηγούμενο.
Οι προεκλογικές πιέσεις για αυξημένες δαπάνες και τα προσωρινά μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης οδηγούν σε μια μέτρια και βραχύβια δημοσιονομική ώθηση της ανάπτυξης.
Παρότι αυτό επιτρέπει και μια διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος, το μέγεθος της απόκλισης παραμένει μικρό και δεν μεταβάλλει ουσιαστικά την άποψη των αγορών για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα.
Τα spreads των κρατικών ομολόγων παραμένουν κοντά στα επίπεδα ισορροπίας τους, χωρίς επίμονη ανατιμολόγηση, ενώ η πολιτική αβεβαιότητα επανέρχεται γρήγορα σε φυσιολογικά επίπεδα.
2. Ήπια αναταραχή (Mild Turbulence)
Σε αυτό το σενάριο, η κυβέρνηση, αντιμετωπίζοντας τη φθορά της εκλογικής της επιρροής κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους, επιλέγει να επισπεύσει τις εκλογές κατά έναν χρόνο ώστε να διατηρήσει πολιτικό πλεονέκτημα.
Ως αποτέλεσμα, προκηρύσσονται πρόωρες βουλευτικές εκλογές, οι οποίες διεξάγονται το τρίτο τρίμηνο του 2026, εκτός του κανονικού εκλογικού κύκλου.
Ο αιφνίδιος χαρακτήρας των εκλογών προκαλεί μέτρια αύξηση της πολιτικής αβεβαιότητας, σε συμφωνία με ιστορικά στοιχεία που δείχνουν ότι οι πρόωρες εκλογές τείνουν να αυξάνουν περισσότερο την αβεβαιότητα σε σχέση με τις προγραμματισμένες αναμετρήσεις.
Στο σενάριο αυτό, απαιτούνται δύο εκλογικοί γύροι για τον σχηματισμό κυβέρνησης, χωρίς όμως παρατεταμένο αδιέξοδο.
Οι δημοσιονομικές εξελίξεις ακολουθούν τα γνώριμα προεκλογικά πρότυπα, αλλά οι αντιδράσεις των αγορών παραμένουν σε γενικές γραμμές ομαλές, καθώς οι πρόωρες εκλογές εκλαμβάνονται ως τακτική πολιτική κίνηση και όχι ως ένδειξη θεσμικής αστάθειας.
Οι προσωρινές και ήπιες επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη περιορίζουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις το 2026, όμως η οικονομία επανέρχεται γρήγορα σε τροχιά σταθερότητας καθώς η πολιτική αβεβαιότητα αποκλιμακώνεται.
3. Σοβαρά δυσμενές σενάριο (Severely Adverse)
Σε αυτό το σενάριο, η εκλογική διαδικασία παρατείνεται και η αβεβαιότητα πέρι της οικονομικής πολιτικής εκτοξεύεται, καθώς οι επαναλαμβανόμενες εκλογές αποτυγχάνουν να δώσουν οριστικό αποτέλεσμα.
Καταλύτης είναι ένα αποτέλεσμα πρώτου γύρου στο οποίο το δεύτερο κόμμα καταγράφει ποσοστό ψήφων πολύ κοντά σε εκείνο του πρώτου κόμματος.
Αυτό δημιουργεί ισχυρά στρατηγικά κίνητρα για παράταση του εκλογικού κύκλου, είτε για ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος εντός μιας συμμαχικής κυβέρνησης, είτε για προσπάθεια ανάληψης της ηγεσίας μιας κυβερνητικής συμμαχίας, είτε ακόμη και για επιδίωξη αυτοδυναμίας σε επόμενο γύρο.
Παρόμοια κίνητρα ενδέχεται να προκύψουν και για το τρίτο κόμμα, περιπλέκοντας περαιτέρω τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Τελικά, αυτός ο αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος πολιτικής αστάθειας μπορεί να επιλυθεί μόνο μέσω ενός από δύο μηχανισμούς: είτε οι ψηφοφόροι, υπό αυξανόμενη οικονομική και χρηματοπιστωτική πίεση, δίνουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε ένα κόμμα για να αποκατασταθεί η κυβερνησιμότητα, είτε τα πολιτικά κόμματα, αντιμετωπίζοντας παρόμοιους περιορισμούς, συμφωνούν στον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας ώστε να αποτραπεί περαιτέρω επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών και της εμπιστοσύνης των πολιτών.
Οι επαναλαμβανόμενες αποτυχίες σχηματισμού σταθερής κυβερνητικής πλειοψηφίας οδηγούν σε πολλαπλούς διαδοχικούς εκλογικούς γύρους που εκτείνονται σε δύο τρίμηνα, με τον τελευταίο να διεξάγεται ακόμη και τον Αύγουστο του 2027.
Η πολιτική αβεβαιότητα παραμένει αυξημένη και η θεσμική επίλυση καθυστερεί επανειλημμένα.
Σε αντίθεση με τα ηπιότερα σενάρια, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται πλέον σε βραχυχρόνιες εκλογικές διαταραχές, αλλά αντανακλουν μια παρατεταμένη διάβρωση της σαφήνειας της οικονομικής πολιτικής και της θεσμικής αποτελεσματικότητας.
Τα spreads των κρατικών ομολόγων διευρύνονται, οι πιστωτικές συνθήκες γίνονται αυστηρότερες και η εμπιστοσύνη καταρρέει, οδηγώντας σε υποχώρηση των επενδύσεων και απότομη αύξηση της προληπτικής αποταμίευσης.
4. Πρωτοφανής αβεβαιότητα (Unprecedented Uncertainty)
Σε αυτό το «χειρότερο δυνατό» εκλογικό σενάριο, η δυναμική του σοβαρά δυσμενούς σεναρίου που περιγράφεται παραπάνω ακολουθεί μια αιφνιδιαστική πρόωρη εκλογική αναμέτρηση, οδηγώντας στο πλέον αποσταθεροποιητικό οικονομικό αποτέλεσμα.
Η εκλογική απορρύθμιση ξεκινά νωρίτερα στον πολιτικό κύκλο, με πρόωρες εκλογές το τρίτο τρίμηνο του 2026.
Ακολουθούν επανειλημμένες αποτυχίες σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης.
Όπως και στο σοβαρά δυσμενές σενάριο, τα οριακά αποτελέσματα μεταξύ των κομμάτων σε διαδοχικούς γύρους δημιουργούν κίνητρα για παράταση της εκλογικής διαδικασίας, οδηγώντας σε πολλαπλούς γύρους που εκτείνονται πολύ πέραν ενός μόνο τριμήνου.
Αυτό που διαφοροποιεί το συγκεκριμένο σενάριο είναι η αλληλεπίδραση μεταξύ του αιφνιδιαστικού χαρακτήρα των εκλογών και της παρατεταμένης πολιτικής αστάθειας. Μια πρόωρη εκλογική αναμέτρηση που στη συνέχεια εκφυλίζεται σε μια ακολουθία επαναλαμβανόμενων και ατελέσφορων εκλογικών διαδικασιών δεν θα είχε ουσιαστικό ιστορικό προηγούμενο, ενισχύοντας σημαντικά την αβεβαιότητα σε σχέση με προηγούμενες περιόδους.
Η αβεβαιότητα οικονομικής πολιτικής θεωρείται συνεπώς ότι παραμένει εξαιρετικά αυξημένη και επίμονη. Το συνδυαστικό αποτέλεσμα είναι μια παρατεταμένη επιδείνωση της εμπιστοσύνης, της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής και των επενδύσεων, που εκτείνεται πολύ πέρα από το άμεσο δημοσιονομικό ή διοικητικό κόστος των εκλογών.
Επιστροφή σε επικίνδυνα εδάφη
Οι προβλέψεις της Moody’s για την ανάπτυξη της Ελλάδας διαφέρουν ανάλογα με τα τέσσερα σενάρια.
Η βραχυπρόθεσμη αναταραχή από μια πρόωρη εκλογική αναμέτρηση το τρίτο τρίμηνο του 2026 είναι, από μόνη της, διαχειρίσιμη.
Η ανάπτυξη, η κατανάλωση και τα spreads αποκλίνουν οριακά κατά το υπόλοιπο του 2026, με τις επενδύσεις να είναι οι πρώτες που αποδυναμώνονται, καθώς οι επιχειρήσεις αντιδρούν στην εκλογική αβεβαιότητα, περνώντας σε αρνητικό έδαφος ήδη από το τέταρτο τρίμηνο του 2026 στα σενάρια πρόωρων εκλογών, αλλά παραμένοντας υπό έλεγχο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συμβεί το 2027.
Στα βασικά και ήπια σενάρια, το 2027 αποτελεί έτος ανάκαμψης.
Το ΑΕΠ αυξάνεται κατά 2,4% έως 2,7%, τα spreads παραμένουν κάτω από τις 250 μονάδες βάσης και το χρέος επανέρχεται σε πτωτική τροχιά από το 148% του ΑΕΠ.
Εάν οι πρόωρες εκλογές οδηγήσουν γρήγορα στον σχηματισμό κυβέρνησης, η οικονομία απορροφά την αναταραχή μέσα σε λίγα τρίμηνα.
Αν όμως αυτό δεν συμβεί, τότε το πρόβλημα μεταφέρεται στο 2027.
Οι επενδύσεις καταρρέουν κατά 8,2% σε ετήσια βάση, η κατανάλωση παγώνει, η ανεργία επιστρέφει πάνω από το 9% και τα spreads εκτοξεύονται πάνω από το 10% — επίπεδα που είχαν παρατηρηθεί τελευταία φορά κατά την κρίση δημόσιου χρέους και το 2015.
Οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονται απότομα πριν από επαναλαμβανόμενες εκλογικές αναμετρήσεις και στη συνέχεια συρρικνώνονται έντονα, προσθέτοντας μια δημοσιονομική αστάθεια στο σοκ εμπιστοσύνης.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το δημόσιο χρέος αυξάνεται προσωρινά πάνω από το σημείο εκκίνησης του 2025, ανατρέποντας χρόνια δημοσιονομικής προσαρμογής ακριβώς τη στιγμή που η εμπιστοσύνη των αγορών είναι πιο εύθραυστη.
Στο σενάριο «Πρωτοφανούς Αβεβαιότητας», το πραγματικό ΑΕΠ αυξάνεται μόλις κατά 0,6% το 2027.
Η βασική μας εκτίμηση παραμένει ότι η πολιτική σταθερότητα θα επιτευχθεί έπειτα από το πολύ δύο εκλογικές αναμετρήσεις.
Ο βασικός κίνδυνος, εν ολίγοις, δεν είναι οι πρόωρες εκλογές, αλλά οι πρόωρες εκλογές που οδηγούν σε διαρκείς εκλογές.
Η αύξηση του κόστους δανεισμού θα προσέθετε περαιτέρω πιέσεις ακριβώς τη στιγμή που επιχειρήσεις και νοικοκυριά ήδη περιορίζουν τη δραστηριότητά τους, και για μια χώρα που εξακολουθεί να φέρει το υψηλότερο βάρος χρέους στην ευρωζώνη, τα περιθώρια λάθους είναι εξαιρετικά περιορισμένα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών